Ας ιδούμε λοιπόν τι γινόταν τότε.
Βρισκόμαστε στα 1824, και στις 24 Δεκεμβρίου κάποιος Αποστόλης Χατζηπαρασκευάς στέλνει ένα γράμμα από την Τήνο προς τον ηγούμενο της μονής Αγίας Λαύρας του Αγίου Όρους [1], όπου μεταξύ των άλλων του γράφει:
«… εμείς, άγιε γέροντα, εφύγαμε από το Αϊβαλή ξυπόλητοι … (και όλα τα πράγματά μας) έμειναν εις χείρας των Ψαριανών και Υδριωτών. Τα έκαμαν πρέζαν (: τα κατάσχεσαν) χωρίς να μας δώσουν ούτε ψιλόν πράμα … ωμίλησα, επάσχισα, δεν εστάθη τρόπος. Μάλιστα οι άρχοντες (των Ψαρών) μας απεκρίθησαν: ‘αυτά ήθελαν να τα πάρουν οι Τούρκοι. Τα επήραμεν εμείς’… Ευρήκα εδώ τον Επίτροπον του Αγίου Παύλου ονόματι Θεόκλητον, και φεύγοντας από το Άγιον Όρος, τον έπιασαν οι Ψαριανοί εις Σκόπελον και επήραν τους θησαυρούς και τα άσπρα όπου είχεν υπέρ τα 100 πουγγεία [= 50.000 γρόσια = 10.000 πρόβατα - μόνον τόσες ήσαν οι οικονομίες του οσίου εκείνου πατρός] και όλα του τα ρούχα και τον άφησαν γυμνόν και από την πολλήν του πίκραν του εκατέβη ταμπλάς … έμαθε εργόχειρον και κάμει σκούφους και μ’ αυτούς ζη και αυτός και η συνοδεία του … Και ο Άγιος Αρχιμανδρίτης κύρ Βενέδικτος και αυτόν τον έγδυσαν οι Υδραίοι και επήραν και τον τίμιον Σταυρόν τον μέγαν, και ζει και αυτός με το εργόχειρον …» [2].
Αλλά έστι δίκης οφθαλμός. Δεν πέρασε ούτε ένας χρόνος, και παρουσιάζεται η Θεία Τιμωρία, αυτή τη φορά όχι στη θάλασσα αλλά στη Σπάρτη. Διαβάζουμε στο υπ’ αριθμ. 689 έγγραφο της 22.8.1826 [3]:
«Προς τον εκλαμπρότατον και Γενικόν Αρχηγόν του κατά του Αιγυπτίου εχθρού στρατοπέδου Κύριον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην.
Ο κύριος Ιωάννης Ανδρέου Βώκου Υδραίος [4], απερχόμενος εκ της επαρχίας Μιστρός ελαφυραγωγήθη παρά του εκεί πολιτάρχου και των συντρόφων αυτού δι’ ο και έδωκεν αναφοράν εις το της αστυνομίας Υπουργού, μη δυνάμενον να ενεργήση τι περί του ρηθέντος πολιτάρχου, ως πολεμικού, ανέφερε την υπόθεσιν ταύτην εις τον υπουργείον τούτο.
Το Υπουργείον τούτο λοιπόν, επειδή ο πολιτάρχης ευρίσκεται ήδη εις το υπό την οδηγίαν σου Γενικόν Στρατόπεδον, σας προσκαλεί δια της παρούσης, εγκλείον και αναφοράν του ρηθέντος Ιωάννου Ανδρέα Βώκου και κατάλογον των όσων πραγμάτων του ηρπάχθησαν, όπως εξετάσαντες εύρητε τον ρηθέντα πολιτάρχην και υποχρεώσητε αυτόν να επιστρέψη εις τον αναφερόμενον τα όσα ήρπασεν.
Εάν δε προφασιζόμενος αποποιηθή μερικά εξ αυτών θέλετε σφραγίσει με την σφραγίδα σας τα όσα εύρητε και θέλετε εξαποστείλη αυτά εις το Υπουργείον τούτο ομού με τον ρηθέντα πολιτάρχην, όπως εξεταζόμενος παρά του Υπουργείου απολογηθή περί τούτων και περί της κακοπραγίας του.
Εν Ναυπλίω τη 22 Αυγούστου 1825»
(ανυπόγραφον)
Μπορεί να μη θαυμάσει κανείς την αξίωση που διατύπωνε το «Υπουργείον τούτο» στον Κολοκοτρώνη; Μέσα στη λαίλαπα του Ιμπραήμ, η μόνη βοήθεια που μπορούσαν να του προσφέρουν ήταν να του ζητήσουν ν’ ασχοληθεί με το τι απέγιναν οι βαλίτσες του «κυρίου Ιωάννου Ανδρέου Βώκου». Τι σοφή, τι λεπτολόγος οργάνωση; Από τότε ίσως έμπαιναν οι βάσεις για τη μέχρι σήμερα εύρυθμη λειτουργία των Υπουργείων μας.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
- Αρχείον, ε θ. β. Φ. 1824.
- Γ. Αλεξάνδρου Λαυριώτου (Λαζαρίδου), Έγγραφα Αγίου Όρους της Μεγάλης Ελληνικής Επαναστάσεως 1821-1832, τ. Α’, Αθήναι 1966, σσ. 170-172.
- Ι. Θεοφανίδου, Ιστορικόν Αρχείον, τ. Γ’, σσ. 135-136.
- Ήταν κι αυτός γιος του Ανδρέα Δ. Βώκου (Μιαούλη), από τους πλοιάρχους που διέτρεχαν τότε το Αιγαίον πέλαγος.
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 27/10/1979].
No comments:
Post a Comment