Tuesday, November 1, 1988

Τάκης Μαύρος : Η χρησιμοποίηση ανηλίκων στον Βενετσιάνικο Στόλο

Στα χρόνια της Ενετοκρατίας, αλλά και νωρίτερα και αργότερα, η χρησιμοποίηση νεαρών παιδιών για τις βοηθητικές εργασίες πάνω στα σκάφη, για μια εκπαίδευση και προετοιμασία στο ναυτικό επάγγελμα, ήταν φαίνεται γενική. Πρόκειται για τους γνωστούς μας "ναυτόπαιδες", γνωστότερους ως "μούτσους" (από το ιταλικό mozzo). 
     Φαίνεται όμως ότι κατά την υπηρεσία-μαθητεία τους αυτή στον Βενετσιάνικο Στόλο, επικρατούσε κάποια αταξία, η οποία ανάγκασε τον τότε Γενικό Προβλεπτή Διοικητή Daniel Dolfin vα λάβει ορισμένα μέτρα περιστολής της, όπως ο ίδιος γράφει στην αναφορά τoυ προς τους προϊσταμένους του. Ας τον παρακολουθήσουμε:

Copia no. 1 
Συνημμένα στην έκθεση του Δανιήλ Δελφίνου

Illmo. et Eccmo. Sigr. Sigr. Colmo

Σελίς 787: "... Στα πλοία του Ελαφρού Στόλου (γαλλεάσες, γαλιώτες και γαλέρες), οι λοστρόμοι (comiti), νοσοκόμοι (celenti) και πάσης φύσεως τεχνίτες, έχουν υποχρέωση να έχουν τους παραγιούς τους, για να εκπαιδεύονται ο καθένας αντίστοιχα στα επαγγέλματα τους. Τους έχουν, αλλά είχε εισχωρήσει μια κάποια ακατάλληλη και καταχρηστική ελευθεριότητα, να (τους) εναλλάσσουν κατά τη διάθεσή τους, κάτι που αποτελεί μια πολύ μεγάλη παράλειψη προς το Δημόσιο συμφέρον. Αν ο αρχικός σκοπός, προς τον οποίον αποβλέπει ο θεσμός, είναι να υπάρχει νεολαία που να εκπαιδεύεται για να μπορέσει να υποκαταστήσει τους τεχνίτες όταν λείψουν, δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ απολύοντας εκείνους που έχουν μάθει κάτι (που έχουν αποκτήσει κάποια εμπειρία), για να τους υποκαταστήσουν από άλλους χωρίς καμμία γνώση. Για να σταματήσει αυτή η όχι λίγο επιζήμια συνήθεια (κατάχρηση), απαγόρεψα αυτή την ασυδοσία και διέταξα την Επιμελητεία να καταγράφει με κάθε λεπτομέρεια (à pelo e segno) αυτά τα παιδιά, ώστε μ' αυτό τον τρόπο να γίνεται γνωστό αν ανταλλάχτηκε κάποιο. Δεν κάνω με ταπεινότητα υπόδειξη στην Εξοχότητά σας, γιατί το παν είναι γνωστό στη σεβαστή της γνώση.
..."

Hummo, devotmo. obligmo. servitore
Daniel Dolfin 4o Kr. Provr. Capn. General


ΣΗMΕΙΩΣΕΙΣ

Το κείμενο έχει ληφθεί από το έργο του Σπυρ. Λάμπρου, Εκθέσεις των Βενετών Προνοητών της Πελοποννήσου, εκ των εν Βενετία Αρχείων εκδιδόμενοι, ΔΙΕΕ 5(1900), σσ. 605-823, σ. 778. Δημοσιεύτηκε στο Δελτίο του Τοπικού Ιστορικού Αρχείου Ναυπλίου, στο τεύχ. 6 (Νοε. 1988), σ. 96.

Τάκης Μαύρος: Αναμνήσεις ἀπὸ τὸν πόλεμο τοῦ Σαράντα. Ο οδηγός

Θὰ ἦταν οἱ πρῶτες ἀπογευματινὲς ὧρες, ὅταν δόθηκε η διαταγή νὰ μετακινηθοῦμε πρὸς τὰ μετόπισθεν.
        Μιὰ ψιλὴ ἀνοιξιάτικη βροχή ἠρθε τὴν κατάλληλη στιγμή για νὰ προστατέψει τὶς κινήσεις ἀνθρώπων καὶ ζώων ἀπὸ τὰ καλοβαλμένα παρατηρητήρια τῶν Ιταλῶν, ποὺ ἐπόπτευαν ὅλη τὴν ἔκταση τοῦ μετώπου Καλαράτες - Γκολέμι.
        Ἡ «φόρτωση», μιλᾶμε γιὰ μιὰ μονάδα ορειβατικοῦ πυροβολικοῦ, ἔγινε ὁμαλότατα χωρὶς την παραμικρή ταραχή, χωρὶς τὸν ἐλάχιστο ἐκνευρισμό. Ξεκινήσαμε παίρνοντας τὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς, μην ἀφήνοντας πίσω μας παρὰ τὴν ἀνάμνηση τοῦ νικητή.
        Ἡ βροχὴ συνέχισε νὰ προστατεύει τὶς κινήσεις μας ὥσπου νύχτωσε. Συνεχίσαμε νὰ περπατᾶμε πάνω σ ̓ ἕνα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ἀνελέητα αλβανικὰ μονοπάτια ὅλη τὴ νύχτα καὶ τὸ πρῶτο φῶς τῆς μέρας. Μιᾶς μέρας ποὺ προμηνυόταν ηλιόλουστη, μᾶς βρῆκε ἀκόμα μέσα στὸ Ἀλβανικὸ - Ιταλικὸ ἔδαφος, σὲ κάποιο ἐπίπεδο ἀπ ̓ ὅπου διακρινόταν σ ̓ ἀπόσταση λίγων χιλιομέτρων ἕνα χωριὸ μέσα στὸ ελληνικὸ ἔδαφος, τὸ χωριὸ Δρυμάδες. Ὁ φόβος τῶν αεροπλάνων ἦταν φανερὸς καὶ ἐπικείμενος, καὶ γιὰ νὰ τὸν αποφύγουμε, ὁδηγήσαμε τὰ ζῶα μέσα σ ̓ ἕνα δασύλλιο ἀπὸ ψηλόκορμες ἰτιὲς καὶ λεῦκες. Μπαίνοντας παρατήρησα δεξιά μου ἕνα μεγάλο ἄσπρο βράχο μὲ ἕνα χαραχκτηριστικὸ ἀσυνήθιστο σχήμα.
        Ἐμείναμε εκεί ὅλη την ημέρα καὶ τὶς πρῶτες ὧρες τοῦ δειλινοῦ ξεκινήσαμε πάλι γιὰ νὰ περάσουμε μέσα στὴν Ελληνικἡ μεθόριο, ποὺ τὴν διακρίναμε σ’ ἀπόσταση μισής, τὸ πολὺ μιᾶς ὥρας κι ὅπου νομίζαμε ὅτι θὰ εἵμαστε ἀσφαλέστεροι.
        Περπατούσαμε -περπατούσαμε, ἄρχισε νὰ σκοτεινιάζει, ἐμεῖς ἀκόμη περπατούσαμε. Η ὥρα περνοῦσε, ἀλλὰ στὸ χωριὸ Δρυμάδες δὲν φτάναμε. Ἀρχίσαμε νὰ ἀνησυχοῦμε. Οἱ Ιταλοὶ ἔρχονταν πίσω μας καὶ δὲν ἔπρεπε μὲ κανένα τρόπο νὰ μᾶς προφτάσουν. Μὲ τὰ κανόνια φορτωμένα ἐμεῖς συνεχίσαμε νὰ περπατοῦμε.
        Θὰ κόντευαν μεσάνυχτα, ὅταν εἶδα νὰ περνοῦμε πάλι μπρὸς ἀπὸ ἐκεῖνο τὸν μεγάλο χαρακτηριστικὸ λευκὸ βράχο. Τὰ πράγματα εἶχαν γίνει πολὺ σοβαρά. Σταμάτησα τη φάλαγγα, κάλεσα ἕνα λοχία καὶ τοῦ ζήτησα νὰ πάει στὰ «μεταγωγικά» καὶ νὰ μοῦ φέρει ἕνα γερὸ ξεκούραστο μουλάρι. Πράγματι, ἔπειτα ἀπὸ λίγο φάνηκε μέσα στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας, ποὺ τὸ ἔκαναν πηχτότερο τὰ πυκνὰ φύλλα τῶν δέντρων, μιὰ ἀνθρώπινη φιγούρα ποὺ ἔσερνε πίσω της ἕνα ζῶο. Τὸ ξεφορτώσαμε. Μετέφερε κουραμάνες, τὶς μοίρασα στοὺς στρατιῶτες, τοῦ ἔδωσα καὶ αὐτοῦ μισή, τοῦ δέσαμε ἕνα ἄσπρο μαντήλι στὴν οὐρά του, γιὰ νὰ τὸ διακρίνουμε καὶ, δένοντάς το μὲ ἕνα μακρὺ σκοινὶ, τὸ ἀφήσαμε ἐλεύθερο.
        Εκεῖνο δὲ δίστασε οὔτε μία στιγμή. Ξεκίνησε ἀκολουθώντας ἕνα μονοπάτι. Πίσω του, πίσω ἀπὸ τὸ ἄσπρο μαντήλι τῆς οὐρᾶς του, ἀκολουθούσαμε ὅλοι οἱ ἄλλοι, κοντὰ-κοντὰ ὁ ἕνας στὸν ἄλλο γιὰ νὰ μῆ χαθοῦμε πάλι. Σὲ μισὴ ὥρα εἴμαστε μέσα στοὺς Δρυμάδες. Τὸ μουλάρι πήγε πάλι στὴ θέση του καὶ συνεχίσαμε την πορεία μας.
        Τὸ πρωὶ σταματήσαμε. Δὲ θυμοῦμαι γιὰ ποιό λόγο χρειάστηκε νὰ περάσω μπρὸς ἀπ’ τὸ μέρος ὅπου ἦταν δεμένα τὰ ζῶα τῶν μεταγωγικῶν καὶ μιὰ στιγμὴ εἶδα τὸν χτεσινοβραδινὸ ὁδηγό μας. Δυὸ τεράστια αὐτιὰ στράφηκαν πρὸς τὸ μέρος μου καὶ ἅλλα δυό μεγάλα μαῦρα μάτια μὲ κοίταζαν μ ̓ ἕνα βλέμμα ποὺ μοῦ φάνηκε προστατευτικὰ φιλικό. Κατέβασα τὰ δικά μου καὶ προσπέρασα.


Δημοσιεύτηκε στη Νέα Εστία τόμ. 124, τεύχ. 1472, σο. 1657-1658 (1/11/1988)

Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...