Κάτι φαίνεται πως είχε πει ο Ραγκαβής εις βάρος του Καλλέργη, με αφορμή την μη ανταπόδοση μιας επίσκεψης και ο δεύτερος θεώρησε τον εαυτό του προσβεβλημένο και τον κάλεσε σε μονομαχία.
Αλλά ας παρακολουθήσουμε τα γεγονότα, έτσι όπως τα παρουσιάζει στα απομνημονεύματά του ο ίδιος ο Ραγκαβής, στην προσπάθειά του να αποφύγει τη μονομαχία και να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Γράφει λοιπόν [*]:
«... τη δε επιούση επανελθών εκ του γραφείου εις την οικίαν, εύρον την οικογένειαν ανάστατον, και την μητέρα μου λίαν τεταραγμένην. Ερευνήσας δε έμαθον ότι αιτία τούτου ην επιστολή ην επί της απουσίας μου είχον λάβει δι εμέ, και κινηθείσαι αγνοώ εκ τινος υποψίας, είχον ανοίξει. Έγραψεν δε ο Ιωάννης Καλλέργης, προκαλών με εις μονομαχίαν δι' όσα δήθεν είχον ειπεί περί αυτού.
Η οικογένειά μου άμα λαβούσα γνώσιν των γραφομένων, προσέφυγεν εις τον Κ. Καρατζάν και εζήτησε παρ' αυτού συμβουλήν, ως διατρίψαντος εν Παρισίοις και γνωρίζοντος δήθεν τας περί τα τοιαύτα εθιμοταξίας. Ο δε καλώς ποιών επέμεινε να μοι δοθή η επιστολή. Ότε δε μοι εδόθη και την ανέγνωσα, ήθελεν να μοι υπαγορεύση απάντησιν υβριστικήν. Εγώ όμως αντέστην, ειπών ότι ο Καλλέργης είχεν άδικον υβρίσας με αναιτίως, αλλά δεν είχον το δικαίωμα να έχω το αυτό άδικον και εγώ. Συνέταξα επομένως, ο ίδιος την απόκρισιν, ψυχράν και μεμετρημένην, και εδέχθην μεν την πρόκλησιν, αλλά προσέθηκα ότι επειδή η επιστολή μου, αγνοώ πώς, εγνώσθη εις την οικογένειάν μου και την ετάραξεν, εζήτουν ν' αναβληθή η συνάντησις επί τρείς ημέρας.
Αφ' ου δε καθησύχασα την μητέρα μου, ειπών ότι το πράγμα εσυμβιβάσθη, έλαβον μάρτυρά μου τον αρχαίον συμμαθητήν μου Σκ[αρλάτον] Σούτσον, ο δε Καλλέργης τον εξάδελφόν του Μανιάκην. Και εκείνος μεν ήθελε να μονομαχήσωμεν δια πιστολίου, ο δε εμός μάρτυς διισχυρίζετο ότι η εκλογή του όπλου ανήκεν εις εμέ τον προκληθέντα, και επρότεινε το ξίφος, ό ο άλλος απέφευγεν, αποδίδων μοι πιθανώς περισσοτέραν επιδεξιότητα εις αυτό αφ’ όσην αληθώς είχον. Αι τρεις όμως εκείναι ημέραι της προσδοκίας - και παράδοξον μοι φαίνεται όταν το ενθυμώμαι - ουδεμίαν μοι ενέπνεον ανησυχίαν, λύπην όμως διότι ηναγκαζόμην να πράξω ό,τι θεωρητικώς και κατ' αρχήν απέκρουον ως είκιστα ηθικόν.
Ως δε υπέφεξεν η τετάρτη ημέρα επορεύθην εις του Σκ. Σούτσου, και μετ' αυτού, και στρατιώτου φέροντος δύο ξίφη του ιππικού, εις την ορισθείσαν θέσιν της συνεντεύξεως την Αρβανιτιάν, την στενήν, υψηλήν και πετρώδη παραθαλασσίαν οδόν υπό το Παλαμήδιον, και οπίσω του Ιτς Καλέ, ούσαν κατ' εκείνην την ώραν εντελώς έρημον, και μετ' ου πολύ έφθασαν και οι αντίπαλοι φέροντες πιστόλια, όπλα εις ων την χρήσιν ο αντίπαλός μου είχεν πολλήν εμπειρίαν.
Ο μάρτυς αυτού, όμως, ιδών το ανένδοτον του εμού μάρτυρος, όντος εν τω δικαίω του, ωμίλησε τέλος περί συμβιβασμού, και οι δυο ομού ήλθον να μ' ερωτήσωσι περί της αιτίας της ρήξεως.
Τότε δε ειπών αυτοίς ότι λυπούμαι διότι τελειώνομεν αφ’ όπου έπρεπε να αρχίσωμεν, τοις διηγήθην προθύμως ό,τι εγνώριζον. Μεταβάντες δε αυτοί αμφότεροι ήδη προς τον Καλλέργην, τώ διεβίβασαν ό,τι ήκουσαν παρ' εμού, και εκείνος απεκρίθη ότι ουδόλως ζηλοί την φήμην Ξιφουλκού, ότι λυπείται δια την παρεξήγησιν, και ουδεμίαν βλέπει αιτίαν μονομαχίας. Ηθέλησε δε να προγευματίσωμεν, αλλ' ευχαριστήσας και αποποιηθείς, επέστρεψα εις την οικίαν μου, ίνα μη υποπτεύση τι αύθις η μήτηρ μου, και αύτη ην η μόνη μονομαχία μου εφ' όλης της ζωής μου».
Αλλά η Αρβανιτιά δεν υπήρξε πάντοτε τόσο αναίμακτος τόπος όσο στη μονομαχία Καλλέργη - Ραγκαβή. Αργότερα χρησιμοποιήθηκε σαν τόπος αποκεφαλισμού καταδίκων. Ας τα αφήσουμε όμως αυτά τα ευχάριστα θέματα για καμμιάν άλλη φορά.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
- Ραγκαβής Α.Ρ., Απομνημονεύματα, Εν Αθήναις 1894, τόμ. Α, σελ. 349-351.
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 30/9/1978].
No comments:
Post a Comment