Monday, December 31, 1979

Τάκης Μαύρος : Παναγία στη Ζάγγολη: ένα ξεχασμένο ασκηταριό της Τσακωνιάς

Aφορμή για την αναζήτηση αυτού του ασκητήριου, τα Χριστούγεννα του 1979, έδωσε μια περιγραφή που κάμει ο Leake στο έργο του Travels in the Morea [1]. Εκεί διαβάζει ο αναγνώστης:

«Μόλις περάσαμε τη Σήτενα, αρχίζαμε να κατεβαίνωμε από ένα απόκρημνο ελικοειδές πέρασμα, και στις 10.30 φθάνομε στο κατώτερο μέρος σε ένα ποταμάκι που έρχεται από την ανοικτή χώρα κατά τον Πραστό. Αφήνοντας το άνοιγμα προς τα αριστερά μας, ανεβαίνομε προς την Καστάνιτσα κατά μήκος μιας κλειστής κοιλάδας, στη δεξιά όχθη του ποταμού. Στην απέναντι πλευρά της χαράδρας, όχι μακρυά από το ποτάμι επάνω είναι ένα ασκητήριο ή ερημητήριο, που δεν κατοικήθηκε για πολλά χρόνια. Είναι μια μεγάλη κοιλότης, κατά μέτωπο της οποίας έχει κτισθεί ένας τοίχος αποτελώντας δύο πατώματα με μια πόρτα και παράθυρα. Εξακολουθούμε να ανεβαίνουμε αφήνοντας πολλές καλλιεργημένες πεζούλες στα δεξιά μας... και στις 11.40 μπαίνουμε στην Καστάνιτσα».

        Για την περιγραφή του δρομολόγιου, ίσως ήταν προτιμότερο να σημειωθεί πώς αν ακολουθήσει κανείς το παλιό μονοπάτι που οδηγεί από τη Σίταινα ανατολικά, προς τον Πλάτανο, έπειτα από μιας ώρας πορεία περίπου, θ' απαντήσει αυτό το ασκητήριο ή καταφύγιο στα δεξιά του, στην αριστερή όχθη της ρεματιάς, περί τα 60-70 μέτρα πάνω από την κοίτη ενός μικρού ρυάκιου και άλλο τόσο χαμηλώτερα από το μονοπάτι. Όλη η ρεματιά λέγεται «το ρέμα της Κοντολινάς». Η τοποθεσία, όπου το ασκητήριο «Ζάγγολη», και το ρυάκιο στο σημείο εκείνο, «Λούλουγκας».
        Μέσα στο ακανόνιστο κοίλωμα ενός ψηλού - 50 έως 60 περίπου μέτρων - βράχου, που έχει μήκος γύρω στα 15 μέτρα, πλάτος 10 και ύψος περί τα 15, σώζονται τα ερείπια των εξωτερικών οχυρωματικών τειχίων του ασκητήριου ή καταφύγιου, αν κρίνει κανείς από τις πολλές τουφεκίστρες, που είναι ανοιγμένες στα τειχία αυτά πού καταλαμβάνουν διάφορους χώρους του σπήλαιου, σε τρία διαφορετικά επίπεδα. Στη δυτική άκρη, μια στέρνα επιχρισμένη με κορασάνι, εξασφάλιζε το απαραίτητο νερό στους ένοικους.
        Δυτικά, έξω από το σπήλαιο και σ' απόσταση όχι μεγαλύτερη από 15 μέτρα, βρίσκεται ο τιμώμενος στη μνήμη της Ζωοδόχου πηγής ναός της Παναγίας. Μια απλούστατη κατασκευή, μονόριχτη, χωρίς διακοσμητικές προσπάθειες, με εσωτερικές διαστάσεις 6Χ3 περίπου, έχει τη βορεινή του πλευρά ακουμπισμένη στο βράχο. Λίγα μέτρα δυτικότερα, πίσω από το βράχο, ένα δεύτερο ξωκκλήσι αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, βρίσκεται στην ίδια σχεδόν κατάσταση με το πρώτο.
        Η όλη όψη των ερειπίων δείχνει ότι επρόκειτο για οχυρωματική κυρίως εγκατάσταση, έτσι όπως είναι χτισμένοι, κολλημένοι μάλλον, οι διάφοροι χώροι σέ σημεία απροσπέλαστα σήμερα. Η παρουσία όμως των δυο ναΐσκων συγχωρεί την υπόθεση ότι είναι πιθανόν, πολύ παλιότερα και από τον Leake ακόμη, το σπήλαιο να είχε χρησιμοποιηθεί και σαν μοναστικός χώρος.
        Το τοπωνύμιο «Σίταινα» είναι σλαβικό [2] και σημαίνει τέλμα, βάλτο. Το χωριό, βέβαια, σήμερα βρίσκεται σε πλαγιά όπου μόνο βάλτος δεν μπορεί να υπάρξει, αλλά πάντως ένα ρυάκι περνά πολύ κοντά. Σλάβικο φαίνεται επίσης και το «Ζάγγολη» - σύνθετο από το «Ζα» πού σημαίνει πίσω, επάνω, και «Γόλα» (gola), που σημαίνει τόπος γυμνός, φαλακρός [3].
        Τοπωνύμιο «Σίταινα» απαντούιιε στους Φιλιάτες Θεσπρωτίας. Γόλος είναι παλαιά ονομασία του Βόλος, και τοπωνύμιο Γόλα στη Λακωνία. Ζάχολη ήταν η παλαιά ονομασία της σημερινής Εβροστίνης της Κορινθίας, που και εκείνη είναι χτισμένη κοντά σ' έναν πολύ μεγάλο γυμνό βράχο.
        Αυτά, λοιπόν, για το ασκητήριο της Σίταινας, κι οι ασχολούμενοι με τη μοναστηριολογία της Αρκαδίας ας το προσθέσουν στους καταλόγους τους.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Leake, William Martin, 1830, Travels in the Morea (μετάφρ. Γ.Ε. Παπαγεωργίου, Κυνουριακή Επιθεώρηση, τ. Γ', τεύχος 1 (1940), σ. 17 κ.έ.
  2. Vasmer Max, Die Slaven in Griechenland. Berlin 1941, 158.
  3. Π. Χ. Δούκα, Η Σπάρτη δια μέσου των αιώνων, Νέα Υόρκη 1922, σ. 452. Καί Μ. Vasmer, ό.π., σ. 166.

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Αρκαδίας Αρκαδικά Νέα, τον Δεκέμβριο του 1979].

No comments:

Post a Comment

Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...