Τότε δεν υπήρχε άλλος τρόπος λαϊκής αποκριάτικης ψυχαγωγίας. Μη βλέπετε σήµερα, που με τους κινηματογράφους, τις τηλεοράσεις, το εύκολο ταξίδι, η μεταφορά σε έναν άλλο κόσµο είναι σχετικά προσιτὴ σε όλους, τότε αυτὲς οι δυνατότητες δεν υπήρχαν και ο κοσµάκης έπρεπε να οργανώσει µόνος του τη διασκέδασή του και τις Απόκριες κατέφευγαν στα µέσα, που αναφέραμε παραπάνω.
Το «αλογατάκι» έχει επιζήσει έστω και στην τηλεόραση ή στον κινηματογράφο σαν αποκριάτικο θέαµα.
Το «γαϊτανάκι» ήταν και είναι σπανιότερο, γιατὶ απαιτούσε πολυάριθµο σχετικὰ θίασο και που να µπορεί κατά κάποιον τρόπο να παίρνει λίγο τα πόδια του, να χορεύει. Ένας κρατούσε ένα κοντάρι δυο - τρία µέτρα ψηλὸ και τέσσερεις ή έξι άλλοι, συνήθως ήσαν ζευγάρια, κρατώντας τη μιαν άκρη απὸ πολύχρωμες µακριὲς κορδέλες στερεωµένες στην κορυφἠ του στύλου, χόρευαν γύρω απὸ αυτόν. Οἱ βηµατισμοὶ του χορού ακολουθούσαν κάποιο σχήμα µαίανδρου, μ᾽ αποτέλεσμα οι κορδόλες να τυλίγονται γύρω απὸ τον στύλο, δημιουργώντας το ποικιλόχρωμο γαϊτάνι. Πράγματα σχετικὰ δύσκολα, γι’ αυτὸ και το «γαϊτανάκι» δεν το βλέπαµε συχνά.
Συχνότερη και δηµοφιλέστερη ήταν η «γκαμήλα». Ένας, ο καµηλιέρης, με µουτζουρωµένο πρόσωπο έτσι που να δείχνει αράπης, με φέσι κόκκινο, προπορευόταν. Κατὰ κανόνα ήταν και ο θιασάρχης. Φοροῦσε παπούτσια και με κρεµασμένο απὸ το σβέρκο του κάτι σαν λαγήνι, που ο πάτος του είχε αντικατασταθεί με δέρµα, ήταν το τύμπανο, και χτυπούσε ένα µονότονο σκοπό. Ποὺ και ποὺ έβγαζε και κάτι φωνὲς, που υποτίθεται πως θα ήταν τούρκικο τραγούδι «Γκελ, γκελ, έι βαλά» και κάτι άλλα, που δεν τα θυμούνται τώρα.
Ακολουθούσε η «γκαµήλα», έχοντας αριστερὰ και δεξιά της, όπως σήµερα τ’ αυτοκίνητα των επισήμων, τους μοτοσυκλετιστές, δυο απίθανης αθλιότητας µουτζουρωµένους κι εκείνους κοµπάρσους. Κρατοῦσαν απὸ ένα δίσκο στο χέρι τους και κάτω απὸ το άγρυπνο βλέµµα του θιασάρχη μάζευαν τις δεκάρες του φιλοθεάµονος κοινοῦ, που κατὰ κανόνα το αποτελοῦσαν αδέκαροι πιτσιρίκοι. Η πομπὴ έκλεινε με τη «μαρίδα», κοπάδι απὸ παιδιὰ κάθε ηλικίας, που δεν άφηναν εύκολα τέτοιο θέαμα.
Το γενικὸ ενδιαφέρον το αποσπούσε η ίδια η καµήλα. Το κρανίο κάποιου ψόφιου αλόγου, επενδυµένου με δέρµα προβάτου, ήταν το κεφάλι. Ένας σοφὸς µηχανισμός, με βάση μια κουβαρίστρα και μερικά σύρματα επέτρεπαν σ' έναν από τους δυο κρυμμένους μέσα στο σώμα της καμήλας να επιτυγχάνουν ένα ανοιγοκλείσιμο των σαγονιών, τραβώντας κάποιο σπάγγο, προς μεγάλο θαυμασμό των πιτσιρίκων για τα θαύματα της σύγχρονης τεχνολογίας.
Ένα αλλόκοτα στενόμακρο σχήμα, καμωμένο από μερικά ξύλα και σκεπασμένο με λινάτσες, που έφταναν σχεδόν ως το χώμα, ήταν το σώμα του ζώου. Εκεί μέσα ήταν κρυμμένοι δυο άνθρωποι, που κρατούσαν στους ώμους τους τον ξύλινο σκελετό της καμήλας. Ο πρώτος ήταν ο οδηγός, γιατί από δυο τρύπες στη λινάτσα, έβλεπε πού πήγαινε και με τον σπάγγο δούλευε και τα σαγόνια. Ο ρόλος του δεύτερου περιοριζόταν μόνο στο να μεταφέρει το μισό βάρος και ν’ ακολουθεί τον πρώτο.
Εκείνες τις Απόκριες, στο Ναύπλιο είχε βγει η «Γκαμήλα» και γύριζε τις γειτονιές. Ο Κώστας ο Κονιτάκης, ο καφετζής, είχε τότε το καφενείο του στη γωνία των οδών Όθωνος καί Κωτσονοπούλου, μόλις είχε τελειώσει το συγύρισμα του μαγαζιού του. Είχε βάλει τις καρέκλες στη θέση τους, τα ποτήρια, τα φλυτζάνια, όλα · στο τέλος, μ' ένα φαράσι μάζεψε και τις στάχτες και τα κάρβουνα, που ήσαν μισοσβησμένα στη «μηχανή» (*) για να βάλει καινούργια να ζεσταίνεται το «γεντέκι», και ανοίγοντας την πόρτα του μαγαζιού του προχώρησε μέχρι τη μέση του δρόμου και άδειασε το φαράσι του μέσα σε μια από τις γούβες, που είχε τότε η οδός Όθωνος.
Σέ λίγο φάνηκε και η «Γκαμήλα» να έρχεται από την οδό Κωτσονοπούλου. «Γκελ, γκελ, έι βαλά. Έι βαλά». Φθάνοντας στο σημείο, όπου ο Κονιτάκης είχε ρίξει τα μισοσβυσμένα κάρβουνα, ο πρώτος από τους κρυμμένους κάτω από τα τσουβάλια τα είδε και τα προσπέρασε, ο δεύτερος όμως που δεν έβλεπε και ήταν μάλιστα και ξυπόλητος, πάτησε στο κέντρο της γούβας.
Το τι επακολούθησε, το φανταζόσαστε. Ακούστηκε ένα σπαραχτικό «Ααα» και το κοινό είδε την καμήλα να πετάγεται στον αέρα. Πάνε και τα σαγόνια, πάνε και οι κουβαρίστρες. Και το μονότονο τραγουδάκι του καμηλιέρη παραχώρησε τη θέση του σέ ένα υβρεολόγιο από αυτά που σπάνια άκουγε το λιμάνι του Ναυπλίου.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
(*) Λεγόταν ακόμα και «φωτιά», ή «τεζάκι», ή «τζάκι».
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση το 1977].
Συχνότερη και δηµοφιλέστερη ήταν η «γκαμήλα». Ένας, ο καµηλιέρης, με µουτζουρωµένο πρόσωπο έτσι που να δείχνει αράπης, με φέσι κόκκινο, προπορευόταν. Κατὰ κανόνα ήταν και ο θιασάρχης. Φοροῦσε παπούτσια και με κρεµασμένο απὸ το σβέρκο του κάτι σαν λαγήνι, που ο πάτος του είχε αντικατασταθεί με δέρµα, ήταν το τύμπανο, και χτυπούσε ένα µονότονο σκοπό. Ποὺ και ποὺ έβγαζε και κάτι φωνὲς, που υποτίθεται πως θα ήταν τούρκικο τραγούδι «Γκελ, γκελ, έι βαλά» και κάτι άλλα, που δεν τα θυμούνται τώρα.
Ακολουθούσε η «γκαµήλα», έχοντας αριστερὰ και δεξιά της, όπως σήµερα τ’ αυτοκίνητα των επισήμων, τους μοτοσυκλετιστές, δυο απίθανης αθλιότητας µουτζουρωµένους κι εκείνους κοµπάρσους. Κρατοῦσαν απὸ ένα δίσκο στο χέρι τους και κάτω απὸ το άγρυπνο βλέµµα του θιασάρχη μάζευαν τις δεκάρες του φιλοθεάµονος κοινοῦ, που κατὰ κανόνα το αποτελοῦσαν αδέκαροι πιτσιρίκοι. Η πομπὴ έκλεινε με τη «μαρίδα», κοπάδι απὸ παιδιὰ κάθε ηλικίας, που δεν άφηναν εύκολα τέτοιο θέαμα.
Το γενικὸ ενδιαφέρον το αποσπούσε η ίδια η καµήλα. Το κρανίο κάποιου ψόφιου αλόγου, επενδυµένου με δέρµα προβάτου, ήταν το κεφάλι. Ένας σοφὸς µηχανισμός, με βάση μια κουβαρίστρα και μερικά σύρματα επέτρεπαν σ' έναν από τους δυο κρυμμένους μέσα στο σώμα της καμήλας να επιτυγχάνουν ένα ανοιγοκλείσιμο των σαγονιών, τραβώντας κάποιο σπάγγο, προς μεγάλο θαυμασμό των πιτσιρίκων για τα θαύματα της σύγχρονης τεχνολογίας.
Ένα αλλόκοτα στενόμακρο σχήμα, καμωμένο από μερικά ξύλα και σκεπασμένο με λινάτσες, που έφταναν σχεδόν ως το χώμα, ήταν το σώμα του ζώου. Εκεί μέσα ήταν κρυμμένοι δυο άνθρωποι, που κρατούσαν στους ώμους τους τον ξύλινο σκελετό της καμήλας. Ο πρώτος ήταν ο οδηγός, γιατί από δυο τρύπες στη λινάτσα, έβλεπε πού πήγαινε και με τον σπάγγο δούλευε και τα σαγόνια. Ο ρόλος του δεύτερου περιοριζόταν μόνο στο να μεταφέρει το μισό βάρος και ν’ ακολουθεί τον πρώτο.
Εκείνες τις Απόκριες, στο Ναύπλιο είχε βγει η «Γκαμήλα» και γύριζε τις γειτονιές. Ο Κώστας ο Κονιτάκης, ο καφετζής, είχε τότε το καφενείο του στη γωνία των οδών Όθωνος καί Κωτσονοπούλου, μόλις είχε τελειώσει το συγύρισμα του μαγαζιού του. Είχε βάλει τις καρέκλες στη θέση τους, τα ποτήρια, τα φλυτζάνια, όλα · στο τέλος, μ' ένα φαράσι μάζεψε και τις στάχτες και τα κάρβουνα, που ήσαν μισοσβησμένα στη «μηχανή» (*) για να βάλει καινούργια να ζεσταίνεται το «γεντέκι», και ανοίγοντας την πόρτα του μαγαζιού του προχώρησε μέχρι τη μέση του δρόμου και άδειασε το φαράσι του μέσα σε μια από τις γούβες, που είχε τότε η οδός Όθωνος.
Σέ λίγο φάνηκε και η «Γκαμήλα» να έρχεται από την οδό Κωτσονοπούλου. «Γκελ, γκελ, έι βαλά. Έι βαλά». Φθάνοντας στο σημείο, όπου ο Κονιτάκης είχε ρίξει τα μισοσβυσμένα κάρβουνα, ο πρώτος από τους κρυμμένους κάτω από τα τσουβάλια τα είδε και τα προσπέρασε, ο δεύτερος όμως που δεν έβλεπε και ήταν μάλιστα και ξυπόλητος, πάτησε στο κέντρο της γούβας.
Το τι επακολούθησε, το φανταζόσαστε. Ακούστηκε ένα σπαραχτικό «Ααα» και το κοινό είδε την καμήλα να πετάγεται στον αέρα. Πάνε και τα σαγόνια, πάνε και οι κουβαρίστρες. Και το μονότονο τραγουδάκι του καμηλιέρη παραχώρησε τη θέση του σέ ένα υβρεολόγιο από αυτά που σπάνια άκουγε το λιμάνι του Ναυπλίου.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
(*) Λεγόταν ακόμα και «φωτιά», ή «τεζάκι», ή «τζάκι».
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση το 1977].
No comments:
Post a Comment