Saturday, March 31, 1979

Τάκης Μαύρος : Βυζαντινές αυτοκρατορικές ασχολίες

Δεν μπορούμε να πούμε ότι ήταν μόνο τυχερός ο Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος όταν, κυριολεκτικά κοιμώμενος αμέριμνα, ξύπνησε αναπάντεχα κύριος της Κωνσταντινουπόλεως. Ήταν και άξιος. Και αυτό το αποδεικνύει το έργο του. Ένα έργο ιδιαίτερα δύσκολο. Βρήκε μια Κωνσταντινούπολη (1261) σε πλήρη διάλυση και με την επιμονή του και τη διπλωματία του τα κατάφερε, πεθαίνοντας (1282) να την παραδώσει στον διάδοχό του πάλι σε κατάσταση διαλύσεως, αλλά οπωσδήποτε όχι χειρότερη από όσο ήταν όταν την κατέλαβε. Και αυτό ήταν ένας άθλος. Βέβαια, για να ανέβει στον θρόνο που δεν του ανήκε, χρειάστηκε να τυφλώσει τον πρόγονό του και νόμιμο διάδοχο, ένα αγοράκι οκτώ ετών, αλλά αυτό δεν φάνηκε να τον απασχόλησε και πολύ. Καλωσύνη και πολιτική σπάνια συνδυάζονται. 
        Εμείς, εδώ, δεν θ' ασχοληθούμε ούτε με την πολιτική ούτε με τις θηριωδίες του Μιχαήλ Παλαιολόγου. Μια άλλη του πλευρά θα μας απασχολήσει, κι αυτή του ιδιωτικού του βίου.
         Ο αυτοκράτορας, λοιπόν, καλός και άγιος ήταν, αλλά είχε μιαν αδυναμία, ένα πάθος, που έφτανε την υστερία. Φοβόταν τα μάγια. Πίστευε βαθιά στην αποτελεσματικότητά τους, κι όλη του η ζωή πέρασε μέσα σ' ένα συνεχή τρόμο, μήπως του κάνουν μάγια.
         Μιαν εικόνα της αδυναμίας του αυτής μπορεί να σχηματίσει ο αναγνώστης από το παρακάτω περιστατικό. Μια αδελφή του Παλαιολόγου, Μαρία ή Μάρθα, είχε παντρευτεί με τον Μεγάλο Δομέστικο (: αρχιστράτηγο) Ταρχανειώτη, και είχε κάνει μια κόρη από τον γάμο αυτόν, την Θεοδώρα. Μια μέρα, διατάζει ο αυτοκράτορας Μιχαήλ έναν από τους νεαρούς αυλικούς, που τον περιστοίχιζαν, τον έλεγαν Βαλανειδιώτη, να παντρευτεί τη Θεοδώρα. Οι συμπέθεροι δεν είχαν καμμιάν αντίρρηση, κι ο Βαλανειδιώτης «ως γαμβρός ανέδην την της κόρης οικίαν εισήρχετο». Αλλά, μόλις πέρασε λίγος καιρός, χωρίς να ξέρει κανείς τι τον έπιασε τον αυτοκράτορα, αποφασίζει να παντρέψει τη Θεοδώρα όχι πια με τον πρώτο μνηστήρα, αλλά με τον Βασίλη, τον γιο του ευγενούς άρχοντος Καβαλλαρίου. 
        Στον Βασίλη άρεσε πολύ η ιδέα αυτού του γάμου, και μάλιστα βιαζόταν να γίνει η στέψη γρήγορα, αλλά οι γυναίκες είχαν συμπαθήσει τον πρώτο αρραβωνιαστικό και δεν τον ήθελαν τον Βασίλη. Ο αυτοκράτορας, όμως, δεν έχανε τον καιρό του με αυτές τις λεπτομέρειες, και διατάζει να γίνουν οι γάμοι με το καλό ή δια της βίας και γρήγορα. Και έγιναν. 
        Και συνεχίζει ο ιστορικός Παχυμέρης: «... αλλ' ο νυμφίος εφ' ημέρας ουκ επλήρου τη κόρη τα των ανδρών ...»
        Μόλις το μαθαίνει ο αυτοκράτωρ Μιχαήλ, τον καλεί ενώπιόν του και τον ρωτάει σχετικά. Αλλά ο Βασίλης τα μπέρδευε κι έλεγε αλλαντάλλων, ως που στο τέλος αγρίεψε ο αυτοκράτορας και τότε ο νυμφίος αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι του είχαν κάνει μάγια, τον είχαν «αμποδεμένο». Τότε, λοιπόν, φοβούμενος ο Μιχαήλ μήπως του κάνουν και αυτού μάγια, αποφασίζει να βρει ποιος ήταν ο δράστης. Οι υποψίες του στράφηκαν προς τη μητέρα της νύφης. Αμέσως, λοιπόν, πιάνει «την ευγενήν γραύν και γυμνήν συνάμα γαλαίς» την βάζει μέσα σ' ένα τσουβάλι και διατάζει να το χτυπούν με βέργες, με σκοπό να αναγκαστεί η δυστυχισμένη πεθερά να ομολογήσει ότι αυτή είχε κάνει τα μάγια. Αλλά αυτή ισχυριζόταν ότι δεν είχε κάμει τίποτα, και ότι δεν ήξερε αν η κόρη μισούσε τον Βασίλη, επειδή ήταν πρωτύτερα με άλλον αρραβωνιασμένη.
         Ο αυτοκράτορας, είτε γιατί υποπτευόταν ότι επειδή ήξερε από μάγια, ίσως τα επιχειρούσε κάποτε και εναντίον του, υποπτευόταν και τον αδελφόν του, που εκείνη τον είχε μεγαλώσει και τον αγαπούσε, είτε επειδή σκέφτηκε ότι ήταν επόμενο, όταν ο αδελφός του μάθει όσα έγιναν οργιστεί «... και προς νεωτερισμόν αποκλίνειεν ...», τον απολύει από την ηγεμονική θέση, όπου τον είχε διορίσει και στέλνει και τον φέρνουν δεμένο, δήθεν για να απολογηθεί για το έγκλημα του αμποδέματος, ενώ στην πραγματικότητα φοβόταν μήπως επαναστατήσει. Αυτό φαίνεται και από το ότι όχι μόνο δεν τον έβγαλε από την φυλακή, ούτε και του έδειχνε καμμιά συμπάθεια, αλλά και από το ότι, φοβούμενους για τον εαυτόν του και τα συμφέροντα του, είχε την αξίωση αυτός μέν να θεωρείται σωτήρας του γένους, ο δε αδελφός του να του χρωστάει ευγνωμοσύνη γιατί ενώ ήταν άξιος σκληρής τιμωρίας για όσα είχαν αποδειχτεί (!), εν τούτοις δεν του έκαμε τίποτα το ανεπανόρθωτο, κι αυτό γιατί τον... αγαπούσε! 
        Με κάτι τέτοιες λοιπόν ασχολίες περνούσαν τις ημέρες τους οι ένδοξοι εκείνοι αυτοκράτορες.

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Αργολίδας Αναγέννηση στις 31/3/1979].

No comments:

Post a Comment

Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...