«… και λαβών ούτος (: κάποιος Λατίνος από τους πολιορκούμενους) άγγος τι (: κάποιο αγγείο) φέρον ένδον του Μηδικού πυρός συσκευήν (πετρέλαιο), της του άστεως πύλης δρομαίως εξήλασε, και καθιείς εαυτόν εις μέσους τους εναντίους, πυρ τε τω στόματι άγγους ενεπερείσας (: αφού, δηλαδή, έβαλε φωτιά στο δοχείο), τούτο συντρίψας προς το (πολιορκητικό) μηχάνημα και αυτίκα πυρ αναφθέν, άπαν εξέληξε και κατενεμήσατο · συνήρτηντο γαρ αυτώ και τινα πέπλα, τας από των τειχών αποτειχίζοντα προσβολάς (: δηλαδή άρπαξαν φωτιά και τα πανιά, με τα οποία είχαν καλύψει την πολιορκητική μηχανή για να την προστατεύουν από τα βέλη και τα ακόντια των πολιορκουμένων, και τα πάντα κάηκαν). Και παλίνορσος ο Λατίνος γενόμενος, αθιγείς ερρύσθη τοις των εναντίων χειρών και καταδιώξεως (: και ο Λατίνος πρόλαβε να γυρίσει πίσω και να γλιτώσει από το κυνηγητό που του έκαμαν) ...».
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
[*] Μιχαήλ Ατταλειάτης, Ιστορία, Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Βόννη 1853, σ. 47.
[Δημοσιεύτηκε στο τεύχ. 2 του Δελτίου του τοπικού Ιστορικού Αρχείου Ναυπλίου (Ιούλ. 1988), σ. 32].