Τάκης Μαύρος : Συμβολή στο τοπωνυμικό της Αρκαδίας [1]
Χωρίς αμφιβολία, συλλογή και έρευνα των τοπωνυμίων μιας περιοχής σημαίνει συμβολή
στο να διαφωτισθεί το παρελθόν και να δοθούν απαντήσεις ενδεχομένως σε
προβλήματα του παρόντος. Γι' αυτό η τοπωνυμική έρευνα γενικώς σε μια χώρα είναι
βέβαια έρανος για την προαγωγή των γλωσσικών και λαογραφικών σπουδών, αλλά και κάτι
παραπάνω. Μια τέτοια προσπάθεια, ενώ βοηθείται από την Ιστορία, προσφέρει
πολύτιμη συγχρόνως βοήθεια και σ’ αυτήν.
Η συλλογή όλων των τοπωνυμίων της Ελλάδος ασφαλώς
είναι έργον συλλογικόν και οπωσδήποτε ανήκει σε οργανωμένα επιστημονικά ιδρύματα,
όπως π.χ. η Ακαδημία Αθηνών. Εν τούτοις, είναι γνωστόν ότι η συλλογή γλωσσικού
και λαογραφικού υλικού από τα διάφορα διαμερίσματα της χώρας άρχισε από τα μέσα
του περασμένου αιώνος, από ανθρώπους της επαρχίας, διδασκάλους, φιλίστορες,
συνταξιούχους και άλλους λογίους, που εφιλοτιμήθησαν να βοηθήσουν την άμυνα της
Ελληνικής επιστήμης και της Ελληνικής Πατρίδος, όταν εξεδηλώθη η ανθελληνική εκστρατεία
του Γερμανού Φαλμεράϋερ. Η φιλότιμη αυτή συμμετοχή των ανθρώπων της υπαίθρου
χώρας, που ζουν κοντά στο γλωσσικό και λαογραφικό υλικό και επομένως αισθάνονται
απ' ευθείας τον παλμό του βίου του λαού μας, στην έρευνα των εκδηλώσεων του
πνευματικού βίου του Ελληνικού λαού δεν έπαυσε ποτέ. Και σημασία ασφαλώς δεν
έχει το πώς γίνεται ή το πώς παρουσιάζεται μια συλλογή, όσον έχει σημασία η
συλλογή αυτή καθαυτή, αν δηλαδή αξίζει και αν προσφέρει.
Η προκειμένη συμβολή στο τοπωνυμικό της
Αρκαδίας δεν στηρίζεται σε απ' ευθείας συστηματική συλλογή ανάλογου υλικού από όλη
την Αρκαδική περιοχή, έργο που θα ήτο και δύσκολο και θ’ απαιτούσε χρόνο και περισσοτέρους
του ενός συνεργάτες. Αν δεν έγινε συλλογή κατά σύστημα, έγινε βέβαια κάποια
συλλογή επ' ευκαιρία και επιλογή τοπωνυμίων κατά προτίμησιν από πολλά άλλα εξ αιτίας
και αφορμής, που έδινε μια περιήγησις ανά την Αρκαδία με παρεμφερή σκοπό.
Κατά τη διάρκεια ενός οδοιπορικού
συμβαίνει, καθώς συναντά κανείς τόπους, ανθρώπους και ονόματα, να προβληματίζεται
και να του δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για μια μεταγενέστερη επεξεργασία, το
προϊόν της οποίας καμμιά φορά είναι μια μικρή συμβολή στη γενικότερη έρευνα. Τα
τοπωνύμια από την Αρκαδία, στη μικρή αυτή μελέτη, επέσυραν την προσοχή του
γράφοντος, γιατί κατ' αρχήν φαίνονται δυσετυμολόγητα, είναι ως επί το πλείστον
κατάλοιπα ξένων λαών που πέρασαν από τον τόπο μας, Σλάβων, Ενετών, Τούρκων,
Αλβανών, και έχουν επιλεγεί από πλουσιότερον πίνακα κυρίως γιατί γι' αυτά υπάρχει
κάποια γραπτή μαρτυρία, από την οποίαν, αν δεν ετυμολογούνται με ασφάλεια,
πάντως συσχετίζονται με πρόσωπα και περιστατικά μαρτυρημένα και έτσι πλησιάζουν
προς την αναζήτηση αληθοφανούς ετυμολογίας με τη βοήθεια σχετικών
δημοσιευμάτων.
Για τα σλαβικής προελεύσεως τοπωνύμια
πολύτιμη είναι πάντα η εργασία του Μ. Vasmer, Die Slaven in Griechenland, Berlin 1941, αν και προκάλεσε
πολλές συζητήσεις [[2]].
Για τα βενετσιάνικα τοπωνύμια, δεν έχει γίνει συστηματική έρευνα, αλλά εδώ εχρησιμοποιήθη
το έργον του Ant. Pacifico, Breve Descrizzione Geografica del Peloponneso e Morea, Βενετία 1700
[[3]].
Πολύ χρήσιμη για τα ελληνικά, αλβανικά ή
και ενετικά είναι η συσχέτισή τους με ονόματα των μισθοφόρων των Ενετών, που
γενικώς φέρουν το όνομα Stradioti ή Strathioti και απαντούν σχεδόν πληθωρικά
στό μοναδικό έργο το Κων. Ν. Σάθα, Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας,
Documents Inédits rélatifs à l'histoire de la Grèce au moyen âge, Paris 1880-1890, τ. I-ΙΧ.
Τέλος, για τα τουρκικά τοπωνύμια της
παρούσης μικράς συλλογής βοηθεί σημαντικά το υλικό, που έφερε στο φως ο Τάσος
Αθ. Γριτσόπουλος στην Ιστορία της Τριπολιτσάς από τη συλλογή Ρήγα
Παλαμήδη [[4]].
Η παρούσα συλλογή Αρκαδικών τοπωνυμίων
έχει την ακόλουθη κατά κατηγορίας διάταξη:
Σλαβικά 7: Βαρδουβά,
Γιάλεβο ή Γκιάλεβο, Γλόγοβα, Δολιανά, Καμενίτσα, Μπέλεσι, Τοπόριστα.
Ελληνικά 22: Άγαλι,
Αγάλω, Εδήσενας, Κακούρη, Καρυάς, Κοσμά, Κούβλη, Λεωνίδιο, Μάνεση, Μανιάτης, Μαυρίκι,
Μαυρογιάννη, Πικέρνη, Πλέσσα, Ραψομάτη, Σαμπατική, Σαρακίνι, Σέρβου, Σπάθαρη,
Στεφάνι, Χαμουζά και Ψάρη.
Αλβανικά 17: Ντάρα, Δόριζα,
Ίσαρη, Καπαρέλι, Κουκουβίτσα, Λιόπεσι, Λούμη, Λυκούρεση, Μουζάκη, Μπεντένι,
Μπερμπάτι, Μπουγιάτι, Πέτα, Ράδου, Ρένεση, Σάγκα και Σούλη.
Ιταλικά 7: Βόσυνα ή
Μπόσουνα, Γραικού, Καράτουλα, Κόκλα, Λούκα, Μπάστα και Παλούμπα.
Με αμφίβολη εθνολογική
κατάταξη 4: Καντρέβα, Μπέτση, Σίντζα και Τσαπόγκα.
Τα τοπωνύμια με σλαβική προέλευση
σημαίνουν συνήθως τόπους με ορισμένη ιδιότητα, είδος δένδρου ή αντικείμενα της
καθημερινής αγροτικής ζωής, ενώ όλα σχεδόν τα άλλα, που περιλαμβάνονται σ' αυτή
την εργασία, φαίνονται να προέρχονται από ονόματα βαπτιστικά ή οικογενειακά επίθετα
προσώπων, προφανώς ιδιοκτητών γης, Ελλήνων ή Αλβανών, στους οποίους ή είχαν παραχωρηθεί
ως «πρόνοιες» από τους Ιωάν. Καντακουζηνό κατά το δεύτερο ήμισυ του 14ου αι.
και τον Θεόδωρο Παλαιολόγο, στις αρχές του 15ου [αι.], μετά την αποκατάσταση
της Βυζαντινής κυριαρχίας πάνω στους ντόπιους άρχοντες, ή ίσως είχαν καταληφθεί
με το δικαίωμα του ισχυροτέρου από τους Έλληνες και Αλβανούς αυτούς
«Στρατιώτες», για ικανοποίηση των απαιτήσεών τους. Και οι Ενετοί, όμως,
παραχωρούσαν τόπους σε εκείνους που τους υπηρετούσαν, υπό τον όρο να συντηρούν ορισμένο
αριθμό, συνήθως 1 ή 2, αλόγων και ανάλογο στρατιωτών. Σε καταστάσεις και άλλα
έγγραφα των στρατιωτικών ενετικών αρχών οφείλουμε σχεδόν όλες τις πληροφορίες γι'
αυτούς.
Πολλοί «Στρατιώτες» ανήκαν σε πολυμελείς οικογένειες.
Μόνον έτσι θα μπορούσε να εξηγηθεί η παρουσία του ίδιου τοπωνυμίου σε πολλά
σημεία του ελληνικού χώρου. Πολλά από τα Αρκαδικά τοπωνύμια απαντούν και στην
Αργολίδα και έχουν ήδη αναφερθεί σε παρεμφερή εργασία μας με τον τίτλο «Γύρω από
τα τοπωνύμια της Αργολίδας», άλλα πάλι συναντούμε διάσπαρτα σέ όλον τον ελληνικό
και αλβανικό χώρο.
Φυσικά οι ονομασίες των τριών μοναστηριών
της Κυνουρίας, Εδήνενας, Καρυάς και Σίντζας δεν μπορούν να υπαχθούν στην
παραπάνω υπόθεση.
Στην παράθεση των τοπωνυμίων της Αρκαδίας,
χάριν ευκολίας στην κατάταξη και επειδή είναι ολίγα, προτιμήθηκε εν τέλει η αλφαβητική
σειρά.
Άγαλι. Επάνω και Κάτω Άγαλι. Η σημερινή Λίμνη στον τ. Δήμο Νάσσων.
Σημειώνεται στην κατάσταση του Ρήγα Παλαμήδη [[5]].
Αναφέρονται «Στρατιώτες» στην υπηρεσία της Ενετίας με αυτό το όνομα και πιθανόν
το τοπωνύμιο να οφείλεται σέ κάποιον από αυτούς [[6]].
Αγάλω (η). Χωριό της Γορτυνίας, που σχετίζεται ίσως προς το βαπτιστικό όνομα [[7]], και το πιθανότερο είναι ότι μπορεί να συνδεθεί με τους Αγάλλωνες, τη μεγάλη αυτή οικογένεια Βυζαντινών αρχόντων [[8]].
Βαρδουβά. Τοπωνύμιο στην περιοχή Δημητσάνας. Η λέξη είναι σλαβική και σημαίνει λόφο ή τύμβο [[9]]. Το τοπωνύμιο συναντούμε συχνά από τις αρχές του ΙΖ' αι. σε έγγραφα [[10]] και στη γενική: «στου Βαρδουβά τη ράχη», «στου Β. τις λάκκες» ή απλώς «στου Β.», που επιτρέπει την υπόθεση ότι πρόκειται περί κυρίου ονόματος ιδιοκτήτου, πού είχε εκεί κτήματα. Το τοπωνύμιο απαντάται και στην Αργολίδα, νότια και σέ μικρή απόσταση από τις Μυκήνες, σε σημείο όπου το έδαφος σχηματίζει πράγματι μια μικρή έξαρση γης.
Βόσυνα ή Μπόσουνα. Το σημερινό Πέλαγος. Μικρό χωριό βορεινά από την Τρίπολη. Επειδή οι Ενετοί Bossina αποκαλούσαν τη Βοσνία [[11]], είναι ενδεχόμενο η τοποθεσία να πήρε την ονομασία από κάποιον, που καταγόταν από τη χώρα αυτή.
Γιάλοβο ή Γκιάλοβο. Τοποθεσία δυτικά του Αγίου Ανδρέου Πραστού Κυνουρίας, μέσα στη ρεματιά του Χαράδρου, όπου σώζονται και ερείπια μονυδρίου, ο «Αη-Γεώργης στο Γκιάλοβο». Η λέξη φαίνεται σλάβικη και σημαίνει ακατέργαστος, αδούλευτος, άγονος, άκαρπος [[12]] - και πραγματικά η ρεματιά σ’ εκείνο το σημείο είναι πετρώδης και άγονη.
Γλόγοβα. Το χωριό με τη σημερινή ονομασία Δρακοβούνι του δήμου Κλείτορος. Σλαβικό τοπωνύμιο πού σημαίνει: τόπος με λευκάκανθες [[13]]. Γενικά η σλαβική κατάληξη -οβα, -οβος σημαίνουν τόπο με κάποια Ιδιότητα. Για πρώτη φορά απαντούμε τη Γλόγοβα ως ενοριακό χωριό της αρχιεπισκοπής Δημητσάνης το 1718 σέ πατριαρχικό γράμμα [[14]].
Γραικού. Χωριό του δήμου Φαλαισίας. Η ύπαρξη Στρατιωτών με αυτό το όνομα, από τους οποίους μερικοί κατάγονται από την Malvasia, ενισχύει την υπόθεση ότι το τοπωνύμιο οφείλει εις αυτούς την προέλευσή του [[15]].
Δάρα ή Ντάρα. Σημαντικά χωριό του δήμου Νάσσων, στα σύνορα Μαντινείας και επαρχίας Καλαβρύτων, που ίσως πρέπει να συνδεθεί με Αλβανούς που υπηρετούσαν εις τας τάξεις του ενετικού στρατού [[16]], δεδομένου ότι οι κάτοικοί του είναι ακόμη αλβανόφωνοι [[17]].
Δίσσενας. Ονομασία του γνωστού μοναστηριού του Αγίου Ανδρέα Κυνουρίας. Ο Άγιος Γεώργιος ο Δίσσενας. Απαντάται και ως Δύσενας, και Ενδύσενας [[18]], Αιδέσινας, Εδήσσαινας [[19]], Εδύσινας [[20]], Εδρίσινα το διαβάζει ο Φ. Κουκουλές [[21]]. Επροτάθη ακόμη η προέλευσή του από το όνομα της πόλεως Έδεσσα (της Συρίας). Αι εικόνες προελεύσεως Εδέσσης ελέγοντο Εδεσσηνές [[22]]. Απαντάται ακόμη επίθετο Βασίλειος Εδεσσηνός σε επιγραφή τάφου [[23]]. Το όνομα «Αιδεσηνού και ορφανοτρόφου» αναφέρεται σε σιγιλλιώδες γράμμα του 6927 (: 1418) [[24]], μη αποκλειομένου τελικά και του ονόματος της γυναίκας κάποιου Οδυσσέα. «Τα πολεμοφόδια ασφαλίσαμεν εις Οδύσενα», γράφει ο Αναγνώστης Κοντάκης και ήτο Κυνουριάτης [[25]].
Δολιανά. Το πασίγνωστο από την Επανάσταση χωριό της Κυνουρίας. Σλαβικής προελεύσεως τοπωνύμιο που σημαίνει «κάτοικοι κοιλάδας» [[26]].
Δόριζα και Ντόριζα. Χωριά της επαρχίας Μαντινείας, όνομα και αυτό Στρατιωτών των Ενετών [[27]]. Ξενικό βέβαια είναι το τοπωνύμιο, σλαβικό ή ίσως και αλβανικό, και απαντά ως κατοικημένος τόπος, «περίφημος χώρα Ντόριζα» μάλιστα σε απόσταση μισής ώρας από την Παλιοπαναγιά του τ. δήμου Φάριδος της Λακωνίας, αλλά εγκαταλελειμμένος σήμερα [[28]]. Το τοπωνύμιο αυτό το συναντούμε και στην Κεφαλληνία.
Ίσαρη. Κωμόπολη νοτιοδυτικά τής Μεγαλοπόλεως. Το όνομα απαντά ως βαπτιστικό Αλβανού προφανώς Στρατιώτη, που υπηρετεί στον Ενετικό στρατό και στον οποίον πιθανώς να ανήκε το χωριό [[29]]. Διαφορετική γνώμη για την προέλευση του τοπωνυμίου αυτού διατυπώνει ο Ηammer [[30]].
Κακουραίικα Καλύβια και Κακούρη. Δυο τοπωνύμια προφανώς οφειλόμενα στην ίδια οικογένεια. Το πρώτο, στο νότιο τμήμα τής Γορτυνίας, κοντά στα σύνορα με τη Μεσσηνία, και το δεύτερο ονομασία χωριού στο βορεινό τμήμα τής Μαντινείας, στα σύνορα σχεδόν με την Αργολίδα. Θα μπορούσαν να συνδεθούν με την οικογένεια Στρατιωτών Cacuri [[31]].
Καμενίτσα. Χωριό τού δήμου Μυλάονος της επαρχίας Γορτυνίας. Σλαβικά τοπωνύμιο, σημαίνει τόπος πετρώδης [[32]].
Καντρέβα. Μικρό χωριό, η σημερινή Ασέα του δήμου Βαλτετσίου, που πιθανώς οφείλει την ονομασία της εις Ενετούς Στρατιώτες [[33]], αν και έχει αρκετή προϊστορία και είναι ενδεχόμενο να είχε δοθεί στους Στρατιώτες αυτούς το όνομα του χωριού από το οποίον κατήγοντο.
Καπαρέλι. Η σημερινή Μανθυρέα της Τεγέας. Το όνομα συναντάται ως επώνυμο Στρατιωτών [[34]].
Καράτουλα. Δυο τοπωνύμια Καράτουλα απαντώνται στην Αρκαδία. Το ένα στο Καστρί της Κυνουρίας, ανάμεσα στις κωμοπόλεις Άγιος Πέτρος και Άγιος Νικόλαος, και το δεύτερο βορεινά της Μεγαλοπόλεως. Ίσως πρέπει να συνδεθούν προς ονόματα Στρατιωτών [[35]].
Καρκαλού. Τοπωνύμιο στην ομώνυμη κοιλάδα της Γορτυνίας. Φαίνεται μάλλον να προέρχεται από το Καρακαλού, όνομα της γυναίκας κάποιου Καράκαλου ή Καρκαλά. Το οικογενειακό αυτό επίθετο ήταν άλλοτε ευρύτατα διαδεδομένο στην περιοχή της Δημητσάνας, πολλά δε μέλη της οικογενείας αυτής ανέβηκαν στις ψηλότερες βαθμίδες της εκκλησιαστικής ιεραρχίας [[36]]. Το επίθετο ίσως είναι ενετικής προελεύσεως: D(omna) Erinota Caracala da Napoli και Catharina Nonita, κόρη της προηγουμένης, απαντώνται από το 1542 σε ενετικά έγγραφα [[37]].
Καρυάς. Μονή Αγίου Νικολάου Καρυάς στην περιοχή Πραστού της Κυνουρίας. Εύλογη γεννάται η απορία, γιατί Καρυάς εκεί που δεν υπάρχουν καρυδιές. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι, κάτω από αυτό το «Καρυάς» κρύβεται η τουρκική λέξη Kahrie, πού σημαίνει χώρα. Πραγματικά, νότια και σε μικρή απόσταση από το μοναστήρι βρίσκονται τα ερείπια της Παλιόχωρας. Θα πρέπει όμως να προστεθεί ότι παλαιά παράδοσις ανάγει την ίδρυση της μονής σε Αγιορείτες μοναχούς προερχομένους από τις Καρυές του Άθω. Επίσης υπάρχει τοπωνύμιο «Καρυαί» κοντά στα ερείπια της Παλιόχωρας [[38]]. Υπάρχει ακόμη και ετυμολογία από επώνυμο Καρέας ή από μεμονωμένο δέντρο καρυάς [[39]].
Κόκλα και Κόκλα Χάνι. Τοπωνύμιο στην περιοχή Γορτυνίας, στα σύνορα με την Ηλεία. Και αυτό οφείλεται σε Στρατιώτες [[40]]. Το χάνι αυτό ήταν πασίγνωστο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, απαντά δε και σε δημοτικά τραγούδια.
Κοσμά. Το κεφαλοχώρι της Κυνουρίας επάνω στον Πάρνωνα. Σε έγγραφο του Ενετικού Συμβουλίου, με χρονολογία 4 Μαρτίου 1571, αναγνωρίζονται μεταξύ των Capitani της Μάνης και ο Cosma Dimitri και μεταξύ των πρεσβευτών ο Antonio Cosma [[41]]. Πιθανόν να μην είναι άσχετοι οι Κοσμάδες της Μάνης με τους ιδιοκτήτες της περιοχής, η οποία κληρονόμησε το όνομά τους.
Κούβλη. Περιοχή της Κυνουρίας, ανάμεσα στα χωριά Δολιανά, Ρίζες και Αγία Σοφία. Αναφέρονται Στρατιώτες με το επίθετο αυτό [[42]], και ίσως η περιοχή να ανήκε σ' αυτή την οικογένεια.
Κουκουβίτσα. Περιοχή στη δεξιά όχθη του Λάδωνα, απέναντι από την εκκλησία της Παναγίας του χωριού Τοπόριστα (σημερινό Θεόκτιστο). Όνομα Τούρκου γαιοκτήμονα στη Συλίμνα αναφέρεται από τον Ρήγα Παλαμήδη [[43]]. Αλλά και ονομασία χωριού στην Αλβανία, ανατολικά του Βερατίου.
Λεωνίδιο. Οι περισσότεροι από όσους ασχολήθηκαν με την προέλευση της ονομασίας της κωμοπόλεως του Λεωνιδίου συγκλίνουν στην αποδοχή της γνώμης πως το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Λεωνίδου, που βρίσκεται στην παραλία, έδωσε το όνομά του και στη σημερινή κωμόπολη, η οποία στα Τσακώνικα λέγεται Αγελίδι [[44]]. Και ο Κ. Άμαντος, ερανιζόμενος σχετική πληροφορία από συλλογή Τσακώνικων τοπωνυμίων, πού είχε θέσει στη διάθεσή του ο Α. Κωστάκης [[45]], αποδέχεται τη γνώμη ότι το Αγελίδι είναι η Τσακώνικη μορφή του Λεωνίδη. Εν τούτοις, διστάζει κανείς να δεχθεί τη γνώμη ότι ένα μικρό εκκλησάκι στην παραλία, που ήδη περιβαλλόταν από κάποιο μικροσυνοικισμό [[46]], έδωσε το όνομά του σε μια κωμόπολη που χτίστηκε τετρακόσια ή πεντακόσια χρόνια αργότερα, και μάλιστα σε απόσταση τριών περίπου χιλιομέτρων. Την αμφιβολία αυτή συναντούμε και στον Σπ. Λάμπρο, που διατυπώνει τον δισταγμό ότι «... ναός του Αγίου Λεωνίδου, Der später Leonidas, in Leonidion verwandelt wird, vermag ich night zu sagen» (: … δεν μπορώ να πω ότι ο ναός του Αγίου Λεωνίδου, ο μετέπειτα Λεωνίδας, άλλαξε σέ Λεωνίδιον») [[47]]. Πιθανότερη θα φαινόταν η υπόθεση ότι το τοπωνύμιο Elida που σημειώνει ο Ολλανδός χαρτογράφος Pieter νan der Αa (1659-1753) [[48]] σε χάρτη της Πελοποννήσου και σε σημείο μακριά από την παραλία, όπου περίπου το σημερινό Λεωνίδιον, δεν είναι άλλο από το σημερινό Α-Γελίδι. Το άρθρο Α και το ελίδι(ον), το μικρό έλος. Ότι στην περιοχή αυτή υπήρχε έλος φαίνεται και από τη χαμηλή, σχεδόν στο ίδιο ύψος με την επιφάνεια της θαλάσσης διαμόρφωση του εδάφους, αλλά και στην παράδοση που σώζεται στο γειτονικό μοναστήρι της Σίτζας [[49]], και ίσως ακόμη και στην ονομασία του επίσης κοντινού μοναστηριού της Έλωνας, αν και γι’ αυτό το τελευταίο θα μπορούσε να υπάρξει η αντίρρηση ότι στα Τσακώνικα προφέρεται Έουνα. Σε συχνές επισκέψεις στο Λεωνίδιο, εδόθη η ευκαιρία στον γράφοντα να ρωτήσει περισσοτέρους από τριάντα εντοπίους πώς προφέρουν τον Άγιον Λεωνίδα και πώς το Λεωνίδιο. Η απάντηση ήταν στερεότυπη: Ακ Λεωνίδας το πρώτο και Αγελίδι το δεύτερο. Το συμπέρασμα που θα μπορούσε ίσως να δεχθεί κανείς είναι ότι έχομε δυο διαφορετικές ονομασίες δυο διαφορετικών τόπων, και ότι το Λεωνίδιον που προσετέθη στό Αγελίδι, που και τελικά καθιερώθη, οφείλεται σε λογιοτατισμό, αν και ας σημειωθεί και αυτό: ο Pouqueville το αναγράφει ως Eleonition [[50]].
Λιόπεσι ή Λάπεσι. Χωριά στη περιοχή Ψωφίδος [[51]], υπαγόμενο άλλοτε στο βιλαέτι της Καρύταινας. Στρατιώτες της πολυπληθούς αυτής αλβανικής οικογενείας, που τοπωνύμια με το όνομά της συναντώνται και σε άλλα σημεία του ελληνικού χώρου αναφέρονται από τον Κ. Σάθα [[52]].
Λουκά. Χωριό της ορεινής Μαντινείας, που ενδέχεται να οφείλει την ονομασία του στον Στρατιώτη Damiano da Luca da Napoli di Romania [[53]].
Λούμη. Χωριό της περιοχής Σέρβου της Γορτυνίας. Απαντάται ως βαπτιστικόν όνομα σε Στρατιώτες [[54]].
Λυκούρεση. Βορειοδυτικά της Δημητσάνας και σε μικρή απόσταση βρίσκεται τo χωριό Λυκούρεση, που προφανώς και αυτό πρέπει να συνδεθεί με Στρατιώτες [[55]].
Μάζι. Ονομασία βουνοκορυφής παρά το χωριό Ροϊνό. Με το επίθετο Massis, Maxis ή Masis συναντούμε σημαντικό αριθμό Στρατιωτών στον Ενετικό στρατό [[56]].
Μάνεση. Χωριό της Τεγέας, το σημερινό Ψηλή Βρύση. Στα βυζαντινά χρόνια, όπως είναι γνωστό, Manassei ονομάζονται τα Αλβανικά φύλα, που ήσαν εγκατεστημένα στη Μάνη [[57]]. Δεν αποκλείεται επομένως οι Στρατιώτες, που είχαν αυτό το επίθετο να ανήκαν σ’ αυτήν την αλβανική φυλή. Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι το όνομα απαντά και ως βαπτιστικό στην Πελοπόννησο πολύ νωρίτερα [[58]]. Στρατιώτες με το όνομα Μάνεσης και Μανασσής σημειώνονται στις καταστάσεις του Ενετικού στρατού περί τους είκοσι ένας [[59]].
Μανιάτη. Στην επαρχία Μαντινείας και νοτίως της Τριπόλεως ευρίσκεται το μικρό χωριό Μανιάτη, που και αυτό φαίνεται ότι ανήκει σε οικογένεια Στρατιωτών [[60]].
Μαυρίκι. Χωριό της Μαντινείας, μεταξύ Τεγέας και Αγίου Νικολάου Κυνουρίας, που το όνομά του συναντούμε σε Στρατιώτη [[61]].
Μαυρόγιαννη, χωριό της Μαντινείας βορείως των Καλτεζών, που το όνομά του οφείλεται ίσως σε Στρατιώτη [[62]].
Μουζάκι. Μικροσυνοικισμός νοτίως της Τριπόλεως, μεταξύ των χωριών Θάνα και Μπεσίρι (σημερινό Παλλάντιον) [[63]]. Το όνομα ανήκει σε Ηπειρώτες Στρατιώτες με δράση κυρίως στα Επτάνησα. Πώς ευρέθησαν «προνοιασμένοι» στην Αρκαδία δεν είναι εύκολο να εξακριβωθεί από τις πηγές που διατί0ενται [[64]].
Μπάστα. Χωριό της επαρχίας Λυκόσουρας, δυτικά και σε μικρή απόσταση από την κωμόπολη Ίσαρη της Μεγαλοπόλεως. Όνομα και αυτό Στρατιωτών [[65]].
Μπέλεσι. Η σημερινή Τριποταμιά του δήμου Θέλπουσας. Το τοπωνύμιο είναι σλαβικό. Η λέξη belo σημαίνει λευκός [[66]]. Απαντάται συνήθως σε τοπωνύμια που ευρίσκονται κοντά σε πηγές. Πηγή Μπέλεσι αναφέρεται στην Τροιζηνία [[67]], στη Γορτυνία [[68]], στην Αργολίδα [[69]], στη Θεσσαλία, στην περιοχή Τρικάλων και Καρδίτσης [[70]], και όρος Μπέλες στη Μακεδονία. Επειδή στα σλαβικά το ρήμα beleti se σημαίνει ασπρίζω, ίσως το Μπέλεσι να σημαίνει τον τόπο όπου πλένουν, ασπρίζουν. Ο συσχετισμός άλλωστε της έννοιας του λευκού με την έννοια τού ποταμού δεν είναι και στα ελληνικά ασυνήθιστος. Αλφειός σημαίνει λευκός, και μεγάλος αριθμός από ποτάμια ή ρυάκια φέρνει την ονομασία «Ασπροπόταμος».
Μπεντενάκι ή Μπεντένι. Μικρό χωριό βορείως και σέ μικρή απόσταση από την Τρίπολι, στη θέση της σημερινής Σκοπής. Όνομα και αυτό Στρατιωτών [[71]].
Μπερμπάτι. 'Γο σημερινό Εύανδρον. Χωριό στα νότια της Τριπόλεως, ανατολικά από το Μπεσίρι, το σημερινό Παλλάντιον, τα λεγόμενα «Μπεσιρομπέρμπατα» [[72]]. Με το παρεμφερές όνομα Barbati συναντούμε ένα σημαντικό αριθμό Στρατιωτών στον ενετικό στρατό [[73]].
Μπέτση. Χωρίον της επαρχίας Γορτυνίας, απέχον δύο ώρας τής Παλούμπας και πέντε της Δημητσάνης [[74]], αναφερόμενο και από τον μηχανικό Ιούστο Alberghetti (1704) [[75]]. Ένας Στρατιώτης με το όνομα Bezi αναφέρεται στοv ενετικό στρατό [[76]].
Μπουγιάτι. Χωριό στην περιοχή του δήμου Ηραίας, το σημερινό Λυσσαρέα [[77]], που προφανώς θα πρέπει να συνδεθή με μέλος της μεγάλης οικογένειας των Μπούα.
Παλούμπα. Χωριό δυτικά της Δημητσάνας. Το όνομα συναντάται ως βαπτιστικό Στρατιώτη, του Palumba Crapsa [[78]], και ως οικογενειακό τον ΙΖ’ αι. [[79]], αν και παλαιοτέρα ετυμολογία θέλει αλβανικό το όνομα.
Πέτα. Μικρό ορεινό χωριό της Γορτυνίας, δυτικά της Κοντοβάζαινας. Με το όνομα αυτό αναφέρονται ορισμένοι Στρατιώτες στον Ενετικό στρατό και ενδεχομένως το χωριό να ανήκε σε κάποιον εξ αυτών [[80]].
Πικέρνη. Χωριό της ορεινής Μαντινείας. Το όνομα καταφανώς βυζαντινό (από αξίωμα, επικέρνης: οινοχόος) απαντάται και ως όνομα Στρατιώτη [[81]].
Πλέσσα. Μικροσυνοικισμός επάνω στον δρόμο από Βλαχέρνα της Μαντινείας προς Χωτούσα. Με το όνομα αυτό συναντούμε στον ενετικό στρατό δώδεκα Στρατιώτες [[82]]. Το όνομα είναι διάσπαρτο στον Ελληνικό χώρο, στην Αθήνα μάλιστα και αλλού σώζεται ακόμη ως οικογενειακό επίθετο.
Ράδου. Ορεινό χωριό της Γορτυνίας. Το όνομα απαντά ως βαπτιστικό σε Ενετούς Στρατιώτες [[83]], πιθανώς όμως είναι σλαβικό [[84]].
Ραψομάτι. Χωριό στην περιοχή Μεγαλοπόλεως και ανατολικά από αυτήν. Στρατιώτης με το όνομα Dimitri Raspomati (γρ. Rapsomati) απαντάται το 1540 στις τάξεις του ενετικού στρατού [[85]].
Ρένεσι. Χωριό της Γορτυνίας, το σημερινό Καστράκι. Το επί0ετο ανήκει σε πολυμελή οικογένεια Στρατιωτών αλβανικής πιθανόν καταγωγής, πού συναντάται συχνά σε στρατιωτικά ενετικά έγγραφα [[86]].
Σάγκα. Χωριό στη βορεινή ορεινή Μαντινεία, κοντά στα σύνορα με την Αργολίδα. Το όνομα συναντάται σε Στρατιώτες αλβανικής ίσως καταγωγής, που υπηρετούν στις τάξεις του ενετικού στρατού [[87]]. Τo όνομα Σάκκας διεσώθη και αργότερα στην Ήπειρο. Σάκκας Τσάμης, Αλβανός ληστής από την Θεσπρωτία αναγράφεται σέ «ενθύμηση» του 1798 [[88]].
Σαμπατική. Λιμενίσκος και μικροσυνοικισμός μεταξύ Λεωνιδίου και Τυρού. 'Οφείλει την ονομασία του πιθανόν σε γυναικείο βαπτιστικό όνομα [[89]].
Σαρακήνι(ον). Σε δυο διαφορετικά σημεία της Αρκαδίας αναφέρονται χωριά με αυτή την ονομασία. Το ένα ευρίσκεται στα νοτιοδυτικά του χωριού Σέρβου και το δεύτερο ακόμη νοτιότερα, στα σύνορα της Γορτυνίας με τη Μεσσηνία, ανάμεσα στα χωριά Ατσίχωλος και Παλιόκαστρο. Ίσως πρόκειται περί «προνοιών» που παρεχωρήθησαν σε Στρατιώτες με αυτό το όνομα [[90]], είτε από τους Βυζαντινούς είτε από τους Ενετούς. Το όνομα ήταν και είναι ακόμη ευρύτατα διαδεδομένο [[91]].
Σέρβου. Χωριό τής Γορτυνίας. Στις καταστάσεις του ενετικού στρατού μνημονεύονται ένδεκα Στρατιώτες με αυτό το όνομα [[92]], και πιθανόν η ονομασία του χωριού να οφείλεται σε κάποιον από την οικογένεια αυτή. Ο πρώτος αναγραφόμενος λέγεται Andrea S. Σε μικρή απόσταση από το χωριό σώζεται ένα μικρό εκκληαάκι, πιθανώς καθολικόν μικρού μοναστηριού, αφιερωμένο στη μνήμη του Αγίου Ανδρέα, γνωστό ως «ο Αγιαντριάς». Προ της ανακαινίσεώς του θα μπορούσε να θεωρηθεί κτίσμα των μεσαιωνικών εκείνων χρόνων, που συμπίπτουν με την παρουσία και ενδεχομένως την πρόνοια αυτής της οικογένειας του Ανδρέα Σέρβα στο κέντρο της Αρκαδίας [[93]].
Σίντζα. Μονή: Άγιος Νικόλαος Σίντζας. Νοτιοδυτικά από το Λεωνίδιο και σε απόσταση δέκα περίπου χιλιομέτρων, μέσα στο κοίλωμα ενός βράχου, ευρίσκεται η μονή Αγίου Νικολάου Σίντζας. Για την προέλευση του τοπωνυμίου αυτού όλοι σχεδόν όσοι ασχολούνται με τα Τσακώνικα δέχονται ότι το Σίντζα προέρχεται από το «Συντζά», που στα Τσακώνικα σημαίνει συκιά [[94]]. Αλλά τοπωνύμιο «Σίτζα» συναντάται σε έγγραφο αγοραπωλησίας της μονής Προφήτου Ηλιού Ζάχολης Κορινθίας «...στο Γιαλό ονομαζόμενο στη Σίτζα...» [[95]]. Και όπως είναι γνωστό, στην περιοχή αυτή της Αιγιαλείας δεν μιλούνται τα Τσακώνικα. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι ίσως το Σίντζα να προέρχεται από το τουρκικό Sinca (: κεραμένια).
Σούλι. Μικρό χωριό τής περιοχής Μεγαλοπόλεως πάνω στα σύνορα της Μεσσηνίας, ανατολικά του εθνικού δρόμου Τριπόλεως - Καλαμάτας και σε μικρή απόσταση από αυτόν. Απαντώνται Στρατιώτες με το όνομα Suli [[96]]».
Σπάθαρη. Χωριό βορειοδυτικά από τα Τρόπαια Γορτυνίας, που ενδέχεται να οφείλει το όνομά του και αυτό σε Στρατιώτες [[97]], μολονότι η προέλευση βασικά πρέπει να είναι βυζαντινή (σπαθάριος).
Στεφάνι. Τοπωνύμιο περί την Τρίπολη [[98]]. Στρατιώτες με αυτό το όνομα αναφέρονται στις καταστάσεις του ενετικού στρατού [[99]].
Τοπόριστα. Το σημερινό χωριό Θεόκτιστο του δήμου Κλείτορος. Σλαβικό τοπωνύμιο, που σημαίνει «τσεκούρι» [[100]].
Τόσκεσι ή Ντόσκεσι. Χωριό της περιοχής Λεονταρίου [[101]], αλλά και τοποθεσία στα δυτικά της Κανδήλας της Μαντινείας. Η ονομασία ανήκει προφανώς σε αλβανικής καταγωγής Στρατιώτες [[102]].
Τσαπόγα. Τοπωνύμιο της περιοχής Λεονταρίου, το σημερινό χωριό Μαλλωτά [[103]].
Χαμουζά. Ονομασία χωριού στην περιοχή Λεονταρίου [[104]]. Γενίτζαρος με το όνομα Χαμουζάς αναφέρεται στην «Ανωνύμου Έκθεσι Χρονική» [[105]]. Εις τη μάχη του Μουράτ Β' εναντίον των «Ουγκρών», παρά τη Βάρνα (1444), έσωσε τη ζωή του σουλτάνου όταν «ο κράλης ευρών δρόμον εισήλθε πλησιάσας ατάκτως τω αυθέντη: είς δε των γενιτζάρων ονόματι Χαμουζάς κρούσας τους εμπροσθίους πόδας του ίππου μετά αξίνης μικράς ευρεθείσης εν ταις χερσίν αυτού απέκοψεν αυτούς, και πεσών ο ίππος πλησίον του αυθέντος έρριψεν τον κράλην και πιάσαντες αυτόν απέτεμον την κεφαλήν αυτού. ... ο δε σουλτάν Μουράτης επιστρέψας νικητής τροπαιούχος εποίησεν τον γενίτζαριν τον Χαμουζάν σατζάκμπέϊ της Φιλαδελφείας». Ο Χαμουζάς αυτός αναφέρεται εκ της «Πελοποννήσου ορμώμενος» [[106]]. Και τα τουρκικά λεξικά αναγράφουν τον Χαμουζάν ως Αλβανόν αρνησίθρησκο. «Περί τα δέκα χρόνια αργότερα, μετά την κατάληψιν της Πελοποννήσου από τον Μωάμεθ Β', ο αρνησίθρησκος Αλβανός Χαμουζά Ζηνοβίζης αντικαθιστά τον διοικητήν της Πελοποννήσου Ομάρ, ο οποίος εξ αιτίας της ήπιας συμπεριφοράς του προς τους Έλληνες είχε γίνει ύποπτος εις τον Μωάμεθ Β'. Αντικατέστησεν επίσης και τον Ζαγανό που κατά την παράδοσιν του Σανταμερίου είχε παρασπονδίσει και είχε σκοτώσει και αιχμαλωτίσει πολλούς Έλληνες... [[107]]. Αλλά και τοπωνύμιο «Ποτάμι του Χαμουζά ή του Γέρου» αναφέρεται στη Ζάκυνθο [[108]]. Και Αλβανός με το όνομα Μούρτο Χάμζας απαντάται [[109]]. Και έτσι ενισχύεται η πιθανότητα το τοπωνύμιο του Λεονταρίου να οφείλεται σε Έλληνα ή Αλβανό Στρατιώτη που αλλαξοπίστησε. Εν συνεχεία, ένας Χαμουτσής πασάς, Τούρκος εκ Καρύστου, διορίζεται το 1764 πασάς στην Τρίπολη. Είναι εκείνος που απαγχόνισε τους Ζαΐμη, Δεληγιάννη, Νοταρά καί Κρεββατά, και τον μητροπολίτη Λακεδαιμονίας Ανανία εσκότωσε [[110]].
Ο Χαμουζά πασάς - είναι άραγε της ιδίας
οικογενείας; - κατείχε το Μπεσίρι και του Ντάρα [[111]]
και το Καπαρέλι, το σημερινό Μανθυρέα [[112]].
Ένας ακόμη Χαμουντζής, Τούρκος, απαγχονίζεται από τον Αχμέτ πασά στην
Τρίπολη, περί τον Οκτώβριο του 1813 [[113]].
Ψάρι. Το τοπωνύμιο αυτό το συναντούμε σε δυο σημεία στη Γορτυνία, ένα στην Κορινθία, ένα στην Τριφυλία και ένα στην περιοχή Κολώνεια της Αλβανίας [[114]]. Στην οικογένεια αυτή, πολυμελή και διεσπαρμένη, ανήκουν πολλοί «Στρατιώτες» [[115]]. Σ’ έναν από αυτούς, τον Σταμάτη, αφιερώνεται από τον Manoli Blessi ένα ποίημα, που δημοσίευσε ο Andrea Muschio (Βενετία MDLXXI) με τον τίτλο «Manoli Blessi Sopra la Presa de Margaritin» [[116]]. Το ποίημα αυτό, γραμμένο στη διάλεκτο Grechesche, που μιλούσαν oι «Στρατιώτες» στον ενετικό στρατό, παρατίθεται στο πρωτότυπο και σε μετάφραση στα ελληνικά [[117]].
Stamatti Psari
Vegnuda χe pur vera el
profetia,
chie del exsinda pende
Blessi fese
del
Duse fatto thora in chesto mese,
del
rose in gherra granda è carestia.
Μil spero presto el fame andera νia
del
zende, e allegrerà tutto 'l paese;
giathi
sto Mucenigo è si cortese,
chie
torà l’abondantia per so fia.
Ε mi Stamatti dingo, e affermo plio,
chie sοttο el so bandera, la
nemiga
calerà el forza, e al
fin sarà pendio.
Chie
’l robusto Liun sforzao dal brigo,
tutto
chie zafferà sotto el so piè,
tignerá saldo e forte,
el vοvο, antigo,
rengratia
Mucenigo;
la signor Dio, che con rasun
vettoria
vol dar te in chesta
impresa per to gloria.
Στον Σταμάτη Ψάρη
Βγήκε αληθινή η
προφητεία
που γύρω στα εξήντα
πέντε έκανε ο Μπλέσσης
για τον Στρατηγό που ορίστηκε
αυτόν τον μήνα.
Με αφορμή τον πόλεμο,
μεγάλη είναι η πείνα.
Ελπίζω όμως πως γρήγορα
θα περάση
κ' οι άνθρωποι ευτυχισμένοι
θα 'ναι πάλι.
Γιατί αυτός ο Mucenigo είναι
τόσο καλός,
που θα φροντίση τίποτα
να μη λείπη.
Εγώ Σταμάτη, στο λέω και
στο βεβαιώνω,
πως μπρος στη σημαία
του οι εχθροί
θα υποχωρήσουν, ώσπου να
χαθούν.
Γιατί είναι δυνατός ο Λέοντας
κι ακράτητος
κι αυτό που θα βάλη
κάτω από το πόδι του
γερά θα το κρατήση ή
παλιό είναι, είτε νέο.
Ευχαρίστησε
Mucenigo
τo Θεό, για τη νίκη που
δίκαια θέλει να σου δώση
σ' αυτή την επιχείρησι,
για τη δική σου δόξα.
Ο αναγνώστης θα πρέπει να έχει υπ' όψη του
ότι, όταν οι Ενετοί έγραφαν Napoli di Romania, εννοούσαν μια περιοχή, που
περιελάμβανε το Άργος, το Ναύπλιο, την Κόρινθο, την Τρίπολη και τον Άγιο Πέτρο
της Τσακωνιάς. Η Αρκαδία είχε χωρισθεί σε δύο τμήματα, το ένα Territorio di Tropolitza ανήκε στην
επαρχία Ρωμανίας (Napoli di Romania), και
το δεύτερο, Territorio di Leondari,
στην επαρχία Μεσσηνίας [118].
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Δημοσιεύτηκε
στα Γορτυνιακά, τόμ. Β', σσ. 303-322 (1978).
[2] Πολύ προ της εμφανίσεως
του βιβλίου του Vasmer, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για την
προέλευση των τοπωνυμίων της Πελοποννήσου παραθέτει ο Κων. Ν. Σάθας στο
έργο του Μνημεία Ελληνικής Ιστορiας, Documents inédits rélatifs à l’histoire de la Grèce au moyen âge, IV, σσ. I-XCI. Σημαντικά επίσης
βοηθήματα είναι τα ακόλουθα μελετήματα Ελλήνων επιστημόνων:
Μυρτίλου Κ. Αποστολίδου, Τα ξενοφανή της
Φιλιππουπόλεως ονόματα, Plaudin κλπ, ΕΕΒΣ τ. ΙΣΤ (1940) σσ. 252-280.
Δημ. Γεωργακά, Μερικοί σλάβικοι όροι και τοπωνύμια στην
Πελοπόννησο, Πελοποννησιακά τ. Α (1956), σσ. 385-408.
Θάνου Δ. Κριμπά, Η Ενετοκρατουμένη Πελοπόννησος 1685-1715,
Πελοποννησιακά τ. Α' (1956), σσ. 315-346.
Δ. Β. Βαγιακάκου, Αρχαία και μεσαιωνικά
τοπωνύμια εκ Μάνης, Πελοποννησιακά τ. Β' (1957), σσ. 302-334. Του ιδίου,
Βυζαντινά ονόματα και επώνυμα εκ Μάνης, Πελοποννησιακά τ. Γ'-Δ' (1958-59), σσ.
185-221.
Ι.Χ. Πούλου, Συμβολή εις το τοπωνυμικόν της
Κορινθίας, Πελοποννησιακά τ. Γ'-Δ' (1958-1959), σσ. 343-347.
Δικ. Β. Βαγιακάκου. Αρχαία και μεσαιωνικά
τοπωνύμια εκ Μάνης, Πελοποννησιακά τ. Ε' (1962), σσ. 161-179.
Κ. Α. Ρωμαίου, Τόποι και τοπωνύμια, Πελοποννησιακά, τ.
Ε' (1962), σσ. 21-45.
Τάσ. Αθ. Γριτσοπούλου, Το εν Βενετία Αρχείον
Grimani καθ' όσον αφορά εις την
Πελοπόννησον, Πελοποννησιακά τ. Ζ' (1969-70), σσ. 396-399. Του ιδίου. Στατιστικαί
ειδήσεις περί Πελοποννήσου, Πελοποννησιακά τ. Η (1971), σσ. 411-459.
Αλλά και γενικότερον για τον κλάδον αυτόν της φιλολογικής
επιστήμης, την τοπωνυμιολογία, και το τι έχει γραφή γύρω από τη σχετική
έρευνα κατά γεωγραφικά διαμερίσματα, βλ. Δικ. Β. Βαγιακάκου, Σχεδίασμα
περί των τοπωνυμικών και ανθροπωνυμικών σπουδών εν Ελλάδι 1833-1862, εν
Αθήναις 1964.
[3] Πολύ
σωστά ο Τ. Αθ. Γριτσόπουλος, Ιστορία της Τριπολιτσάς, τ.
Α, Αθήναι 1972, αναδημοσιεύει τα ονόματα που σχετίζονται με την Αρκαδία και
προβαίνει σε σχετικές ταυτίσεις. Σχετική επίσης είναι και η μελέτη του Θ.
Κριμπά, Η Ενετοκρατούμενη Πελοπόννησος, αλλά δυστυχώς παρέμεινε
ατελείωτη.
[4] Το πρώτον
τμήμα με ευρύτερον ιστορικόν ενδιαφέρον εδημοσιεύθη υπό του ιδίου στη μελέτη
του Στατιστικαί ειδήσεις περί Πελοποννήσου, Πελοποννησιακά, τ. Η'
(1971), σσ. 411-459.
[5] Τάσου Αθ. Γριτσοπούλου, Ιστορία της
Τριπολιτσάς, τ. Α', Αθήναι 1972, σ. 201.
[6] Οι Στρατιώτες αυτοί είναι: Α. Gallioti Nicula το 1481, Azali (Α Gali ?) Dimitri da Santa
Maura, το 1501, και Agali Μichali το 1512. Κ. Σάθα, Dispacci da Napoli di Romania, Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τ. VΙ, σ.
166. Του ιδίου,
Documenta Strathiotas Illustrantia, Μνημεία, τ. VΙΙ, σ. 77, σ, 103.
[7] Τάσου
Αθ. Γριτσοπούλου, Βαπτιστικά ονόματα εκ Πελοποννήσου
των χρόνων της Τουρκοκρατίας, Λαογραφία τ. ΙΣΤ (1956), σ. 350. Ο
συγγραφεύς παράγει το βαπτιστικό από την ευφρόσυνη ευαγγελική φράση «τέρπου,
χόρευε και αγάλλου».
[8] Αγάλλων
Νικόλαος νοτάριος κτήτωρ κώδικος. Σπυρ. Λάμπρου, Λακεδαιμόνιοι βιβλιογράφοι, Νέος
Ελληνομνήμων Δ' (1907), σ. 305. Παρακάτω ο αείμνηστος Λάμπρος σημειώνει (σ.
347). «… και τοιούτος μεν ο οίκος των Βουλλωτών, προς όν φαίνεται εκ κηδεστίας
συγγενεύων ο Νικόλαος Αγάλλων. Ανήκε δε ούτος εις οίκον ήδη από του δεκάτου
τρίτου αιώνος τελευτώντος επιφανή εν Πελοποννήσω. Και δη εν τω υπ' εμού
εκγεγραμμένω ανεκδότω Βραχεί χρονικώ τω περιλαμβανομένω εν τω υπ’ αριθ. 3632
κώδικι της πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης Βονωνίας ευρίσκομεν και τάδε: Έτους 6880
δέκ. ε' (: 1271) εκράτησαν τους άρχοντας Γλαβάν, Ιωάννην Ασάνην, Μανουήλ
Βρυένη, τον πανυπερσέβαστον Τζαμπλάκον και τον Αγάλον. Συν τω χρόνω δε το όνομα
Αγάλλων έγινε και βαπτιστικόν εν Πελοποννήσω …». Εξ άλλου: «Νικόλαος βουλλωτής
Αγάλλων(ας) και καθολικός κριτής του μοραίου», υπογράφεται εις βιβλίον
νομικόν», «εν έτει στϠνεω ινδ. ιηης». Σπυρ. Λάμπρου, Τα
τείχη του Ισθμού της Κορίνθου, ΝΕ 2 (1905) σ. 482.
[9] Μax Vasmer, Die Slaven in
Griecheland, Berlin 1941, σ. 126.
[10] Τάσου
Αθ. Γριτσοπούλου, Μονή Φιλοσόφου, έν
'Αθήναις 1960, σσ. 109 κ.έ. Του αυτού, Σύμμεικτα 'Αρκαδικά, Γορτυνιακά
τ. Α (1972), ο. 172.
[11] Κ. Σάθα, Dispacci della
Guerra di Peloponneso (1465), Μνημεία τ. VI, σ. 8.
[12] Μax Vasmer, ό.π., Μεσσηνία, σ. 161.
[13] Μax Vasmer, ό.π., σ. 152.
[14] 5 Τάσου Αθ. Γριτσοπούλου, Η αρχιεπισκοπή Δημητσάνης και
Αργυροκάστρου, ΕΕΒΣ, Κ (1950), σ. 220, όπου και σημ. 6
ετυμολόγησις.
[15] Μεταξύ των
ετών 1485-1544 αναφέρονται οι Στρατιώτες: Greco Michael, G. Ζοrzi, Grico Stamati da Malvasia, και Grico Thodorin και Damiano, γιοί του Stamati. Κ. Σάθα, Μνημεία
VII, σ. 42 και VIII, σσ. 332-333.
[16] 7 Dara Ζuan, Capo Strathiotis
Neopactensibus αναφέρεται
σε έγγραφο ενετικό του 1499. Το δε 1541 αναφέρονται οι Dara Zοrzi, D. Cavallari
και D’Ara Bernardino, ανεψιός του ποτέ Κοσμά D'
Αrα. Κ. Σάθα, Μνημεία V, σ. 17, VIII, σσ. 332-333.
[17] Τάσου
Αθ. Γριτσοπούλου, Ιστορία της Τριπολιτσάς, τ.
Α', σσ. 79, 107.
[18] Υπάρχει
σιγίλλιον πατριαρχικόν του έτους 1750, όπου η μονή ονομάζεται «του Δύσσινα»,
αλλ' η επωνυμία Ενδύσσενα φαίνεται ότι οφείλεται σε κύκλους
εκκλησιαστικούς εκ συσχετισμού με το ρήμα ενδύω. Το σιγίλλιον: Δ.Α.
Ζακυθηνού, Ανέκδοτα πατριαρχικά γράμματα, Ελληνικά Γ' (1930). σσ.
130-432.
[19] Ν.
Φλούδα, Μεγ. Πελοποννησιακή Εγκυκλοπαιδεία, Α',
σ. 205.
[20] Θάνου
Βαγενά, Ο επίσκοπος Ρέοντος και Πραστού (1801-1812)
Ιάκωβος (Χλωμός;) εκ Τσιντζίνων του Πάρνωνα, Χρονικά των Τσακώνων τ. 3
(1969), σ. 62.
[21] Νικ.
Π. Παπαδοπούλου, πρωθιερέως, Λακεδαιμονίας
εκκλησιαστικά έγγραφα, Λακωνικά Α (1932), σ. 330.
[22] Θ.
Μελέαγρου, Η μονή Εδέσσανας, Αρκαδικά 2 (1974),
σ. 20.
[23] Σπυρ.
Λάμπρου, Ο Μαρκιανός κώδιξ 524, Ν.Ε. 8 (1911), σ. 41.
[24] Ευλογίου
Κουρίλα - Λαυριώτου, Ο κατάλογος των επισήμων Αθωνικών
εγγράφων του Ουσπένσκη, ΕΕΒΣ Η (1931), σ. 72.
[25] Αναγνώστη
Κοντάκη, Απομνημονεύματα, έκδ. Βιβλιοθήκης
(Αθήναι 1955), σ. 31.
[26] Μ. Vasmer, ό.π., σ.153.
[27] Τέσσερα
ονόματα Στρατιωτών αναφέρονται μεταξύ των ετών 1499-1566: Dorissa Michali, Doriza Τοmasο, Dorisa Dimo da Malvasia, και ο θείος του Νicolo. Κ. Σάθα, Μνημεία
τ. V, σ.19, τ. VIII σ. 333, και τ.
ΙΧ, σ. 116.
[28] Σ'
επιγραφή του έτους 1728 της Ντόριζας (ναός του Αγίου Γεωργίου) αναφέρεται ότι
εδαπάνησαν για την ανοικοδόμησίν του «ενδοξότατοι άρχοντες και προεστοί». Τάσου
Αθ. Γριτσοπούλου, Μονή Κούμπαρη Λακωνίας, Λακωνικαί Σπουδαί Α (1971), σσ. 193-198.
[29] Isari Barasso, το 1501. Κ. Σάθα, Μνημεία V, σ. 151.
[30] Θ. Κριμπά, Η Ενετοκρατουμένη Πελοπόννησος, Πελοποννησιακά
Α' (1956), σ. 344. Σημειώνει ότι ο Hammer, Ιστορία του Οθωμανικού Κράτους
(μετάφρ. Κροκιδά) το θεωρεί προερχόμενο από το τουρκικό τοκμάκ χισαρί (:
φρούριο των κοπάνων).
[31] Cacuri Francesco da Cοrphu,
καπετάνιος γαλέρας το 1538, και Cacuri Nicolo του
ποτέ Theodoro, Fidelissimo Νostro da Napoli di Rοmania, ο
οποίος μόλις είχε επιστρέψει από την αιχμαλωσία. Το 1556, Δεκεμβρίου 22, του
παραχωρείται αποζημίωση για όσα περιουσιακά στοιχεία εγκατέλειψε στη Napoli di Romania. Κ. Σάθα, Μνημεία ΙΧ, σσ. 174, 179.
[32] Μ. Vasmer, ό.π., σ. 154.
Τ. Αθ. Γριτσοπούλου, Η αρχιεπισκoπή Δημητσάνης, σ. 220.
[33] Candreva Domenego και Chiurca, το 1541. Κ. Σάθα, Μνημεiα ΙΙΙ, σσ. 336-337.
[34] Απαντούν
οι Capareli Gini και Vretos, το 1541. Κ.
Σάθα, Μνημεία VIII, σ. 353.
[35] Caratolla Soga και Xogan (1481-1482), Caratola Ghenesi, C. Progano και C. Paulo
(1507-1514). Κ. Σάθα, Μνημεία VI, σσ. 161, 189,
200, τ. VII σ. 86, III, σ. 115.
[36] Τάσ.
Αθ. Γριτσοπούλου, Αρχιερείς εκ Δημητσάνης ΙΖ αι., Πελοποννησιακά
Γ'-Δ' (1958-59), σσ. 148-185. Του ιδίου, Οι πατριάρχαι Ιεροσολύμων Σωφρόνιος
και Θεοφάνης, ΔΙΕΕ ΙΓ (1959), σσ. 218-240.
[37] Κ.
Σάθα, Μνημεία VIII, σσ. 363 και 366.
[38] Θαν.
Π. Κωστάκη. Ένα ανέκδοτο σιγίλλιο κι ένα μπουγιουρτί, Πελοποννησιακά
Β' (1957), σ. 373.
[39] Τ.
Αθ. Γριτσοπούλου, Μονή Αγίου Νικολάου Καρυάς
Κυνουρίας, Μνημοσύνη Β' (1969), σσ. 309-311.
[40] Cocla Vielmo (1530), C. Bitri και Gigni (1541), C. Βuza da Napoli di Romania (1542), C. Νica (1565), και C. Birri το ποτέ Gigni από τη Μονεμβασία
(1568). Κ. Σάθα, Μνημεία VΙΙ, σ. 149, VIII σ. 351, σ. 356, ΙΧ σ.112, σ. 122.
[41] Κ.
Σάθα, Μνημεία V, σ. 38.
[42] Με το όνομα Cuvulis ή Cuvlis συναντούμε Στρατιώτες από το 1545 μέχρι το 1548 τους
εξής: Zorzi, Manuso, Andronico da Νapoli di Romania, Canachi da Napoli. Στον τελευταίο παραχωρείται σύνταξις 131
δουκάτων, και μετά τον θάνατό του στα παιδιά του, Ανδρόνικο, Θεόδωρο,
Κωνσταντίνο και Νικολό... Nasciuti a Napoli. Κ. Σάθα, Μνημεία
VIII, σσ. 415, 419, 457, και ΙΧ σ. 3.
[43] Τ.
Αθ. Γριτσοπούλου, Ιστορία της Τριπολιτσάς Α, σ.
387.
[44] Ο ναός
του Αγίου Λεωνίδη αναφέρεται σε χρυσόβουλλο λόγο του αυτοκράτορος
Ανδρονίκου Α (1292-3), μεταξύ των ορίων της μητροπόλεως Μονεμβασίας. Φυσικά δεν
αποκλείεται ο ναός του 1292, που προϋπήρχε του υστερογενούς χωριού εις απόδοσιν
τιμής προς τον Άγιο Λεωνίδη, αυτός να έδωκε το όνομά του, όταν ύστερα
από εύλογο χρόνο το χωρίον συνωκίσθη. Τ. Αθ. Γριτσοπούλου, Εκκλησιαστική
Ιστορία και χριστιανικά μνημεία Κορινθίας Α, σ. 92.
[45] Κ.
Αμάντου, Σύμμεικτα, Ελληνικά Γ (1930), σ. 534.
[46] Το
χρυσόβουλλο του Ανδρόνικου Α', το οποίον ανεφέρθη παραπάνω, μνημονεύει και
παροίκους.
[47] Σπυρ.
Λάμπρου, Die erste erwahrung νοn Astros Leonidion und Areia, Byzantinische Zeitschrift 2 (1893), σ.
75. Του αυτού, Μικταί σελίδες, σ. 418.
[48] Χαρτογραφήσεις
του Ελληνικού χώρου, έκδ. Πάπυρος, 1971.
[49] Σύμφωνα
μέ τήν παράδοσι αύτή, οι προσκυνηταί εκινδύνευαν από ένα δράκο ή φίδι, που
εφώλιαζε στο βάλτο, από τον οποίον επερνούσαν υποχρεωτικά για να πάνε στο
μοναστήρι της Σίντζας. Τελικά το εσκότωσαν ναύτες Σπετσιώτες. Τμήμα σκελετού
μεγάλης σαύρας ή μικρού κροκοδείλου επιδεικνύεται ακόμη στους επισκέπτες της
μονής.
[50] F.C.H.L. Pouqueville, Voyage de la Grèce, Paris 1828, Livre ΧΙV, σ. 266.
[51] Τ.
Αθ. Γριτσοπούλου, Ιστορία της Τριπολιτσάς Α, σ.
255.
[52] 5. Lopessi Martin (1481). Κ. Σάθας, Μνημεία VI, σ.
191. Αναφέρονται ακόμη και οι L. Piero, Zorzi και Νica από
το 1530 μέχρι το 1570, καταγόμενοι από τη Napoli di Romania, αυτόθι, τ. VΙΙ, σ.
146, τ. VIII σσ. 323, 324, 331, 340, 336, 448, και τ. ΙΧ σ. 262.
[53] Ένας
Δαμιανός Da Luca da Napoli di Romania, μετά την
καταδίκη του για ανθρωποκτονία, γίνεται δεκτός εκ νέου εις τας τάξεις του
Ενετικού στρατού, το 1509. Κ. Σάθα, Μνημεία, τ. VII, σ. 91.
[54] Lumo Renessi απαντάται το 1504. Κ. Σάθα, Μνημεία, τ. V, σ.
60, και Lumi Prifti το
1541, αυτόθι, τ. VΙΙΙ, σ. 337.
[55] Απαντώνται
οι εξής: Licurissi Nicola (1502), L. Domenego (1532), L. Andrea, da Modon (1532), L. Domenego (1538) και L. Zuanne (1541), Κ.
Σάθα, Μνημεία, τ. V, σ. 154, τ. VII, σσ. 156-157, τ. VIII, σ. 310, σ. 340.
[56] Μassi Alexius και Sarachinus
(1482), «Fidelissimi Stratiotis nostris Neapolis Romaniae ... quod cum
superiori temporis scripti fuissent provisionati et servient nοstro dominio
cum duobus equis pro quoque...». Μ. Ζοrzi (1503), Vathi (1504), Andrea (1523), Thodaro (1541),
Nicolo (1543). Σ' αυτόν τον τελευταίο και τους γιούς του Andrea και Ζοrzi, παραχωρείται κάποια θέση « ...in total recompenso delli beni che hanno lassati in
detto loco di Napoli di Romania ». Κ. Σάθα, Μνημεία, τ. VII, σσ. 28, 72, 16,
105, 128, 338, 378.
[57] Jacomo Barbarigo,
Proveditore generale della Morea, Dispaccii della guerra di Peloponneso
(1465-66). Κ. Σάθα, Μνημεία τ. VI, σ. 51.
[58] Μανασής ονομάζεται ο ζωγράφος που τοιχογράφησε το Παλιομονάστηρο της μονής των
Αγίων Τεσσαράκοντα στη Λακωνία, το 1204/5.
[59] Απαντώνται όμως και οι εξής Στρατιώτες: Manassi Barbi (1482) και
Μanoli και Demetrius, γιοί του ποτέ Μarini (1487). Κ. Σάθα, Μνημεία, τ. VII, σσ.
28, 44. Μ. Georgiο, Dimitri, Domenico, Ρiero, Μirassi, Zorzi και Myra
(1504), αυτόθι, τ. V, σ. 160 και τ. VII, σ. 76. Μ. Hemanuelis, γιός
του ποτέ Θεόδωρου, Theodorus, Theodosio, Vaivoda (1511), αυτόθι, τ. VII σσ.
96-97. Μ. Lecho και Mirasi (1512), αυτόθι, τ. VII, σσ. 104-105. Μ.
Manoli (1533), αυτόθι, τ. VII, σ. 158. Μ. Dimitri da Malvasia (1540),
Μ. Dima του ποτέ Andrea, Francesco και ο γιός του Zοrzi (1541), Μ. Dimitri da
Malvasia και Gini του ποτέ Lecca da Νapoli di Romania (1543), αυτόθι, τ. VIII, σσ. 328, 354, 336, 345, 379, 385.
[60] Magnati Vasili da Μalνasia του ποτέ Nicheta (1541), και Μ. Ζοrzi et Dimitri του ποτέ Vasili (1546). Κ. Σάθα, Μνημεία,
τ. VIII, σ. 356 και τ. ΙΧ, σ.
107.
[61] Μaurichi Stamati του ποτέ Ζοrzi (1541), Mauruchi Piero da Malvasia (1544), και Μ. Stamati γιός του ποτέ Dima daΝαpoli di Romania (1560). Κ. Σάθα, Μνημεία,
τ. VIII, σσ. 351 και 399, και
τ. ΙΧ σ. 96.
[62] Σε
κατάσταση Στρατιωτών της Ναυπάκτου, στα Ενετικά Αρχεία, απαντώνται Mavrojani Anzolo (1499) και Maurosanni L/do, quondam (: μακαρίτης) τo 1542. Κ. Σάθα, Μνημεία,
τ. V, σ. 19, και τ. VIII, σ. 363.
[63] Τ. Αθ. Γριτσοπούλου, Ιστορία της
Τριπολιτσάς, τ. Β2, σ. 415.
[64] Musachi Zorzi και Dimitri (1499), Μ. Zorzi (1513), Μ. Ζuan (1543). Μ. Ζuan (1545), και Μ. Τhοmasο (1569). Κ. Σάθα, Μνημεία.
τ. V, σσ. 17-18, τ. VII, σ. 111, τ. VIII, σ. 382, τ. VI, σ. 283, και τ. ΙΧ σ. 124.
[65] Basta Cavalier (1511), και Andrea, Lazaro και Alexio, γιοί του προηγουμένου (1512). Κ.
Σάθα, Μνημεία, τ. VII, σσ. 98 και
102.
[66] Aleksandar P. Perić, Rečnik francusko-srpskohrvatski, srpskohrvatsko-francuski. NOLIT, Beograd 1959, σ. 24.
[67] Α.
Μηλιαράκη, Γεωγραφία πολιτική Αργολίδος και
Κορινθίας, Αθήναι 1886, σ. 56.
[68] Ant. Pacifico, Breve descrizzione corografica del Ρeloponneso o Morea, Βενετία 1700, σ. 97. Δημοσιεύεται από Τ. Αθ.
Γριτσόπουλον, Ιστορία της Τριπολιτσάς, Α, σ. 200.
[69] Μ. Vasmer, ό.π., σ. 127.
[70] Μ. Vasmer, ό.π., σ. 94.
[71] Στρατιώτες με το όνομα αυτό απαντώνται οι εξής: Bedegni Theodoro (1535), Β. Progano του ποτέ Gigni (1541), Β. Piero (1566). Κ. Σάθα, Μνημεία, VII, σ. 164, τ. VIII, σ.
341, τ. ΙΧ, σ. 115.
[72] Τ.
Αθ. Γριτσόπουλον, Ιστορία της Τριπολιτσάς, τ.
Α, σ. 3.
[73] Στρατιώτες
με το όνομα Barbati απαντώνται
είκοσι έξι. Barbati Ζοrzi (1504), Β. Gini, Stini και Tuda (1511), Β. Tonda (1512), Β. Augustin και Cicogna
(1530), Β. Ζuanne (1531), Β. Augustin (1538). Είχε στη Napoli di Romania τη γυναίκα του και όλη
την οικογένειά του. Β. Ζuan (1540), Β. Augustin, Gioni, Lecha, Ρierο και Thodaro (154Ι), «Le quali siano in ricompenso etiam delli beni et Terreni che tutti li supraditti hano lasciati a Νapoli di Rοmania». Β. Ζοrzi (1541), Β. Τuda και Ζuan (1542), Β.Α. Gnese χήρα του Thodaro και Marieta, κόρη της (1543), Β. Ζuan (1544), Zuanne (1545), Β. Augustin και Ζuan (1546). Κ. Σάθα, Μνημεία,
τ. VII, σσ. 76, 98, 97, 104,
150, 146, 153, τ. VIII, σ. 311, 343,
331, 341, 342, 364, 361, 380, 390, 400, 422 και 428. Τέλος, ένας ακόμη Borbatti αναφέρεται στο ποίημα «La presa di Nicosia», που
θεωρείται του Manoli Blessi και που γράφτηκε
πιθανώς προ του Σεπτεμβρίου του 1570. Αυτόθι, τ. ΙΧ, σ. 262.
[74] Ι. Θεοφανίδου,
Ιστορικά σχόλια. Ιστορικόν Αρχείον, τ. Α', σ. 47.
[75] Θ.Δ. Κριμπά,
ό.π., σ. 344.
[76] Bezi Jani του ποτέ Ρaulo, da Νapoli, το 1511. Κ. Σάθα, Μνημεία,
τ. VII, σ. 98.
[77] Αναφέρεται
από τον Ant. Pacifico, Breve descrizzione corografica del Peloponneso o Μοreα, Venezia 1700. Τ. Αθ.
Γριτσόπουλον, Ιστορία της Τριπολιτσάς, τ. Α' σ. 200.
[78] Κ.
Σάθα, Μνημεία, τ. VII, σ. 102.
[79] Στ. Θωμοπούλου,
Ιστορία της πόλεως Πατρών, Πάτραι 1954, σ. 455.
[80] Peta Μartin
(1499), Ρ.
Andrea (1501), P. Donato (1523, 1530 και 1535), Ρ. Μartin και
Theodoro (1535), Ρ.
Andrea (1538), Ρ.
Nicola (1541}, Ρ.
Αndrea
da Napoli di Romania (1546) και Ρ. Andrea, Stradioto Modoneo
(1569). Κ. Σάθα, Μνημεία, τ. V, σ.
17, τ. VΙΙ, σσ. 62, 128,147, 165, 166, τ. VIII, σσ. 309, 338, 353, 417, τ.
ΙΧ, σ. 125.
[81] Pichierni Piero (1530) και Ρ. Duca (1541 Κ.
Σάθα, Μνημεία, τ. VII, σ. 147 και τ. ΙΙΙ, σ. 333.
[82] Blessa Dimi και Gini (1482), Plessa Thodero, Domenego, Georgio, Martin και Petro (1501), Ρ. Duca (1502), Ρ. Demetri (1522), Ρ. Jani (1530), Ρ. Andrea και Juan (1541). Κ.
Σάθα, Μνημεία, τ. V, σ. 17 και VII, σσ. 62 κ.ε.
[83] Rado Prifti και Rado Renessi αναφέρονται το
1541. Κ. Σάθα, Μνημεία, τ. VIII, σσ. 333 και
358.
[84] Μ. Vasmer, ό.π., σσ. 157-158, 174.
Πρβλ.
Τ. Γριτσοπούλου, Αρχιεπισκοπή Δημητσάνης, σ. 220.
[85] Κ. Σάθα,
ό.π. σ. 236.
[86] Renissi Geta (1481-2). Κ.
Σάθα, Μνημεία, τ. VI, σ. 226. Renesi Lecha και Piero (1493), R. Nicola και Domenego (1501), αυτόθι, τ. VΙΙ, σσ. 52, 63. R. Ginni, Lumo, Georgio, Gioni, και Piza (1504), αυτόθι, τ.
V, σ. 160. R. Geta (1508 και 1511), R. Theodoro, R. Dominico (1511), R.
Zorzi (1519, 1521, 1526), R. Geta (1526), R. Zorzi (1529), R. Costa, Michali,
Bosichio, Theodoro, Getta και
Nicolo (1530). R. Alessandro, Piero, Gini και Zorzi (1531), αυτόθι, τ.
VII, σσ. 89, 96, 97, 122, 124,
139, 144, 146, 147, 151, 153, και 170.
R. Ζuan (1538), R. Hettor και Zorzi (1539), R. Zorzi, Hettor, Busichio
(1540). R. Zorzi, Micheli, Andrea, Teodoro, Rado, Zuane, Giani, Catherina και
Duchina (1541). R. Ζorzi, Andrea και Michali (1543). R. Michali da Νapoli,
Thodaro και Andrea (1546). R. Geta, R. Cavallier, Busichio, Custa, Μichali και
Thodaro (1547), αυτόθι, τ.
VIII, σσ. 309, 317, 329, 331, 332, 333, 337, 344, 384, 381, 419, 426, 421, 438,
439, 444 και 449 (1522). R. Duchena (1549). R. Hellia, Ζοrzi και Zuanne R.
Angelo da Μοdοn και Ghini (1557). R. οικογένεια, Μichal και Hettor (1599),
αυτόθι, τ. ΙΧ, σσ. 26, 35, 80 και 90.
[87] Σε
έκθεση του Bartolomeo Minio Proveditor e Capitaneo a Napoli di Rοmania, και με χρονολογία 15.2.1481, αναφέρεται:
«...Ο δεύτερος είναι ο Elia Sagan, ο οποίος διετέλεσε κάπος των Στρατιωτών,
προνοιασμένος (δηλαδή του είχε παραχωρηθεί τμήμα γης για τη συντήρηση του ιδίου
και δυο αλόγων), και από τους παλιούς στρατιώτες αυτής της περιοχής, τους
αποκαλουμένονς Καμπίτες, και ο αδελφός του που διετέλεσε επίσης κάπος
προνοιασμένος και άλλοι του συγγενείς επέθαναν στην υπηρεσία της Υμετέρας
Γαληνότητας και αυτός, από τον προαναφερθέντα κύριον Ιερώνυμον (Μοροζίνη), όχι
μόνον καθηρέθη από τον βαθμό του κάπου, έχασε την πρόνοια και περιήλθε στο
βαθμό του απλού στρατιώτη, αλλά και ακόμη εμαστιγώθηκε. Αυτός αξίζει να αποκατασταθεί
στον αρχικό του βαθμό του κάπου και να του επιστραφή η πρόνοια». Ο ίδιος Elia Zangan χαρακτηρίζεται
σε άλλο έγγραφο «... fior di Homeni et bene a Cavallo». Κ. Σάθα,
Μνημεία, τ. VI, σσ. 190, 191
και 202. Zanga Elias, προφανώς o ίδιος με τον ανωτέρω, σε αναφορά του Β. Μinio (1482) μνημονεύεται μεταξύ δέκα oκτώ άλλων, που ζητούν να τους
επαναχορηγηθούν παλαιότερα δικαιώματά τούς, και S. Dimitri (1541)
αναγράφεται σε κατάσταση Στρατιωτών. Κ. Σάθα, Μνημεία, τ. VΙΙ, σ. 28, και τ. VIΙΙ, σ. 339.
[88] Σπυρ.
Λάμπρου, Ενθυμήσεων ήτοι Χρονικών σημειωμάτων συλλογή
πρώτη, ΝΕ 7 (1910), σ. 251.
[89] Δικαίου Β. Βαγιακάκου, Καταγωγή ονομάτων και τοπωνυμίων, Ιστορία
82 (Απρίλιος 1975), σ. 142: «Σαββάτης, επών. εις Αθήνας, Αμισόν Πόντου,
Τσακωνιάν, ίσως και ά. Οικογ. Σαββάτου μαρτυρείται εις την Ζάκυνθον το
1725. Εις Αθήνας και το επώνυμον Σαββατάκης. Σαββάτης καλείται ο
κατά Σάββατον γεννηθείς... Σαββάτιος. Υπό το όνομα τούτο είναι γνωστός
μάρτυς του Χριστιανισμού βασανισθείς εν Αντιοχεία της Συρίας επί Πρόβου
(276-282 μ.Χ.). Σαββάτιος εκαλείτο και ο πατήρ του αυτοκράτορος
Ιουστινιανού Α' (527-565). Βυζαντινός δε νομομαθής, όστις κατ' εντολήν του
Λέοντος του Σοφού (886-911) προέβη εις την ανακάθαρσιν των παλαιών νόμων και
έθεσε την βάσιν των «Βασιλικών» καλείται Σαββάτιος ή Σαμβάτιος. Σαμπάτης.
Το όνομα ως βαπτιστικόν εις την Μάνη, αλλά και ως επώνυμον εις Αθήνας και ά. Εκ
τούτου σχηματίζονται τα επώνυμα εις την Μάνη Σαμπατάκος, Σαμπατακάκης,
Σαμπατουλάκος. Είναι δε το Σαμπάτης το αυτό με το Σαββάτης
και σημαίνει τον κατά Σάββατον γεννηθέντα». Συναντούμε ακόμη Σαμπάτον,
τοπωνύμιο στην Κεφαλληνία. Αναφέρεται εις το Πρακτικόν της Αγίας Επισκοπής
Κεφαλληνίας της 12.7.1262, Miklosisch-Muller, Αcta et Diplomata, τ. V, σ. 34.
[90] Sarachini Zorzi και Nicolo (1541). Κ. Σάθα, Μνημεία,
τ. VΙΙΙ σ. 339.
[91] Σπυρ.
Λάμπρου, Ενθυμήσεων, ήτοι χρονικών σημειωμάτων συλλογή
πρώτη, ό.π., σ. 182. «1590, αφ Ϟ ' μην Ωκτωβρίου ά εκιμήθην ο αφαίτης ο
Σαρακύνης ημέρα Δευτέρα».
[92] Serva Andrea de Napanto και S. Francho (1409), Servo Andrea, Andrοni, Dima και Ζοrzi (1501), S. Costa da Modon (1502). Κ.
Σάθα, Μνημεία, τ. V, σσ. 17, 18, 151, 154. Serva Francesco (1513), S. Constantin (1545), S. Catherina του ποτέ Andrea S., του Mothoneo (1561), και Zervo Theofilo de Ζοrzi, Modoneo (1565), αυτόθι,
τ. VI, σ. 284, τ. VII, σ. 110, τ. IΧ, σσ. 98 και 112.
[93] Και
άλλοι Σέρβοι παρουσιάζονται στην Ευρυτανία την ίδια περίπου εποχή. Ένας Σέρβος
Γεώργιος χρηματοδοτεί τη δαπάνη «της ζωγραφίας» του παρεκκλησίου της κυρίας
Προυσιωτίσσης «εν έτει από Αδάμ ζκστ' (;1518-19) Ινδ. στ'». Ίσως είναι ο ίδιος
ο «ανήρ τίμιος σημαντικός και πάνυ φιλόχρηστος», ο οποίος σημειώνεται το αφξγ'
(1563) ως ιδιοκτήτης ενός χειρογράφου νομικού βιβλίου. Σπυρ. Λάμπρου,
Κατάλογος των κωδίκων της Ι. Μ. Προυσσού, ΝΕ 10 (1913), σσ. 314-315.
[94] Μιχαήλ
Δέφνερ, Λεξικόν της τσακωνικής διαλέκτου, εν
Αθήναις 1923, σ. 342.
[95] Ιωάννας
Γιανναροπούλου, Η παρά την Ζάχολην Κορινθίας μονή του
προφήτου Ηλιού, Πελοποννησιακά τ. Ζ' (1969-70), σ. 87.
[96] Siulli Maiota (1538). Του χορηγείται μια αμοιβτj τεσσάρων δουκάτων το χρόνο,
υπό τον όρον ότι «... El sia obligato a tenir un bon cavallo a Malvasia ...». Κ. Σάθα, Μνημεία, τ. VIII, σ. 313. Suli
Giogni του ποτέ Thodaro, S. Magiotta του ποτέ Zorzi, S. Νicola S. Dima του ποτέ Marco (1541) και Samuli Stamati da
Napoli di Romania (1547), αυτόθι, τ. VIII, σσ. 351, 354, 337, 356, 453.
[97] Spatharo Andrea (1482) και Spatari
Jani (1502). Κ. Σάθα, Μνημεία, τ. V, σ. 154 και τ. VI, σ. 200.
[98] Τ.
Αθ. Γριτσοπούλου, Ιστορία της Τριπολιτσάς, τ.
Β', σ. 397.
[99] Stefanin Antonio da Μοdοn (1509). Κ. Σάθα, Μνημεία, τ. VII, σ. 93. S. Αnagnosti da
Napoli di Romania, Μaria και Theodorino (1548), αυτόθι, τ. ΙΧ, σ. 10.
[100] Μ. Vasmer, ό.π., σ. 159. Τ. Γριτσοπούλου, Η
Αρχιεπισκοπή Δημητσάνης, σ. 220.
[101] Τ.
Αθ. Γριτσοπούλου, Ιστορία της Τριπολιτσάς, τ.
Α', σ. 257.
[102] Toscassi Dimitri (1499), Thoschesi Andrea (1532) καί Thoschessi
Nica του ποτέ Ζοrzi (1541). Κ.
Σάθα, Μνημεία τ. V, σ. 19, τ. VΙΙ, σ. 155 και τ. VIII, σ. 353.
[103] Τ.
Αθ. Γριτσοπούλου, Ιστορία της Τριπολιτσάς, τ.
Α', σ. 202. Ένας Στρα-τιώτης Zapoga Thodaro
απαντάται το 1504, Κ. Σάθα, Μνημεία, τ. VII, σ. 76.
[104] Αναφέρεται
στην κατάσταση του Ρήγα Παλαμήδη, Τ. Αθ. Γριτσοπούλου, Ιστορία της
Τριπολιτσάς, Α', σ. 257.
[105] Κ.
Σάθα, Ανωνύμου Έκθεσις Χρονική. Μεσαιωνική
Βιβλιοθήκη, τ. Ζ', σ. 565.
[106] Γεωργίου
Φραντζή, Χρονικόν περί Αλώσεως, έκδοσις Βόννης,
1838, σ. 199.
[107] Στ.
Θωμοπούλου, Ιστορία της πόλεως Πατρών, σ. 370.
[108] Λεων.
Ζώη, Ιστορία της Ζακύνθου, Αθήναι 1965, σ. 39.
[109] Ί.
Θεοφανίδου, Ιστορικόν Αρχείον, τ. Β', σ.
563.
[110] Τ.
Αθ. Γριτσοπούλου, Ιστορία της Τριπολιτσάς, τ.
Α', σ. 339.
[111] Τ.
Αθ. Γριτσοπούλου, Ιστορία της Τριπολιτσάς, τ.
Α', σ. 375.
[112] Τ.
Αθ. Γριτσοπούλου, Ιστορία της Τριπολιτσάς, τ.
Α', σ. 385.
[113] Τ. Τ.
Αθ. Γριτσοπούλου, Ιστορία της Τριπολιτσάς, τ. Α', σ. 463.
[114] F.C.H.L.
Ρouqueville, Voyage de la Grèce, τ. Ι, 243.
[115] Psari Zorzi (1504), Ρ. Dimitri και Nicolo του ποτέ Stamati Psarena Ζοrzi da Napoli (1548), και Ρ. Po του ποτέ Vatti (1552). Κ. Σάθα, Μνημεία,
τ. VII, σ. 76, τ. VΙΙΙ σ. 355 και τ. ΙΧ. σσ. 5 και 36.
[116] Κ.
Σάθα, Μνημεία, τ. VΙΙΙ σ. 470.
[117] Η μετάφραση
είχε την ευγενική καλωσύνη να κάνει η Ιταλίδα φιλόλογος κα. Myriam Borra και την ευχαριστώ από εδώ.
[118] Τ.
Αθ. Γριτσοπούλου, Ιστορία της Τριπολιτσάς, τ.
Β', σσ. 198, 200.
No comments:
Post a Comment