Ro… Copenhagen 190
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχαν την καλοσύνη να μου διαβιβάσουν η Καθηγήτρια του Τμήματος Κλασσικών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης κυρία Sysse Enberg και ο κύριος Oystein Hsort, Assistant Professor του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης, τέσσερα τέτοια πιάτα, με διαφορετικές απεικονίσεις, βγήκαν κατά το 1898, σχεδιασμένα από τον Arnold Krog, και σε διαφορετικό αριθμό αντιτύπων, σε ανάμνηση της καταστολής μιας επιδημίας λέπρας, που είχε προσβάλει τότε την Ισλανδία. Ακόμη, ότι ο αετός ή το γεράκι που σκοτώνει ένα δράκο ή φίδι είναι άγνωστο σαν θέμα στη λαϊκή παράδοση της Δανίας.
Το πιάτο με το γεράκι και το φίδι, του Arnold Krog.
Ανατρέχοντας, όμως, ο αναγνώστης στους Βυζαντινούς συγγραφείς και στους «Θεοφάνους οι Συνεχίζοντες», που όπως είναι γνωστό πραγματεύονται γεγονότα από το 813 μέχρι το 963 μ.Χ., θα σταθεί ίσως στο εδάφιο εκείνο [[1], σ. 450], όπου η περιγραφή που κάνει ο συγγραφέας της κρήνης του Χρυσοτρίκλινου στ’ ανάκτορα της Κωνσταντινούπολης ταυτίζεται με τόση ακρίβεια στο θέμα της εικόνας του υπ’ όψιν πιάτου, ώστε να του γεννιέται η εύλογη απορία: ο Βυζαντινός κατασκευαστής της κρήνης είχε στο νου του κάποια μακρινή Σκανδιναβική παράδοση, κάποιος σκανδιναβικό διακοσμητικό μοτίβο; Ή μήπως ο Krog είχε άμεση ή έμμεση γνώση του βυζαντινού κειμένου;
Η Θούλη του Προκόπιου είναι ασφαλώς η σημερινή Σκανδιναβία, η οποία επί μακρόν εθεωρείτο ως νήσος [[4], σ. 17]. Ακόμη και οι στην Ιταλία εγκατασταθέντες Έρουλοι εθεωρούσαν τη Θούλη «οιονεί μητρόπολη». Στο Βυζάντιο «υπήρχον αείποτε, πλην όχλου πολλού Γότθων οπλιτών, και Γότθοι πολίται και ευγενείς, οι οποίοι είτε ηγούντο των μισθοφόρων, είτε εμπορίαν παρέμενον» [2, σ. 153].
Είναι επίσης γνωστό πως οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες συντηρούσαν τμήματα μισθοφόρων Βαράγγων. Τους προτιμούσαν μάλιστα για σωματοφύλακες.
Ο Rambaud [[14], σ. 216] διακρίνει εις το σώμα των Βαράγγων σωματοφυλάκων των βυζαντινών ανακτόρων δυο εθνολογικώς συγγενικά στοιχεία. Πρώτον, το βαραγγορωσσικό, και δεύτερον, μετά την κατάκτηση της Αγγλίας από τους Νορμανδούς, το αγγλοσαξωνικό στοιχείο. Τα δυο αυτά στοιχεία φαίνεται ότι για κάποιο χρονικό διάστημα συνυπήρξαν στην Κωνσταντινούπολη στην ίδια ή υπηρεσία.
Αλλά και Νορμανδούς είχαν στρατολογήσει οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες κατά τη διάρκεια των πολέμων τους εναντίον των Σαρακηνών της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας, κατά τους 11ο και 12ο αιώνες [2, σ. 150]. Και ο Reiske [6, τόμ. II, σσ. 474-476] παραδέχεται τους Βαράγγους ως Άγγλους. Την παρουσία Νορμανδών στο Βυζάντιο σημειώνει και ο επίσκοπος Κρεμώνης Liutprand [[15], τόμ. V, σ. 6], ο οποίος γράφει: «Graeci vocant Russos nos vero Normannos». Και ο Rambaud δέχεται ότι οι Ρως ήσαν Σκανδιναβοί [9, σ. 39]. Ας σημειωθεί ακόμη ότι από τους Νορμανδούς κατελήφθη και η Ισλανδία [2, σ. 154]. Νύξη ότι οι Νορμανδοί αυτοί ήσαν Δανοί απαντούμε και στο Χρονικόν του Kruse [2, σσ. 154-155], όπου ο Κάρολος ο Μέγας, κατά το 810, «ultimum contra Normannos, qui Dani vocantur… bellum suscepit».
O Ch. Diehl υποστηρίζει ότι η φρουρά των Βαράγγων είχε συγκροτηθεί καταρχάς από Ρως, έπειτα όμως εστατολογήθηκαν διαδοχικά Σκανδιναβοί της Ρωσίας, Νορμανδοί της Ισλανδίας και τέλος και Αγγλοσάξωνες.
Η παρουσία των Βαράγγων στην αυλή του Βυζαντίου δεν ήταν κάτι το συμπτωματικό. Όλες οι παραπάνω μαρτυρίες, αλλά και πολλές άλλες που δεν αναφέρθηκαν, δείχνουν ότι δεν έλειψαν ποτέ από την Κωνσταντινούπολη. Η Άννα η Κομνηνή [[16], σσ. 16-20] γράφει σχετικά για αυτούς: «…οι δε γε επί των ώμων τα ξίφη κραδαίνοντες πάτριον παράδοσιν και οίον παρακαταθήκην τινα και κλήρων την εις τους αυτοκράτορας, πίστιν … άλλος εξ άλλου διαδεχόμενοι, την προς αυτόν πίστιν ακράδαντον διατηρούσι». Φαίνεται λοιπόν ότι η παρουσία Νορμανδών ή Βαράγγων ήταν κάτι το συνηθισμένο και μόνιμο στην Κωνσταντινούπολη.
Από την φύση της υπηρεσίας τους, αν όχι όλοι, τα εκλεκτότερα τουλάχιστον τμήματα φαίνεται ότι παρέμεναν πάντα κοντά στα Ανάκτορα. «Οι μεν γαρ σωματοφύλακες και δορυφόροι (: Βαράγγοι) άπωθεν που του βασιλικού κοιτώνος κατηυνάζοντο» [[17], 448, 10-11]. «Οι μεν γαρ Βάραγγοι ευρίσκονται υπηρετούντες εις τε τας θύρας του κελλίου του βασιλέως, ειs το τρίκλινον» [[18], 37, 4 εξ.].
Αλλά και από τους τίτλους που τους απέδιδαν μπορούμε να συμπεράνουμε ότι συνήθως έμεναν μέσα στα ανάκτορα. Ο αρχηγός των Βαράγγων λέγεται ακόλουθος, πρόξιμος (: δηλαδή που διέμενε κοντά στον Βασιλέα), ακόμη παρακοιμώμενος του κοιτώνος, παρακοιμώμενος της σφενδόνης, προκαθήμενος του κοιτώνος του βασιλικού, κλπ. [2, σ. 198].
Από όσα εξετέθησαν παραπάνω, θα μπορούσε ίσως να βγει το συμπέρασμα ότι οι Βυζαντινοί με τους Δανούς δεν ήσαν άγνωστοι μεταξύ τους. Από τον Προκόπιο μέχρι την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204) η επικοινωνία μεταξύ των δυο λαών, έστω και με διάφορα ονόματα, δεν εσταμάτησε. Οι Βαράγγοι της Κωνσταντινούπολης, τουλάχιστον τα επίλεκτα τμήματα τους, υπηρετούσαν στα Ανάκτορα σαν σωματοφύλακες του Αυτοκράτορα, επομένως ήσαν συνεχώς μέσα στο περιβάλλον εκείνο, για τη διακόσμηση του οποίου είχε καταβληθεί ξεχωριστή φροντίδα. Και αν ο «υψιαυχενών και σοβαρευόμενος αετός» είχε προκαλέσει τόση εντύπωση στο βυζαντινό χρονογράφο, τον εξοικειωμένο με τα έργα τέχνης, και μάλιστα ποιας τέχνης, με τα οποία ήταν κατάφορτα όχι μόνο τα Ανάκτορα του Κωνσταντίνου του Πορφυρογένητου, αλλά και όλη η Κωνσταντινούπολη, γιατί ο επί «της αυλού» αετός να μην προκαλέσει τον θαυμασμό κάποιου νεαρού Βαράγγου; Τι εμποδίζει, ανάμεσα στον χρυσό που μετέφερε στην πατρίδα του ο Χάραλδ ο Αυστηρός (ή Μακρής), όταν έφυγε από την Ελλάδα και που χρειάστηκαν «οι ηράκλειοι ώμοι 12 στιβαρών νεαρών Νορβηγών» για να τον σηκώσουν [[19], τόμ. 4, σσ. 273-274], τι εμποδίζει να υπήρχε και κάποιο αντικείμενο, πάνω στο οποίο να εικονιζόταν ο αετός που είχε τόσο εντυπωσιάσει τον Συνεχιστή του Θεοφάνη; Διακοσμητικά μοτίβα δεν δανείστηκαν ανέκαθεν οι καλλιτέχνες και από ξένες χώρες; στις τοιχογραφίες της Σαντορίνης δεν βλέπουμε εκείνες τις θαυμάσιες αφρικανικές αντιλόπες, με τόση πειστικότητα ζωγραφισμένες, αν και φαίνεται πως στο νησί δεν υπήρξαν ποτέ;
Δεν είναι άλλωστε και η μοναδική περίπτωση διατήρησης παλιών Βυζαντινών αναμνήσεων στις χώρες του Βορρά.
Στη μάχη της Βερόης (Stara Zagora, 1122) έλαβαν μέρος και «πελεκυφόροι» Βαράγγοι και η απήχηση αυτού του γεγονότος έφτασε μέχρι των Νορβηγικών θρύλων [[20], βλ. [21]]. Αλλά και στη Σουηδία δεν ανακαλύφθηκαν μέχρι σήμερα 52.000 αραβικά νομίσματα, και πλήθος άλλο σκευών και αντικειμένων καθημερινής χρήσεως, που μαρτυρούν τις πυκνές εμπορικές σχέσεις των Σκανδιναβών με τον αραβικό κόσμο;
Οι απόψεις αυτές ενισχύονται και από τα όσα γράφει και ο Ι. Καραγιαννόπουλος [[22], σ. 217]: «Βυζαντινοί μετανάστες φεύγοντας τις αραβικές επιδρομές και αργότερα τους εικονομαχικούς διωγμούς, ήρθαν και ενίσχυσαν το βυζαντινό στοιχείο που βρισκόταν στη Σικελία, Κεντρική Ιταλία, Ρώμη». Το δεύτερο μισό του 7ου αι., ο επίσκοπος Ταρσού Θεόδωρος ήρθε στην Αγγλία. Λίγο αργότερα ως αρχιεπίσκοπος του Canterbury, ίδρυσε επισκοπικές σχολές και φρόντισε για την εκμάθηση και διάδοση της ελληνικής [γλώσσας] κλπ. «Βυζαντινοί μετανάστες δίδαξαν και σ’ άλλες αγγλικές επισκοπικές σχολές την ελληνική, και όλη αυτή η δραστηριότητα επέτρεψε τη διάδοση της ελληνικής και κατέστησε δυνατή τη μετάφραση του Ψευδο-Διονυσίου Αρεοπαγίτου από τον Johannes Scottus Erigena τον 9ο αι. …
Ας δούμε όμως το κείμενο. Γράφει ο Συνεχιστής:
Η ταύτιση του φιδιού ή του δράκου με την έννοια του κακού είναι τόσο παλιά όσο και ο άνθρωπος. Είναι άλλωστε γνωστός ο τρόμος που νιώθουν και τα ζώα ακόμα μπρος σ’ ένα φίδι. Αντίθετα, ο αετός, και φυσικά στις χώρες όπου δεν υπάρχουν σε αφθονία αετοί, κάποιο άλλο πουλί, στη συγκεκριμένη περίπτωση το γεράκι, εκπροσωπεί τη δύναμη του ισχυρού. Και στον ρωμαϊκό στρατό, άλλωστε, και προ του Μαρίου η χρήση ομοιωμάτων αετών αντί για σημαίες ήταν συνηθισμένη. Αυτό δείχνει πως μια παράδοση σχετική και παρόμοια είναι ενδεχόμενο να μπορούσε ν’ αναπτυχθεί παράλληλα σε διαφορετικούς και απομακρυσμένους λαούς, χωρίς κοινά μέτρα πολιτισμού, που ήθελαν όμως να εκφράσουν τα ίδια συναισθήματα, της ίδιας αντιδράσεις. Αλλά άραγε, στη συγκεκριμένη περίπτωση ισχύει αυτό; Ή μήπως ανάμεσα στους παλιότερους Δανούς και στους απομακρυσμένους Βυζαντινούς υπήρχαν περισσότερες σχέσεις, επαφές και συναλλαγές από όσες σήμερα νομίζουμε;
Το ότι ο ένας λαός δεν ήταν άγνωστος στον άλλον είναι βέβαιο. Σε μια προσπάθεια να καταδειχθεί η σχέση που πιστεύουμε ότι υπήρξε ανάμεσα σε αυτούς τους δύο λαούς, θα δανειστούμε μερικά αποσπάσματα, κυρίως από το έργο του Μιχ. Δένδια [[2]]. Ο Προκόπιος, ο από την Καισάρεια, ο ιστορικός των Γοτθικών πολέμων, γνωρίζει τους Δανούς. Αναφερόμενος στην φυλή των Γότθων, γράφει [[3], σ. 25]:
«Σελ. 450 … τας δεν αργυράς πύλας του Χρυστρικλίνου ο φιλόκαλος Κωνσταντίνος εδείματο…»«Σελ. 451 … και πορφυράν φυλακήν έμπροσθεν του κοιτώνος αυτού εδείματο, δοχείον των υδάτων δημιουργήσας, ην στήλοις μαρμαρίοις περιεκύκλωσεν λειότητος αυτοίς υπαυγαζούσης, τι ουν η μεγαλόφρων ψυχή; … αετόν εξ αργύρου τη του ύδατος αφίστησιν αυλώ ουκ ορθόν βλέποντα αλλ’ απεστραμμένον κατά πλάγιον, υψαυχενούντα και σοβαρευόμενον ως από τινος θήρας, όφιν δε τοις ποσίν περιειληθέντα και πνίγοντα…»
Η ταύτιση του φιδιού ή του δράκου με την έννοια του κακού είναι τόσο παλιά όσο και ο άνθρωπος. Είναι άλλωστε γνωστός ο τρόμος που νιώθουν και τα ζώα ακόμα μπρος σ’ ένα φίδι. Αντίθετα, ο αετός, και φυσικά στις χώρες όπου δεν υπάρχουν σε αφθονία αετοί, κάποιο άλλο πουλί, στη συγκεκριμένη περίπτωση το γεράκι, εκπροσωπεί τη δύναμη του ισχυρού. Και στον ρωμαϊκό στρατό, άλλωστε, και προ του Μαρίου η χρήση ομοιωμάτων αετών αντί για σημαίες ήταν συνηθισμένη. Αυτό δείχνει πως μια παράδοση σχετική και παρόμοια είναι ενδεχόμενο να μπορούσε ν’ αναπτυχθεί παράλληλα σε διαφορετικούς και απομακρυσμένους λαούς, χωρίς κοινά μέτρα πολιτισμού, που ήθελαν όμως να εκφράσουν τα ίδια συναισθήματα, της ίδιας αντιδράσεις. Αλλά άραγε, στη συγκεκριμένη περίπτωση ισχύει αυτό; Ή μήπως ανάμεσα στους παλιότερους Δανούς και στους απομακρυσμένους Βυζαντινούς υπήρχαν περισσότερες σχέσεις, επαφές και συναλλαγές από όσες σήμερα νομίζουμε;
Το ότι ο ένας λαός δεν ήταν άγνωστος στον άλλον είναι βέβαιο. Σε μια προσπάθεια να καταδειχθεί η σχέση που πιστεύουμε ότι υπήρξε ανάμεσα σε αυτούς τους δύο λαούς, θα δανειστούμε μερικά αποσπάσματα, κυρίως από το έργο του Μιχ. Δένδια [[2]]. Ο Προκόπιος, ο από την Καισάρεια, ο ιστορικός των Γοτθικών πολέμων, γνωρίζει τους Δανούς. Αναφερόμενος στην φυλή των Γότθων, γράφει [[3], σ. 25]:
«Οι Έρουλοι Λογγοβαρδών ηττηθέντες τη μάχη … ωκήσαντο ες τα εν Ιλλυριοίς χωρία, οι δε άλλοι … ες αυτάς που τας εσχατιάς της οικουμένης ιδρύσαντο … μεθ’ ους δη και Δανών τα έθνη παρέδραμον οι βιαζόμενοι σφας των τήδε βαρβάρων. Ενθένδε τε ες ωκεανόν αφικόμενοι εναυτίλλοντο, Θούλη τε προσχόντες τη νήσω αυτού έμειναν».
Η Θούλη του Προκόπιου είναι ασφαλώς η σημερινή Σκανδιναβία, η οποία επί μακρόν εθεωρείτο ως νήσος [[4], σ. 17]. Ακόμη και οι στην Ιταλία εγκατασταθέντες Έρουλοι εθεωρούσαν τη Θούλη «οιονεί μητρόπολη». Στο Βυζάντιο «υπήρχον αείποτε, πλην όχλου πολλού Γότθων οπλιτών, και Γότθοι πολίται και ευγενείς, οι οποίοι είτε ηγούντο των μισθοφόρων, είτε εμπορίαν παρέμενον» [2, σ. 153].
Είναι επίσης γνωστό πως οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες συντηρούσαν τμήματα μισθοφόρων Βαράγγων. Τους προτιμούσαν μάλιστα για σωματοφύλακες.
- Tους Βαράγγους αυτούς, ο Du Cange [5] τους θεωρούσε «Αγγλοδανούς».
- Και ο Reiske [6] πιστεύει ότι οι λέξεις Βαράγγοι και Φράγκοι είναι η μία παραλλαγή της άλλης. Και στο «Νουθετικόν» [7], προκειμένου περί Φράγκων, υπάρχει η γραφή Βράγγος. Στο ίδιο κείμενο υπάρχει η πληροφορία ότι η χώρα της Βαραγγίας είναι η σημερινή Νορβηγία [7].
- Αντίθετη γνώμη για την προέλευση των Βαράγγων έχουν οι Ρώσσοι Gédéonov [8],[9] και Ilovaïski [10], οι οποίοι τους θεωρούν Σλάβους, τουλάχιστον κατά πολύ μεγάλο ποσοστό.
- Ο Schlumberger [[11], σ. 47] θεωρεί τους Βαράγγους αδελφούς των Νορμανδών της Γαλλίας και της Ιταλίας. «Θεωρείται βέβαιο ότι τόσον οι Βαράγγοι, όσο και οι Νορμανδοί ωρμόντο αρχικώς εκ Σκανδιναβίας» [2, σ. 156].
- Ο ιστορικός Σάξων ο Γραμματικός, 12ος αι., εις το έργον του Historia Danica, μέχρι το 1184, βεβαιώνει [[12], τόμ. Β, σ. 579] ότι οι Βαράγγοι μιλούσαν Δανικά. Δανικά, όμως, μιλούσαν και μιλούν ακόμη εκτός από τους Δανούς, και οι Νορβηγοί [2, σ. 157].
- Και ο Βρετανός Gibbon [12, σ. 579] δέχεται ότι «βραδύτερον, ανευρίσκομεν τους Βαράγγους στην Κωνσταντινούπολη. Ήσαν αυτοί αποικία Άγγλων και Δανών, οι οποίοι κατέφυγαν εκεί δια να αποφύγουν τον ζυγό των Νορμανδών». Μιλούσαν δανικά και αγγλικά.
- Ο Σουηδός Geyer [4, σ. 17] υποστηρίζει ότι άλλοι από τους Bαράγγους προήρχοντο από τη Θούλη, τη σημερινή Σκανδιναβία, και άλλοι από τη Μεγάλη Βρετανία. Φαίνεται όμως ότι αυτοί οι δεύτεροι δεν ήσαν Άγγλοι αλλά Δανοί. Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει τον Ordericus Vitalis, ο οποίος υποστηρίζει ότι πολλοί από τους Δανούς της Αγγλίας, όταν ο Γουλιέλμος ο Κατακτητής κατέλαβε την Αγγλία, την εγκατέλειψαν και κατέφυγαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου ανέλαβαν υπηρεσία στα Ανάκτορα.
Ο Rambaud [[14], σ. 216] διακρίνει εις το σώμα των Βαράγγων σωματοφυλάκων των βυζαντινών ανακτόρων δυο εθνολογικώς συγγενικά στοιχεία. Πρώτον, το βαραγγορωσσικό, και δεύτερον, μετά την κατάκτηση της Αγγλίας από τους Νορμανδούς, το αγγλοσαξωνικό στοιχείο. Τα δυο αυτά στοιχεία φαίνεται ότι για κάποιο χρονικό διάστημα συνυπήρξαν στην Κωνσταντινούπολη στην ίδια ή υπηρεσία.
Αλλά και Νορμανδούς είχαν στρατολογήσει οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες κατά τη διάρκεια των πολέμων τους εναντίον των Σαρακηνών της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας, κατά τους 11ο και 12ο αιώνες [2, σ. 150]. Και ο Reiske [6, τόμ. II, σσ. 474-476] παραδέχεται τους Βαράγγους ως Άγγλους. Την παρουσία Νορμανδών στο Βυζάντιο σημειώνει και ο επίσκοπος Κρεμώνης Liutprand [[15], τόμ. V, σ. 6], ο οποίος γράφει: «Graeci vocant Russos nos vero Normannos». Και ο Rambaud δέχεται ότι οι Ρως ήσαν Σκανδιναβοί [9, σ. 39]. Ας σημειωθεί ακόμη ότι από τους Νορμανδούς κατελήφθη και η Ισλανδία [2, σ. 154]. Νύξη ότι οι Νορμανδοί αυτοί ήσαν Δανοί απαντούμε και στο Χρονικόν του Kruse [2, σσ. 154-155], όπου ο Κάρολος ο Μέγας, κατά το 810, «ultimum contra Normannos, qui Dani vocantur… bellum suscepit».
O Ch. Diehl υποστηρίζει ότι η φρουρά των Βαράγγων είχε συγκροτηθεί καταρχάς από Ρως, έπειτα όμως εστατολογήθηκαν διαδοχικά Σκανδιναβοί της Ρωσίας, Νορμανδοί της Ισλανδίας και τέλος και Αγγλοσάξωνες.
Η παρουσία των Βαράγγων στην αυλή του Βυζαντίου δεν ήταν κάτι το συμπτωματικό. Όλες οι παραπάνω μαρτυρίες, αλλά και πολλές άλλες που δεν αναφέρθηκαν, δείχνουν ότι δεν έλειψαν ποτέ από την Κωνσταντινούπολη. Η Άννα η Κομνηνή [[16], σσ. 16-20] γράφει σχετικά για αυτούς: «…οι δε γε επί των ώμων τα ξίφη κραδαίνοντες πάτριον παράδοσιν και οίον παρακαταθήκην τινα και κλήρων την εις τους αυτοκράτορας, πίστιν … άλλος εξ άλλου διαδεχόμενοι, την προς αυτόν πίστιν ακράδαντον διατηρούσι». Φαίνεται λοιπόν ότι η παρουσία Νορμανδών ή Βαράγγων ήταν κάτι το συνηθισμένο και μόνιμο στην Κωνσταντινούπολη.
Από την φύση της υπηρεσίας τους, αν όχι όλοι, τα εκλεκτότερα τουλάχιστον τμήματα φαίνεται ότι παρέμεναν πάντα κοντά στα Ανάκτορα. «Οι μεν γαρ σωματοφύλακες και δορυφόροι (: Βαράγγοι) άπωθεν που του βασιλικού κοιτώνος κατηυνάζοντο» [[17], 448, 10-11]. «Οι μεν γαρ Βάραγγοι ευρίσκονται υπηρετούντες εις τε τας θύρας του κελλίου του βασιλέως, ειs το τρίκλινον» [[18], 37, 4 εξ.].
Αλλά και από τους τίτλους που τους απέδιδαν μπορούμε να συμπεράνουμε ότι συνήθως έμεναν μέσα στα ανάκτορα. Ο αρχηγός των Βαράγγων λέγεται ακόλουθος, πρόξιμος (: δηλαδή που διέμενε κοντά στον Βασιλέα), ακόμη παρακοιμώμενος του κοιτώνος, παρακοιμώμενος της σφενδόνης, προκαθήμενος του κοιτώνος του βασιλικού, κλπ. [2, σ. 198].
Από όσα εξετέθησαν παραπάνω, θα μπορούσε ίσως να βγει το συμπέρασμα ότι οι Βυζαντινοί με τους Δανούς δεν ήσαν άγνωστοι μεταξύ τους. Από τον Προκόπιο μέχρι την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204) η επικοινωνία μεταξύ των δυο λαών, έστω και με διάφορα ονόματα, δεν εσταμάτησε. Οι Βαράγγοι της Κωνσταντινούπολης, τουλάχιστον τα επίλεκτα τμήματα τους, υπηρετούσαν στα Ανάκτορα σαν σωματοφύλακες του Αυτοκράτορα, επομένως ήσαν συνεχώς μέσα στο περιβάλλον εκείνο, για τη διακόσμηση του οποίου είχε καταβληθεί ξεχωριστή φροντίδα. Και αν ο «υψιαυχενών και σοβαρευόμενος αετός» είχε προκαλέσει τόση εντύπωση στο βυζαντινό χρονογράφο, τον εξοικειωμένο με τα έργα τέχνης, και μάλιστα ποιας τέχνης, με τα οποία ήταν κατάφορτα όχι μόνο τα Ανάκτορα του Κωνσταντίνου του Πορφυρογένητου, αλλά και όλη η Κωνσταντινούπολη, γιατί ο επί «της αυλού» αετός να μην προκαλέσει τον θαυμασμό κάποιου νεαρού Βαράγγου; Τι εμποδίζει, ανάμεσα στον χρυσό που μετέφερε στην πατρίδα του ο Χάραλδ ο Αυστηρός (ή Μακρής), όταν έφυγε από την Ελλάδα και που χρειάστηκαν «οι ηράκλειοι ώμοι 12 στιβαρών νεαρών Νορβηγών» για να τον σηκώσουν [[19], τόμ. 4, σσ. 273-274], τι εμποδίζει να υπήρχε και κάποιο αντικείμενο, πάνω στο οποίο να εικονιζόταν ο αετός που είχε τόσο εντυπωσιάσει τον Συνεχιστή του Θεοφάνη; Διακοσμητικά μοτίβα δεν δανείστηκαν ανέκαθεν οι καλλιτέχνες και από ξένες χώρες; στις τοιχογραφίες της Σαντορίνης δεν βλέπουμε εκείνες τις θαυμάσιες αφρικανικές αντιλόπες, με τόση πειστικότητα ζωγραφισμένες, αν και φαίνεται πως στο νησί δεν υπήρξαν ποτέ;
Δεν είναι άλλωστε και η μοναδική περίπτωση διατήρησης παλιών Βυζαντινών αναμνήσεων στις χώρες του Βορρά.
Στη μάχη της Βερόης (Stara Zagora, 1122) έλαβαν μέρος και «πελεκυφόροι» Βαράγγοι και η απήχηση αυτού του γεγονότος έφτασε μέχρι των Νορβηγικών θρύλων [[20], βλ. [21]]. Αλλά και στη Σουηδία δεν ανακαλύφθηκαν μέχρι σήμερα 52.000 αραβικά νομίσματα, και πλήθος άλλο σκευών και αντικειμένων καθημερινής χρήσεως, που μαρτυρούν τις πυκνές εμπορικές σχέσεις των Σκανδιναβών με τον αραβικό κόσμο;
Οι απόψεις αυτές ενισχύονται και από τα όσα γράφει και ο Ι. Καραγιαννόπουλος [[22], σ. 217]: «Βυζαντινοί μετανάστες φεύγοντας τις αραβικές επιδρομές και αργότερα τους εικονομαχικούς διωγμούς, ήρθαν και ενίσχυσαν το βυζαντινό στοιχείο που βρισκόταν στη Σικελία, Κεντρική Ιταλία, Ρώμη». Το δεύτερο μισό του 7ου αι., ο επίσκοπος Ταρσού Θεόδωρος ήρθε στην Αγγλία. Λίγο αργότερα ως αρχιεπίσκοπος του Canterbury, ίδρυσε επισκοπικές σχολές και φρόντισε για την εκμάθηση και διάδοση της ελληνικής [γλώσσας] κλπ. «Βυζαντινοί μετανάστες δίδαξαν και σ’ άλλες αγγλικές επισκοπικές σχολές την ελληνική, και όλη αυτή η δραστηριότητα επέτρεψε τη διάδοση της ελληνικής και κατέστησε δυνατή τη μετάφραση του Ψευδο-Διονυσίου Αρεοπαγίτου από τον Johannes Scottus Erigena τον 9ο αι. …
Εκτός όμως από αυτό, αρκετοί Δυτικοί έρχονταν στην Κωνσταντινούπολη και πολλοί από αυτούς εσπούδαζαν. … Ακόμη βορειότερα, η αγγλοσαξωνική τέχνη προδίδει έκδηλα τη Βυζαντινή επίδραση που μέσω Ιταλίας ήρθε στη χώρα αυτή. … Το αυτό παρατηρούμε στην τεχνική των αγγλικών μικρογραφιών, ιδίως του 12ου αι. Η βυζαντινή επίδραση εδώ έφτασε μέσω των Νορμανδών της Σικελίας, με τους οποίους η Βόρειος Γαλλία (Νορμανδία) και η Νορμανδική Αγγλία διατηρούσαν δεσμούς … Γενικά η βυζαντινή επίδραση διευκολυνόταν από την πολιτική εξάρτηση ξένων χωρών από το Βυζάντιο, από την παρουσία Ελλήνων μοναχών και εμπόρων σε αυτές, και από τα κέντρα εκείνα που οι στενές εμπορικές και οικονομικές σχέσεις τους με το Βυζάντιο τα κατέστησαν μέσα διαδόσεως των Βυζαντινών πολιτικών αξιών».
Όμως, μια τέτοια υπόθεση, ότι δηλαδή βυζαντινά καλλιτεχνικά πρότυπα έφτασαν μέχρι τη μακρινή εκείνη χώρα του βορρά, για να πάρει τη μορφή ιστορικού ντοκουμέντου, θα πρέπει να στηριχτεί σε περισσότερα στοιχεία. Θα πρέπει ίσως να ερευνηθεί συστηματικά η λαϊκή διακοσμητική τέχνη εκείνης της περιόδου, και σε εκείνες τις χώρες - Δανία και Νορβηγία, για τη Σουηδία είναι βέβαιο ότι είναι άγνωστα - για να διαπιστωθεί, αν διαπιστωθεί, ότι το θέμα του αργυρού «υψαυχενούντος και ουκ ορθόν βλέποντος αλλά κατά πλάγιον αετού», που πνίγει κάποιο φίδι ή δράκο, δεν ήταν άγνωστο στους τεχνίτες των χωρών αυτών.
Σε μία τέτοια περίπτωση θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε κάπως περισσότερο στην αρχική μας υπόθεση ότι ο βυζαντινός πολιτισμός δεν είχε αφήσει ανέγγιχτη την τότε μακρυνή αυτή περιοχή του κόσμου. Μοιραίως, λοιπόν, θα πρέπει να περιορισθούμε στα όρια των εικασιών, περιμένοντας τυχερότερους ερευνητές και ισχυρότερα στοιχεία.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Όμως, μια τέτοια υπόθεση, ότι δηλαδή βυζαντινά καλλιτεχνικά πρότυπα έφτασαν μέχρι τη μακρινή εκείνη χώρα του βορρά, για να πάρει τη μορφή ιστορικού ντοκουμέντου, θα πρέπει να στηριχτεί σε περισσότερα στοιχεία. Θα πρέπει ίσως να ερευνηθεί συστηματικά η λαϊκή διακοσμητική τέχνη εκείνης της περιόδου, και σε εκείνες τις χώρες - Δανία και Νορβηγία, για τη Σουηδία είναι βέβαιο ότι είναι άγνωστα - για να διαπιστωθεί, αν διαπιστωθεί, ότι το θέμα του αργυρού «υψαυχενούντος και ουκ ορθόν βλέποντος αλλά κατά πλάγιον αετού», που πνίγει κάποιο φίδι ή δράκο, δεν ήταν άγνωστο στους τεχνίτες των χωρών αυτών.
Σε μία τέτοια περίπτωση θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε κάπως περισσότερο στην αρχική μας υπόθεση ότι ο βυζαντινός πολιτισμός δεν είχε αφήσει ανέγγιχτη την τότε μακρυνή αυτή περιοχή του κόσμου. Μοιραίως, λοιπόν, θα πρέπει να περιορισθούμε στα όρια των εικασιών, περιμένοντας τυχερότερους ερευνητές και ισχυρότερα στοιχεία.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- [1] Θεοφάνους οι Συνεχίζοντες, βιβλ. VI, De Constantino Porphyrogenneto, έκδ. Βόννης (1838).
- [2] Δένδιας Μιχ. Α., Οι Βάραγγοι και το Βυζάντιο. ΔΙΕΕ 9 (1926), σσ. 145-221.
- [3] Προκοπίου Καισαριέως, Bellum Gothicum, έκδ. Βόννης.
- [4] Geyer Erik-Gustav, Histoire de la Suéde (μεταφρ. J.F. de Lundblad), Éd. Parent-Desbarres, Paris (1839).
- [5] Du Cange (Charles du Fresne, sieur du Cange), Glossarium ad scriptores mediae et infimae Grecitatis, Leyden (1688), λήμμα «Βάραγγοι».
- [6] Reiske Johann Jacob. Υπομνηματιστής στα βιβλία για τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο.
- [7] Cecaumeni, Strategicon Et Incerti Scriptoris de Officiis Regiis Libellus, ed. B. Wassilievsky – V. Jernstedt, St. Petersbourg (1896).
- [8] Gédéonov S., Varjagi I Ruši, St. Petersbourg (1876). Βλ. παραπ. 9, σσ. 933-934.
- [9] A. Rambaud, Histoire de la Russie depuis les origines jusqu’à nos jours, 6η έκδ, Hachette, Paris (1914).
- [10] Ilovaïski, Recherches sur les Origines de la Russie, Moscou (1876). Βλ. παραπ. 9.
- [11] Schlumberger, Gustave Léon. Un empereur byzantin au dixième siècle, Nicéphore Phocas. Firmin-Didot, Paris (1890).
- [12] Gibbon E., Histoire de la décadence et de la chute de l'Empire romain (μετάφρ. François Guizot), Paris (1836).
- [13] Κίνναμου Ιωάννη, Ιστοριών Βιβλία, τόμ. Ζ, έκδοση Βόννης (1836).
- [14] Rambaud A., L’Empire Grec au Dixième Siècle. Constantin Porphyrogénète. Ed. Franck, Paris (1870).
- [15] Liutprand de Crémone, Antapodosis, seu rerum per Europam gestarum (1839).
- [16] Κομνηνής Άννας, Αλεξιάς, έκδ. Βόννης, τόμ. 1.
- [17] Χωνιάτη Νικήτα, Ιστορία, έκδ. Βόννης.
- [18] Γεώργιος Κωδινός ο Κουροπαλάτης, Περί τῶν ὀφφικιαλίων τοῦ Παλατίου Κωνσταντινουπόλεως και τῶν ὀφφικίων τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας (De officiis). Έκδ. Βόννης.
- [19] Παπαρηγοπούλου Κωνσταντίνου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.
- [20] Dawkins, Richard McGillivray. An Echo in the Norse Sagas of the Patzinak War of John II Komninos. Mélanges E. Boisacq. Annuaire de l'lnstitut de Philologie et d'Histoire Orientales et Slaνes, 5 (1937), σσ. 243-9.
- [21] Κων. Ι. Άμαντος, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τόμ. 2ος (1977), σ. 288.
- [22] Καραγιαννόπουλος Ιωάννης, Το Βυζαντινό Κράτος. Εκδ. Βάνιας (1983).

No comments:
Post a Comment