Οι κάτοικοι της Αλβανίας χωρίζονται σε τρείς κυρίως μεγάλες φυλές:
- είναι οι Γκέγκηδες, υψηλόσωμοί Μουσουλμάνοι, που κατοικούν το βόρειο και ορεινό τμήμα της χώρας,
- οι Τόσκηδες, που καταλαμβάνουν την κεντρικήν Αλβανία, και
- οι Λιάπηδες, αυτοί που κατοικούν από τον Αυλώνα και κάτω, το νότιο τμήμα της χώρας.
Σ' αυτά τα φύλα που αναφέραμε θα πρέπει να προσθέσουμε και τις υποδιαιρέσεις τους, όπως είναι οι Τσάμηδες και οι Αρβανιτόβλαχοι της Πίνδου. Όλοι μαζί αποτελούν την εθνότητα των Ιλλυριών. Σημειώνεται εδώ ότι ο Γερμανός ιστορικός Θεόδ. Μόμσεν (16:109) θεωρεί Ιλλυριούς τους περί την Σκόδρα Αλβανούς (Γκέγκηδες), τους κατοίκους του Μαυροβουνίου και εκείνους των ακτών της Δαλματίας.
Από όλους αυτούς, εκείνοι που θα μας απασχολήσουν είναι οι της Νότιας Αλβανίας ή Βορείας Ηπείρου, που κατοικούν εκατέρωθεν των Ακροκεραυνίων ορέων, οι Λιάπηδες, δηλαδή οι Ιάπυγες των αρχαίων Ελλήνων, με τους οποίους συνδεόμαστε με κοινή φυλετική καταγωγή από τους Πελασγούς. Κατοικούσαν από τα νότια παράλια της Αλβανίας και προχωρούσαν μέσα στο εσωτερικό μέχρι την περιοχή της Κορυτσάς.
Σχετικά με την καταγωγή των Αλβανών κυκλοφορούν και άλλες εκδοχές. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Graz Μέγερ, στηριζόμενος στην πληροφορία ενός Κανανού (;) Λάσκαρη ότι οι Ζυγιώτες της Πελοποννήσου έχουν μεταναστεύσει εκ της Βαλτικής θαλάσσης, "ανέλαβε το φοβερόν έργον να μας αποδείξει ότι απαξάπαντες οι Αλβανοί ανήκουσιν εις μυστηριώδη τινά βαλτικήν φυλήν”, γράφει ο Σάθας (24: 470). Κατά τον Pouqueville, οι Αλβανοί έχουν έλθει από τoν Καύκασο. Οι κάτοικοι της Κολχικής, καταδιώκοντας τον Ιάσονα, έφτασαν στην Αλβανία στο Dulcigno (= Colchinium). Για τους Τόσκηδες προσθέτει ότι έχουν Γεωργιανό αίμα (21:ΙΙΙ,215).
Αυτή η περιοχή, καθώς και τα παράλια της Αλβανίας, κατά την αρχαιότητα είχαν καθαρά ελληνικό χαρακτήρα, όπως μαρτυρούν τα τοπωνύμια περί την Χειμάρρα (ακολούθησα τη γραφή του Λεξικού Δήμων και Κοινοτήτων, αντί του Χιμάρα του Σπυρ. Λάμπρου) : Βήσσα, Παγά, Περιθώρι, Ανδριχώρα κλπ. Η Απολλωνία βρισκόταν βορείως του Αυλώνος και σε μικρή απόσταση απ' αυτόν. Η δε Επίδαμνος ήταν το σημερινά Δυρράχιον (Durazzo). Αργότερα, η παρουσία των βυζαντινών είχε σαν αποτέλεσμα τη διάδοση της Ορθοδοξίας στους Λιάπηδες, για να προστεθεί έτσι ακόμη ένας δεσμός με αυτούς. Αντίθετα με τους βόρειους Αλβανούς, οι οποίοι έχοντας περισσότερες επαφές με τους Ρωμαίους και κατόπιν με τους Λατίνους ακολούθησαν το δόγμα των Καθολικών, κυρίως οι Τόσκηδες της Κεντρικής Αλβανίας. Μη λησμονούμε δε ότι ολόκληρη επαρχία της Ιταλίας λέγεται Τοσκάνα.
Μεταξύ των βόρειων Γκέγκηδων και των νοτίων Λιάπηδων υπάρχουν διαφορές, όπως είναι φυσικό να συμβαίνει σε μια τόσο ορεινή χώρα όπως είναι η Αλβανία. Διαφορές όχι μόνο φυσιογνωμικές και θρησκευτικές, αλλά και στη γλώσσα και στις παραδόσεις. Οι Λιάπηδες δεν αποκαλούν εαυτούς Σκιπητάρους, αντίθετά με τους λοιπούς Λλβανούς, και σχεδόν δεν γνωρίζουν την ιστορία του Σκεντέρμπεη. Αντίθετα σημειώνουμε εδώ αυτό που γράφει ο Γάλλος συγγραφέας Camille Paganel στο έργο του Histoire de Scanderbeg, ou, Turcs et Chrétiens au XV siècle, Didier, Paris 1855, σσ. IV και VII, "Πρέπει να ομολογηθεί η μεγίστη συγγένειά τους με τους Έλληνες".
Η συγγένεια αυτή, εκτός από τη φυλετική καταγωγή, είχε τονιστεί και από τις καθημερινές επαγγελματικές και κοινωνικές επαφές Ελλήνων και Λιάπηδων, μάλιστα σε τέτοιο σημείο, που ενώ μιλούσαν και τις δύο γλώσσες, έγραφαν μόνο ελληνικά. Χαρακτηριστικά προσθέτει ο Σπύρ. Λάμπρος (9: 490 ), «Τοιαύτης ούσης της σημασίας της ελληνικής παιδείας και δι’ αυτούς τους Αλβανούς, ευνόητον είναι πως ου μόνον ο εκ Δελβίνου Τουρκαλβανός υμνωδός των άθλων του Αλή (Πασά) Χατζή Σεχρέτης ελληνιστί έγραψε την Αληπασιάδα αυτού, αλλά και αυτός ο νεώτατος των υιών του σατράπου, ο Σαλίχ, όν ο πατήρ εφιλοτιμή0η να μορφώσει δια της ελληνικής παιδείας πλειότερον των πρεσβυτέρων τέκνων, εστιχούργησεν ελληνιστί. Την επίδρασιν εκείνην των Ελληνικών γραμμάτων επί τους Τουρκαλβανούς έτι μάλλον ηύξησεν η εις την Ζωσιμαίαν Σχολήν προσέλευσις μαθητών και εξ Αλβανίας... » (9: 298).
Είπαμε πάρα πάνω ότι διαφέρουν φυσιογνωμικά. Πραγματικά, αντίθετα με τους υψηλόσωμους θηριώδεις Γκέγκηδες, οι Λιάπηδες ήσαν μικρόσωμοι, χωρίς όμως να υστερούν σε κακία από τους πρώτους. "Οι Λιάπηδες της περιοχής Κούτσι της Χειμάρρας ήσαν μικροκαμωμένοι, άσχημοι, κακοί και βρώμικοι" (19: 52). Και ο Pouqueville γράφει γι' αυτούς ότι έχουν 5 πόδια ύψος και πλένονται 3 φορές στη ζωή τους.
Και στους πρώτους και στους δεύτερους, που ποτέ δεν ήσαν πολύ γνωστοί για θρησκευτικό φανατισμό, ο εξισλαμισμός ο οποίος είχε αρχίσει στη βόρεια Αλβανία από το 1418, συμπληρώθηκε το 1580 (19: 40). Ενώ στη νότια [Αλβανία], ο εξισλαμισμός του Αργυρόκαστρου, που κι εκείνο είχε καταληφθεί από το 1418 από τους Τούρκους, εξ αιτίας της παρουσίας μεγάλου αριθμού ορθοδόξων, άρχισε κάπως αργότερα περί τα 1650 και λέγεται μάλιστα ότι κατά μεγάλο ποσοστό οφείλεται στην αγανάκτηση των Λιάπηδων κατά της Ορθοδοξίας με αφορμή τις νηστείες! Πάντως, στον καζά του Δέλβινου, κατά μίαν Οθωμανική στατιστική του 1908, επί 21836 κατοίκων, 12231 ήσαν Έλληνες και μόνο 4155 αλβανόφωνοι (8: 138). Και κατά μίαν άλλη στατιστική του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την ίδια περίπου περίοδο αναφέρονται 97964 Έλληνες και 54421 Μουσουλμάνοι στην περιοχή του Αργυροκάστρου.
Ο εξισλαμισμός αυτός έδωσε στους Λιάπηδες που αλλαξοπίστησαν ελευθερία δράσεως εναντίον των αλλοθρήσκων γειτόνων τους.
"Οι μεγαλύτεροι λησταί και κακοποιοί προήρχοντο ως επί το πλείστον εκ των εξισλαμισθέντων μερών της Λιαπουριάς και της Λεσνίτσης, του Νταγκλί και της Κολώνιας" (19: 41). Αν σ' αυτά προσθέσει κανείς την ορεινή σύσταση του εδάφους, την φτώχεια και τα επακόλουθά της, αρπακτική διάθεση, βεντέτα κλπ., θα καταλάβει πολύ καλά γιατί η κόμησσα Dora d’Istria τους περιγράφει με τόσο μελανά χρώματα παρόλον ότι ήταν φίλη του Αλβανικού Έθνους. "Οι Ιάπυγες (Λιάμπηδες) της Οθωμανικής θρησκείας, παλαίοντες διηνεκώς προς την κακήν τοποθεσίαν, ουδαμώς προώδευσαν προς τον πολιτισμόν. Ισχνοί, κατεσκληκότες, αμαθείς, έχοντες ανάστημα μη υπερβαίνον τους πέντε πόδας, ήσαν ποτέ άσπλαχνοι πειραταί, αλλά και σήμερον θεωρούσιν την αρπαγήν ως μόνον πόρον του βίου. Οι παράλιοι Ιάπυγες (Χειμάρρα, Άγιοι Σαράντα) ζώσιν εντός του ύδατος ως ιχθείς. Αι γυναίκες δε διάγουσιν αυτόθι το πλείστον της ζωής αυτών ως έχουσαι ελαιώδες και μελανόν το δέρμα, μαρασμώδεις τους μαστούς και υπερμεγέθη την γαστέρα, φαίνονται ότι διάγουσι βίον τω όντι κτηνώδη ..." (5: 253). Αν έτσι τους είδε η κόμησσα τον 19° αι., σκεφτείτε πώς θα ήσαν οι Λιάπηδες τα παλαιότερα χρόνια. Οι Ιλλυριοί, και με τον όρο αυτό οι Βυζαντινοί εννοούσαν όλους μαζί τους Αλβανούς, ήσαν διαβόητοι δια την σκληρότητά τους. "Πονηρόν των Ιλλυριών έθνος" τους αποκαλεί ο Γεννάδιος ο Σχολάριος (11: 150), και "επιτηδείους προς διέγερσιν κυνών" τους χαρακτηρίζει ο Λουκάς Νοτάριος (11: 185). Ο Pouqueville, που τους έζησε από κοντά, γράφει για τους Λιάπηδες: "Επιδίδονται αποκλειστικά στη κλοπή. Περπατούν μέσα στα σκοτάδια όπου το μάτι τους μπορεί να διακρίνει τη λεία που αναζητούν, ιδιότητα που τους κάνει να είναι περιζήτητοι στον ανταρτοπόλεμο, όπου είναι άξιοι να προκαλέσουν σοβαρές ζημιές στον εχθρό". Και για τις γυναίκες τους προσθέτει: "Δεν γνωρίζουν καμμιά διασκέδαση παρά μόνο το μπάνιο και θεωρούνται ατρόμητοι βουτηχτάδες" (21, ΙΙΙ, 218-219).
Αντίθετη γνώμη είχαν οι Τούρκοι που τους θεωρούσαν εκλεκτούς στρατιώτες. Για τους Αρναούτες αυτούς γράφει ο Αθαν. Κομνηνός -Υψηλάντης (Τα μετά την Άλωσιν, σσ. 776-7) "οι πλείονες από χριστιανών ετούρκισαν. Υστερούνται κάθε είδους γραμμάτων και επιστημών· καταγίνονται δε εις την τέχνην της υδραυλικής και την θεραπείαν των ερνιών, δένδρων και κήπων, και μεγάλως προχωρούσιν είναι παράξενον, ότι άνθρωποι μαθηματικών επιστημών άμοιροι, χωρίς όργανα μαθηματικά, να μετρούσι τα διαστήματα των τόπων και πόλεων απ' αλλήλων, να μετρώσι και να ευρίσκωσι τα ύψη των ορέων, να κτίζωσι θαυμασίως εις βάθος πέντε και εξ πηχών θαλάσσης και ποταμού πέτρινα θεμέλια και "σέτια" (ξύλινες θεμελιώσεις μέσα στο νερό), προσαρμόττοντες τας πέτρας ουτωσί ασφαλώς και αρμοδίως και ηνωμένως ωσαν να έκτιζον εις την ξηράν· να γνωρίζωσι εντελέστατα την ποσότητα και την ποιότητα των υδάτων εντελέστερον από κάθε επιστήμονα γεωμέτρην. Πάντες οι υδραγωγοί, οι περί την Κωνσταντινούπολιν εισίν εργόχειρα μόνον ειδικά τους, τα οποία ότι εισίν θαυμασίου κατασκευής τις ο αμφιβάλλων".
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α
Αφού έχουμε τώρα μια πολύ αμυδρή εικόνα για το τι πάνω κάτω ήσαν οι φυλετικά συγγενείς μας Λιάπηδες, θα προσπαθήσουμε να παρακολουθήσουμε τις μετακινήσεις τους εκείνες που ενδιαφέρουν εμάς τους Έλληνες. Γιατί οι Αλβανοί έχουν απλωθεί από την Ιταλία μέχρι την Κωνσταντινούπολη και από τη Ρουμανία μέχρι την Αίγυπτο.
Κάτω από τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, που επικρατούσαν και που σκιαγραφήσαμε πάρα πάνω, είναι φυσικά τα πληθυσμιακά πλεονάσματα της περιοχής να μην έχουν πρόβλημα επαγγελματικής επιλογής. Η μοναδική λύση που τους έμενε ήταν ο εκπατρισμός. Γι' αυτό και τους βλέπουμε να κατατάσσονται ως μισθοφόροι σ' οποιονδήποτε δεχόταν να τους πληρώσει. Στην Ελλάδα οργανωμένα ένοπλα τμήματα Αλβανών εμφανίζονται για πρώτη γνωστή φορά επί Αλεξάνδρου του Μεγάλου. Όπως είναι γνωστό, η μητέρα του Ολυμπιάς ανήκε στη φυλή των Μολοσσών της Πίνδου και το 1/3 των στρατευμάτων του το αποτελούσαν Ιλλυριοί. Τέτοιους "Ιλλυριούς" παρέταξε και ο Φίλιππος Ε’ στη μάχη που έδωσε εναντίον των Λακεδαιμονίων στη Σπάρτη το 218 π.Χ. Γράφει σχετικά ο Πολύβιος (20: 23):
«Ο δε Φίλιππος εγγίσας τοις περί του Λυκούργον το μεν πρώτον αυτούς εφήκε τους μισθοφόρους, εξ ου και συνέβη τας αρχάς επικυδεστέρως αγωνίζεσθαι τους παρά των Λακεδαιμονίων άτε και του καθοπλισμού και των τόπων αυτοίς ου μικρά συμβαλλομένων. Επεί δε τους μεν πελταστάς ο Φίλιππος υπέβαλε τοις αγωνι ζομένοις, εφεδρείας έχοντας τάξιν, τοις δε Ιλλυριοίς υπεράρας εκ πλαγίων εποιείτο την έφοδον, τότε συνέβη τους μεν παρά του Φιλίππου μισθοφόρους επαρθέντας τη των Ιλλυριών και πελταστών εφεδρεία πολλαπλασίως επιρρωσθείναι προς τον κίνδυνον, τους δε παρά του Λυκούργου, καταπλαγέντας την των βαρέων όπλων έφοδον, εγκλίναντας φυγείν».
Αλβανοί (Alvari KI) αναφέρονται επίσης από τον ΙV αι., στο Χρονικόν του επισκόπου Νικίου Ιωάννου (23: ΧVΙΙΙ).
O αυτοκράτορας του Βυζαντίου Αναστάσιος (491-518) ήταν Ιλλυριός και ο Ιουστίνος και ο Ιουστινιανός ήσαν Ιλλυριοί.
Μια άλλη γνώμη που την υποστηρίζει ο Κ. Σάθας (23 ΧVΙ) είναι ότι "το έθνος των Αβάρων, τουρανικής καταγωγής, έκανε συχνές επιδρομές στη Μακεδονία, τη Θράκη, την Ιλλυρία, και αυτούς που αιχμαλώτιζε τους ένωνε με τα στρατεύματά του για να επιτίθεται εναντίον των Βυζαντινών. Μεταξύ αυτών ήσαν και Βούλγαροι και Βλάχοι και Αλανοί. Ο ίδιος συγγραφέας συνεχίζει με τις πάρα κάτω πληροφορίες:
«Μία λεπτομερέστερη εξέταση της χώρας που κατείχετο από τους θεωρουμένους Σλάβους (τη δυτική Πελοπόννησο), θα μας πείσει ότι σ' αυτή την περιοχή της Πελοποννήσου δεν συναντούμε παρά Αλβανούς. Οι Γάλλοι κατακτητές συνάντησαν μεγάλη αντίσταση εκ μέρους των "Σλάβων" των καταυλισμένων στο ίδιο σημείο όπου τους τοποθετεί η "Επιτομή" του Στράβωνος. (Αναφέρεται στις περιοχές της σημερινής Μίνθης, που στον Μεσαίωνα λεγόταν Scorta και σήμερα Κοντοβούνια, Άλβαινα και Μάλια). Η λέξη Scorta είναι αλβανική (Scurte = κοντός). Άλβαινα είναι το όνομα των Αλβανών και Malia = βουνό.
Δεν γνωρίζουμε παρά δυο ονόματα από τους αρχηγούς τους. Τον Βουτζαρά και τον Βρανά. Του τελευταίου η περιοχή εκτεινόταν από την Ιθώμη μέχρι τη Πάτρα. Το Βουτζαράς (αλβ. Botza ή Βuza) μας Θυμίζει τον ήρωα Μπότσαρη και το Βρανάς επίσης είναι όνομα αλβανικό (Bran, Bris, Sbranis).
Αν εξετάσουμε τα ονόματα των χωριών της Ηλείας και της Τριφυλίας, θα δούμε ότι πολλά είναι αλβανικά: Μπαρμπάτενα, Κατζαρού, Κούκουρα, Λαμπέτη, Μαλακάτη, Ζόγια, Αρβανίτη, Μουζάκη, Ρενδετού, Κελεβή, Κουκούβιστα, Βρανά, Μπράτη, Βαλάκα, Καγκάδη, Κόκλα, Κομπόθεκρα, Μάζη, Ματαράγκα, Μαλίκη, Σπάτα, Ντάρα, Λάτα, Λόπεση, Μαζαράκη, Μουσικά, Σούλη κλπ. (23: ΧVΙΙΙ).
Ο συγχρωτισμός των Αλβανών με τους Μανιάτες κληροδότησε στους τελευταίους τη βεντέτα που την απαντούμε παντού όπου έχουν μεταναστεύσει αυτοί οι δύο λαοί, τη Σικελία, τη Καλαβρία και την Κορσική. Επίσης και το παιχνίδι «Αμπάριζα». Τέλος τη φεουδαλική διάρθωση της μανιάτικης κοινωνίας (23 ΧΧΙV).
Ακόμη στη Μάνη χρησιμοποιείται ο όρος "φαμέγιοι", που είναι αλβανικός και σημαίνει: υποδούλωση, faljmeja (23 ΧΧΙV).
Αν εξετάσουμε τα ονόματα των αρχαίων τιμαριούχων της Πελοποννήσου, τα γνωστά από την περίοδο την προ των Σταυροφοριών, θα βρούμε και εκεί την αλβανική προέλευση. Ο Ρεντάκιος του Πορφυρογέννητου σημαίνει στα αλβανικά : ο βαρύς. Ο περίφημος κύριος του Ναυπλίου, ο Σγουρός, έχει και αυτός αλβανικό όνομα, Sgouris, που το είχαν και άλλοι Αλβανοί πρίγκηπες, ο Μαυρίκιος Μπούας Σγουρός (1406) και ο Σεβαστός Σγουρός (1274-1278) (23: ΧΧΙΙ).
Η λέξη «δρόγγος», που χρησιμοποιεί ο χρονικογράφος για να υποδηλώσει το ορεινό έδαφος είναι αλβανική (Druja) και σημαίνει δάσος (23: ΧΧΙΙΙ).
Παρ' όλον ότι οι πληροφορίες αυτές είναι συμπαθείς, εν τούτοις αφήνουν αναπάντητο το ερώτημα: Και τότε οι Σλάβοι και τα τόσα Σλάβικα τοπωνύμια; Ίσως θα πρέπει να δεχθούμε άτι υπήρχε κάποια συμβασιλεία τα χρόνια εκείνα, από τον 7ο μέχρι τον 9ο αι. στην Πελοπόννησο, Σλάβων και Αλβανών, όπως θα ιδούμε και πάρα κάτω · περί το 980 μ.Χ. η Αλβανία καταλαμβάνεται από τους Βουλγάρους (18: 188). Η Άννα Κομνηνή αναφέρει ορθόδοξους Αλβανούς αλλά με ακαθόριστα όρια. Στις αρχές του 13ου αι., ένας νόθος του σεβαστοκράτορα Ιωάννου του Άγγελου δραπετεύει από τη συνοδεία του Βονιφάτιου του Μομφερατικού, φτάνει στο Δυρράχιο, παντρεύεται την κόρη του Διοικητή, συγκεντρώνει στρατεύματα από Αλβανούς, Βλάχους και Βούλγαρους, μετατρέπει τους ορεσείβιους αυτούς σε τακτικούς στρατιώτες (αρματωλούς, estradiots), καταφέρνει να εμποδίσει τους Ενετούς να εγκατασταθούν στην 'Ηπειρο, την κατακτά αυτός, προσθέτει και την Ακαρνανία και την Αιτωλία και ένα μέρος της Θεσσαλίας. Το κρότος του άρχιζε από το Δυρράχιο και έφτανε μέχρι τη Ναύπακτο (18: 307).
Το 1230 ο Βούλγαρος τσάρος Ιωάννης Ασάνης ΙΙ καταλαμβάνει την Αλβανία μέχρι το Δυρράχιο (18: 310). Το 1296 ο Σέρβος κράλης Ούρος Μιλουτίν καταλαμβάνει τη Νότιο Αλβανία (18: 339).
Κατά τις τελευταίες δεκαετίας του ΙΓ' και τις πρώτες του ΙΔ’ οι Αλβανοί αρχίζουν να εισβάλλουν στην Ήπειρο (3: 221). Περί δε το 1320 έφυyαν από την περί τη Δωδώνη περιοχή και επέρασαν στη Θεσσαλία (12: 5).
Εκτός από αυτούς τους διάφορους μνηστήρες της κληρονομιάς των Αγγέλων, παρουσιάστηκαν τώρα (1310-1340) για πρώτη φορά στη πεδιάδα της Θεσσαλίας μεγάλα πλήθη Αλβανών μεταναστών, που αποτελούσαν ένα νέο και ακμαίο στοιχείο του πληθυσμού της. Λεηλατούσαν όλη την ύπαιθρο χώρα και όπως έφερναν τις γυναίκες μαζί τους ο αριθμός τους αυξήθηκε γρήγορα και άρχισαν να παίρνουν τη θέση των Βλάχων, που ως τότε αποτελούσαν τον κύριο όγκο του θεσσαλικού πληθυσμού, απ’ όπου και το όνομα της χώρας Μεγαλοβλαχία. Από αυτούς τους Αλβανούς συμπληρώθηκαν τα κενά τou πληθυσμού της Αττικής και του Μοριά (15: 310, Νικηφ. Γρηγοράς Ι, 279, 318).
Το 1336 ο Ανδρόνικος ΙΙΙ, επί κεφαλής ενός τμήματος Τούρκων ειδικευμένων στον ορεινό πόλεμο, καταστέλλει τις ληστείες των Αλβανών και κάνει μια τεράστια διαρπαγή των κοπαδιών τους (18, 351).
Περί το 1370-1380, ο βυζαντινός δεσπότης του Μοριά Μανουήλ Καντακουζηνός μετακάλεσε ορισμένον αριθμόν από τους Αλβανούς αυτούς (που είχαν κατεβεί στη Θεσσαλία) δια να συμπληρώσουν τα κενά! (στην πραγματικότητα για να τον βοηθήσουν να καταστείλει την αντίσταση των τοπικών αρχόντων) και τους εγκατέστησε στην κεντρική και νοτιοδυτική Πελοπόννησο (12: 6). Κατ' άλλους ήσαν 8000 και κατ' άλλους 10000.
Οι Αλβανοί ήσαν αφοσιωμένοι εις την οικογένεια Καντακουζηνού και δεν έβλεπαν με ·καλό μάτι τη Σέρβικη δύναμη (15: 355). Εκείνα τα χρόνια, στο τέλος του ΙΔ' αι., καταλαμβάνουν το Άργος (12: 8) και αρχίζει και ο εποικισμός της Αττικής, ο οποίος κορυφώθηκε το 1402.
Χάρη συμπλήρωσης των κενών του πληθυσμού του δουκάτου (των Αθηνών) που είχαν δημιουργηθεί με την επιδρομή των Ναβαρραίων, ο Πέδρο ΙV της Αραγωνίας, βασιλέας των Αθηνών (1380), χορήγησε απαλλαγή από το φόρο για δύο χρόνια στους Έλληνες και στους Αλβανούς που θα έρχονταν να εγκατασταθούν σ' αυτό. Αυτή ήταν η αρχή εκείνου του Αλβανικού αποικισμού της Αττικής και Βοιωτίας, που τόσα πολλά στοιχεία σώζονται στις ημέρες μας στους κατοίκους και στη γεωγραφική τοπωνυμία. Πλήθος χωριών γύρω από την Αθήνα κατοικούνται από Αλβανούς που μιλάνε Αλβανικά, όπως και ελληνικά, ενώ ονόματα όπως των χωριών Σπάτα, Λιόσια, Λιόπεσι, Μαλακάσα και Κορωπί είναι Αλβανικής προέλευσης (15: 381).
Το 1413 πιΘανόν Αλβανοί περνούν στην Εύβοια, εγκαθίστανται στα βόρεια της Άνδρου (15: 667), ενώ την ίδια χρονολογία άλλοι Αλβανοί από τον Μοριά περνούν ως άποικοι στην Ίο (15: 666).
Στα πρώτα χρόνια του 15ου αι., «άνθρωποι τέτοιας ιδιότητας όπως οι σημερινοί Αλβανοί δεν είχαν γνώση της μόνιμης κυβέρνησης, που αντιστρατεύεται το πάτριο έθιμο της αλληλοσφαγής σε κάποιο φατριαστικό αγώνα. Βρήκαν σε λίγο έναν αρχηγό, κάποιον Λαμπούδιο, τον πιο πανούργο και ασεβέστατο ανάμεσά τους, που είχε μάλιστα στασιάσει εναντίον του Δεσπότη Μανουήλ Καντακουζηνού, αλλά είχε συγχωρηθεί κι είχε βρει την ευκαιρία ν' αποκαταστήσει την κατεστραμμένη περιουσία του... Ζήτησε και έλαβε την άδεια να συγκεντρώσει τον ναυτικό φόρο. Γύρισε όλη τη χώρα σαν γνήσιος δημαγωγός, αναστάτωσε τον λαό ειρωνευόμενος τη δουλοπρέπεια που έδειχνε στον δεσπότη και τονίζοντας πως ήταν ανάξιος των προγόνων του... Ο χλευασμός και η απειλούμενη φορολογία έφεραν το αποτέλεσμά τους. Ο λαός ξεσηκώθηκε μόλις δόθηκε το σύνθημα, οι άρχοντες αιχμαλωτίστηκαν στις πόλεις και στα χωριά και οι επαναστάτες βάδισαν εναντίον του Μυστρά. Αλλά τα νέα πως ο Δεσπότης προπαρασκευαζόταν να τους επιτεθεί με 300 άντρες της βυζαντινής του φρουράς και με μερικούς Ακαρνάνες μισθοφόρους, που για πρώτη φορά τους συναντούμε στην ιστορία του Μοριά, έφτασε για να προκαλέσει γενικό πανικό. Ο Μανουήλ τους συγχώρεσε...» (15, 345).
Το 1414, ο Θεόδωρος Β' Παλαιολόγος αναγνωρίζεται επί τέλους, με τη δύναμη των Αλβανικών όπλων, δεσπότης του Μορέως (23, ΙΧ ). Όσες φορές ο Δεσπότης (Θεόδωρος Παλαιολόγος ) προσπάθησε να κάνει την εξουσία του σεβαστή, οι αποστάτες Έλληνες υπήκοοί του εύρισκαν συμμάχους τους Ναβαρραίους και ο Θεόδωρος αναγκαζόνταν, για χάρη της ίδιας του άμυνας, ν' αναζητάει βοήθεια από άλλους. Αυτόν τον χρόνο 10.000 Αλβανοί είχαν μεταναστεύσει από τη Θεσσαλία και την Ακαρνανία, αφήνοντας τα υπάρχοντά τους - για να γλυτώσουν από τους Τούρκους – κι είχαν κατασκηνώσει με τα γυναικόπαιδά τους κοντά στον Ισθμό. Από εκεί έστειλαν αγγελιαφόρους στο Δεσπότη‚ ζητώντας του άδεια να εγκατασταθούν στις κτήσεις του. Πολλοί από τους συμβούλους του αντιτάχθηκαν σ' αυτή την ιδέα, με το δικαιολογητικό πως τα ήθη και τα έθιμα αυτών των ξένων δεν ήταν όμοια με τα ελληνικά. Ο Θεόδωρος όμως είδε, όπως και ο προκάτοχός του Μανουήλ Καντακουζηνός, πως αυτοί οι βουνήσιοι θα του προμήθευαν άριστους μαχητές που θα τον βοηθούσαν να κρατήσει τους άρχοντες σε τάξη. Γι’ αυτό δέχτηκε τους Αλβανούς στη Χερσόνησο. Αυτοί κατάλαβαν τόπους ακατοίκητους, φύτεψαν δέντρα σε χωριά που η ληστεία είχε διώξει τους ειρηνικούς ντόπιους.
Το 1418, κατόπιν προδοσίας του υιού Ζενεβίση, το Αργυρόκαστρο περιέρχεται εις χείρας των Οσμανλήδων και, όπως αναγράφει το Χρονικόν των Τόκκων (25),
οι Τούρκοι εδυνάμωσαν το Κάστρον, εκτίσαντο
τον τόπον εδιόρθωσαν, χωρία και κατούνες
…
Διαλαλισμόν εκάμασιν στα σύνορα τα γύρω
όπου αν είναι άνθρωπος ή κρυμμένος,
όλοι να επιστρέφωνται οπίσω εις τον τόπον.
Μόνον Αλβανίται έφυγον · εις τον Μορέαν υπήναν.
Για την Πελοπόννησο έφυγαν και οι πλούσιοι. Στα 1423, όταν ο Τούρκος στρατηγός Τουραχάν είχε κατεβεί στο Μοριά, «... οι Αλβανοί άποικοι είχαν αποφασίσει να μην εγκαταλείψουν το Μοριά χωρίς να κάνουν αισθητή τη χρήση των όπλων τους. Συγκεντρώθηκαν στη Δαβιά, κοντά στη Τριπολιτσά, με στρατηγό ομόφυλό τους και προπαρασκευάστηκαν να επιτεθούν. Πλήρωσαν ακριβά το τόλμημά τους. Πολλοί σκοτώθηκαν, οκτακόσιοι αιχμαλωτίστηκαν και σφάχτηκαν και στήθηκε πυραμίδα από αλβανικά κεφάλια στη θέση της μάχης, στη Νήσσα (15: 451).
Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, αφηγούμενος την κατάκτηση του Μορέως από τους Τούρκους, αναφέρει τους Αλβανούς που κατοικούσαν την Αχαΐα με το άνομα Αραβαίοι Αλβανοί. Αυτοί οι Αλβανοί που είχαν κάτι παλιούς λογαριασμούς εναντίον των Βυζαντινών υπετάγησαν σύντομα εις τον Μουράτ τον ΙΙ, ο οποίος τουc ανεγνώρισε σαν νόμιμους ιδιοκτήτες της πατρικής τους γης. Το 1446 εγκατέλειψαν τους Τούρκους και ενώθηκαν με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, αλλά μετά την ήττα τους εγκατέλειψαν για πάντα την Ηλεία και μετανάστευσαν στη Σικελία, εκεί σώζεται ακόμη ένα τμήμα όπου η ανάμνηση της "Ωραίας Ελλάδας" (Boukoure More) διεγείρει παθητικές αναμνήσεις (23 ΧVΙΙ).
Τον Ιούλιο του 1448 ο Μουράτ εξωθούμενος από τους Ενετούς εισέβαλε στην Αλβανία αλλά νικήθηκε εμπρός από την Κρόια και αναγκάστηκε να αποσυρθεί με μεγάλες απώλειες (αρχηγός ο Σκεντέρμπεης) (18: 414).
Το 1450, την επομένη της νίκης του στο Κόσοβο, ο Μουράτ εστράφη εναντίον της Αλβανίας, αλλά ο Σκεντέρμπεης παρ' όλη την εχθρότητα της Βενετίας, χωρίς κανέναν σύμμαχο παρά μόνο τη Δημοκρατία της Ραγούσας, αντιστάθηκε στο σουλτάνο και του προκάλεσε τεράστιες απώλειες εμπρός από την Κρόια και τον υποχρέωσε να εγκαταλείψει την πολιορκία αυτής της θέσης μετά από πέντε μήνες επανειλημμένων επιθέσεων (18: 414).
Το 1452, ο Μωάμεθ ο ΙΙ προετοιμάζει την επίθεση εναντίον της Κωνσταντινούπολης και για να εμποδίσει την αποστολή βοήθειας επιτίθεται εναντίον των Αλβανών. Ο Σκεντέρμπεης του προκαλεί νέες αποτυχίες, αλλά παρ’ όλα αυτά ο Μωάμεθ επιτυγχάνει να κρατήσει απομονωμένη την Κωνσταντινούπολη (18: 419).
Στα Ενετικά Αρχεία απαντούμε μιαν επανάσταση των Αλβανών εναντίον των Δεσποτών της Πελοποννήσου το 1453 (23: 215). Το 1454, ο Τουραχάν καταστέλλει στον Μοριά μιαν επανάσταση των Αλβανών υποκινημένη από τους Ενετούς (18: 429). Μετά την Άλωση, οι Δεσπόται του Μορέως εσκέφθησαν να απέλθωσι εκ Πελοποννήσου ότε οι Αλβανοί, ανακηρύξαντες δεσπότην Μανουήλ τινα Καντακουζηνόν, ετάχθησαν υπό τον Πέτρον Μπούαν. Ο Δεσπότης όμως Δημήτριος Παλαιολόγος εκάλεσε βοηθόν του τον γιό του Τουραχάν, όστις εισβαλών υπέταξε την χώραν και επέβαλεν εις Έλληνες τε και Αλβανούς βαρύτατον φόρον 12000 στατήρων χρυσού. Το ίδιο επεισόδιο το παραθέτει διαφορετικά ο Σπ. Λάμπρος. «Η αφροσύνη των πλεονεκτών Βυζαντινών αρχόντων των κατεχόντων τας κυριωτέρας αρχάς εν ταις μικραίς αυλαiς των Πατρών και του Μυστρά είχε παρασκευάσει νέον κίνδυνον κατά των δεσποτών. Οι Αλβανοί άποικοι είχαν πολλαπλασιασθεί, ενώ ο Ελληνικός πληθυσμός είχεν ελαττωθεί και αι πρόσφατοι τουρκικαί δηώσεις είχον αυξήσει την έκτασιν χέρσων γαιών, εν αίς ηδύναντο να βοσκήσωσι τα πρόβατα αυτών. Αναζωπυρηθέντες δ' υπό των μεγάλων κατορθωμάτων του ομοφύλου αυτών Σκεντέρμπεη εν Αλβανία κατελήφθησαν υπό τινός των σπανίων εκείνων πόθων ανεξαρτησίας, ούς μόνον που και που συναντώμεν εν τη αλβανική ιστορία. Αι ελληνικαί αρχαί εδράξαντο της ακαταλλήλου εκείνης περιστάσεως όπως αξιώσωσιν ανώτερον φόρον δια τας υπό των Αλβανών κατεχομένας γαίας. Η δε απάντησις των ποιμένων υπήρξε γενική επανάστασις, καθ' ήν τριακοντασχίλιοι Αλβανοί ηκολούθησαν την ηγεσίαν του αρχηγού αυτών Πέτρου Μπούα του επονομαζομένου Χωλού. Σκοπός δ' αυτών υπήρξεν η εκ της χερσονήσου έξωσις των Ελλήνων, αλλά τούτο δεν εκώλυσεν εν τούτοις άλλους Έλληνας δι' ιδίους λόγους δυσαρεστημένους εκ της διοικήσεως των δεσποτών να συμπράξωσι μετά των Αλβανών» (10: 298).
Το 1454, ο Ταυραχάν επιτίθεται στους Αλβανούς στη θέση που ονομάζεται Βορδοτία (Βορδώνια;), που την είχαν οχυρώσει ισχυρά, αλλά από όπου έφυγαν νύχτα αφήνοντας μέχρι 10000 άντρες και γυναίκες αιχμαλώτους των συμμάχων... Έτσι υποτάχτηκαν και οι υπόλοιποι Αλβανοί με τον όρον πως θα διατηρούσαν τις κτήσεις που είχαν καταλάβει και τα ζώα που είχαν αρπάξει, μια συνδιαλλαγή που ανταποκρινόταν περίφημα στη σουλτανική πολιτική που έριχνε τη μια φυλή εναντίον της άλλης... Ο Πέτρος Μπούας πήρε από τους Τούρκους επικύρωση των προνομίων του και εννιά χρόνια αργότερα ξαναμπήκε επί κεφαλής άλλης εξέγερσης των συμπατριωτών του (15: 497).
Το 1458, ο Μωάμεθ, «φθάνοντας στη Νεμέα, στράφηκε προς τα δυτικά και πολιόρκησε την Ταρσό, που βρισκόταν στα βόρεια της λίμνης Φενεού, που παραδόθηκε... Αλλά ο Δοξίης, ο Αλβανός αρχηγός των περιχώρων, κατέλαβε μιαν οχυρή θέση σε ψηλό λόφο με ένα σώμα Ελλήνων και Αλβανών και ετοιμάστηκε να αμυνθεί εναντίον του σουλτάνου. Οι πολιορκητές έκοψαν το νερό και έτσι οι ηρωικοί υπερασπιστές … υποχρεώθησαν να ζητήσουν ειρήνη. Ο Μωάμεθ επωφελήθηκε την ώρα που οι πολιορκημένοι είχαν εγκαταλείψει τις θέσεις τους και μ' αυτό τον τρόπο το χωριό έπεσε στα χέρια του» (15: 500).
Εκείνα τά χρόνια, επί Δημητρίου και Θωμά Παλαιολόγων, η κατάσταση στο Μοριά περιγράφεται ως εξής από τον Βενετό προβλεπτή Stefano Μagno: “Ιndetta provincial (Κόρινθος), circa 30 milla Αlbanesi habitanti per le montagne si levaron" (27: 199) και συνεχίζει: "Αlbanenses in Peloponneso dominantur" (27: 200). Οι αριθμοί αυτοί οσοδήποτε εξογκωμένοι και αν είναι, μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι οι 8000 Αλβανοί του Καντακουζηνού και οι 10000 του Θωμά Παλαιολόγου δεν είναι δυνατόν να "dominantur" όλη την Πελοπόννησο και να είναι και 30000 στην ορεινή Κορινθία. Όπως θα ιδούμε πάρα κάτω, υπάρχουν και άλλα στοιχεία που μας συγχωρούν την υπόθεση ότι και προ των δύο αυτών γνωστών καθόδων, είχαν προϋπάρξει και άλλες, τουλάχιστον στην Αργολίδα.
Αλλά ας παρακολουθήσουμε τις περιπέτειες των Αλβανών.
- (1459) Μερικοί από τους Αλβανούς αρχηγούς, αγανακτησμένοι από τη τουρκική κυριαρχία και φιλοδοξώντας να μιμηθούν τα κατορθώματα του μεγάλου τους συμπατριώτη του Σκεντέρμπεη, συμμάχησαν με τους Έλληνες σύμβουλους και άρχισαν να παρακινούν τον (Δεσπότη) Θωμά να «φάγει τους όρκους ως λάχανα». Η ανοχή του Τούρκου διοικητού Ομάρ ήταν ύποπτη και ο σουλτάνος τον έπαψε από την Πελοποννησιακή και Θεσσαλική στρατηγία και όρισε τον Χαμουζά Ζενεβίση τον «ιερακοφόρο», έναν αποστάτη Αλβανό, αντικαταστάτη του και στον Μοριά. Οι Αλβανοί, που ορέγονταν λάφυρα, δυνάμωναν τη σύγχυση και στα δύο αντιμαχόμενα μέρη (Θωμά και Δημητρίου) (15: 514). Τον ίδιο χρόνο ο Χαμουζάς διορίζεται διοικητής Μυστρά (15: 516).
- Το 1460 επαναστατούν οι Αλβανοί της Αρκαδίας υπό τον Μπούαν και οι Έλληνες υπό τον Ράλλην της Λακωνίας.
- Μετά την κατάληψη της Αργολίδας από τον Μαχμούτ Πασά (1463), «Οι εντός των τειχών του Ναυπλίου απομείναντες Αλβανοί κάτοικοι της Αργολίδος, οι εν τοις πρώτοις συμπολεμήσαντες παρά το πλευρόν των ηττηθέντων Ενετών, τρέμοντες την εκδίκησιν των Τούρκων, υπερέβησαν το όρος Αραχναίον και εξεχύθησαν εις την εκείθεν παραλίαν της Ερμιονίδας, μή ευρίσκοντες δε εκείσε ασφαλές άσυλον από της διώξεως των Τούρκων, διεξεπεραιώθησαν δι Ενετικών πλοίων και ώκησαν τας νήσους Ύδραν, Σπέτσαις και Καλαύριαν (Πόρον), ερήμους κατοίκων εκ των πειρατικών επιδρομών (12 : 15). Αναφερόμενος στους κατοίκους της Μονεμβασίας, ο Βενετός Κυβερνήτης Francesco Cigogna γράφει στις 16-8-1481: Μέγα μέρος των μισθωτών (στρατιωτών) είναι Έλληνες και Αλβανοέλληνες (23: ΧΧΙ).
- Το 1482, «στρατιώτες» Αλβανοί και Έλληνες της Αργοναυπλίας κατατάσσονται στο στρατό της Ενετίας και παρουσιάζονται προ τω Δόγηδων (17: 125). Συνεχείς προστριβές των Ενετικών Αρχών του Ναυπλίου με τους Αλβανούς "Chiamati cambites" – εννοεί κυρίως τους Κρανιδιώτες,λόγω του ανυπότακτου χαρακτήρα των.
- Η αραίωση των Αρβανιτών της Πελοποννήσου είχε αρχίσει από το 1450, για να κορυφωθεί το 1540, με την ολοκλήρωση της κατάληψης του Μοριά από τους Τούρκους. Τότε καταφεύγουν στη Ζάκυνθο οι οικογένειες Σιγούρου (Σγουρού), Μάτεση, Μακρή, Δούσμανη, Μάρμορη (Μόρμορη), Δοξαρά. Στην Κεφαλονιά: Κλαδά, Μενάγια, Λουκίσσα. Στην Κέρκυρα κατέφυγαν συνολικά 53 οικογένειες (12: 16-17). Οι Μπούα, Μπουζίκη, Μπσρμπαρόση, Βαρούχα, Γκολέμη, Γκέρμπεση, Γαμπριέρα κ.α. (17: 160-61). Απ' αυτούς, ο Μερκούριος Μπούας επί κεφαλής τμήματος «στρατιωτών» κατατάσσεται στο στρατό του Βασιλέα των Γάλλων Λουδοβίκου ΙΒ’ και λαμβάνει μέρος στην πολιορκία της Γένοβας το 1507-8 (17: 174-75 ).
- Το 1536 «υποτάσσονται τω Σουλτάνω Σουλεϊμάν οι Αλβανίται με την επαρχία τους (τουρκ.: Αρναούτλουκ), επί τη συμφωνία του να δίδουν 8000 πολεμιστάς όταν έχει πόλεμο ο Σουλτάνος» (5α: 66).
- Τα Ενετικά Αρχεία μνημονεύουν αυτούς τους Αλβανούς μέχρι το 1541, εποχή της μεταναστεύσεώς τους. Δύο άλλοι Κρήτες συγγραφείς τους αναφέρουν μέχρι το 1659, χρονολογία κατά την οποίαν έκαμαν την εισβολή στην Καλαμάτα μαζί με τους Μανιάτες. Την ίδια εποχή οι Μανιάτες και οι Τσάκωνες θεωρούσαν τους Σκιπητάρους Βαρδουνιώτες σαν αδελφούς.
- Το 1570, ο εκ Ναυπλίου Μόρμορης, «ανήρ γενναίος και ειδήμων των εν Ηπείρω τοποθεσιών», αναλαμβάνει την αρχηγεία των επαναστατών της Β. Ηπείρου (22: 164). Το 1612 ο επίσκοπος Διονύσιος ο Φιλόσοφος (Σκυλόσοφος) διεγείρει τους Γιαννιώτες και τους Θεσσαλούς σ’ επανάσταση. Οι Τούρκοι την καταπνίγουν στη γέννησή της και οι Αλβανοί αναγκάζονται να εξισλαμισθούν, όσοι δεν το είχαν κάνει ήδη.
- Όταν, κατά τον Ιούνιο του 1647, ο Ενετός ναύαρχος Ιωάν. Βαπτ. Γριμάνης κατεδίωκε κατά πόδας τον Τουρκικό στόλο, που κατέφυγε τελικά στο Ναύπλιο, «νεαροί τινές Αλβανοί της υπαίθρου Αργολίδος, ενθαρρυνθέντες εκ της εμφανίσεως του Ενετικού Στόλου, προέβησαν εις λεηλασίας και διαρπαγάς των χωρίων Τζαφέρ Αγά (Καλλιθέα) και Μουράτ Αγά (Ασίνη), μετά τούτο δε εζήτησαν άσυλον επί των Ενετικών πλοίων» (12: 28).
- Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Χάνδακος από τους Τούρκους, ο Φραγκίσκος Μοροζίνης:
βαθείας ευμήκεις, κά ξωπλισμένας,
Ιλλυριών πλήσαντες ανδρών ευζώνων
Ευθύ μετεστέλλοντο προς Κυδωνίους (Κρήτης)
ως ρωννύσωσιν ελλαχωμένην πόλιν» (24Α: 26)
- Στις 20 Ιουλίου 1686 ο Μοροζίνης αποβιβάζεται στο Τολό και πολιορκεί το Ναύπλιο. «Άπαντες οι Αλβανοί της Αργολίδος λαμβάνουν τα όπλα και τάσσονται προθύμως παρά το πλευρόν των Ενετών, εφ' ώ και μετά την άλωσιν του Ναυπλίου ημείφθησαν δια πολλών παραχωρήσεων και προνομiων. Πολλούς κατέταξε στον Ενετικό Στρατό σχηματίσας 5 ολόκληρους λόχους» (12: 29).
- Το 1687, κατόπιν συρράξεως των «προστατών» του πανηγυριού της Διπάλιτσας - στα Ελληνοαλβανικά σύνορα παρά το χωρίον Μολυβδοσκέπαστος - Λιαλιάτσηδων και Καραμουρατατών - υπερισχύουν οι δεύτεροι και οι Λιαλιάτσηδες για να σωθούν καταφεύγουν στη Ναυπλία (Ασίνη) (6: 126).
- Το 1695, οι Τούρκοι επιτίθενται εναντίον της Αργολίδος. 0ι Αλβανοί βοηθούν τους Ενετούς του Αυγουστίνου Σαγρέδου να τους αποκρούσουν και μετά «την άτακτον υποχώρησιν του Τουρκικού Στρατού, σώμα εγχωρίων Αλβανών, ενεδρεύον παρά τας στενοπορίας του Τρητού (στενά των Δερβενακίων), εφόνευσε περί τους 200 Τούρκους και ισαρίθμους αιχμαλώτισε πολλά συλήσαντες λάφυρα» (12: 29).
- Μετά την κατάληψη και του Ναυπλίου (1715), οι Αλβανοί συμπράξαντες με τους Ενετούς καταφεύγουν πάλι στα νησιά. Οι δυσκολίες της διατροφής τους αναγκάζουν να γίνουν θαλασσινοί (12: 35).
- Τότε, μετά την οριστική κατάληψη του Μοριά από τους Τούρκους, εσχηματίστηκε και το χωριό Λάλα της Ηλείας. Οι Τουρκαλβανοί Λαλιώτες συνέπραξαν με τον Ζαχαριά και αργότερα και με τον Κολοκοτρώνη. Κατά τα «Ορλωφικά», οι Υδραίοι παρέμειναν ήσυχοι, αντίθετα με τους Σπετσιώτες, οι οποίοι για να αποφύγουν τις Τουρκικές αντεκδικήσεις κατέφυγαν στην Ύδρα, στην Κυνουρία, στα Κύθηρα (12: 39-40).
- Κατά τον Pouqueville, λήγοντος του 18ου αι., Υδραίοι έμποροι είχον υποκαταστήσει εν Ναυπλίω διαφόρους Γαλλικούς οίκους (12: 49).
- Το 1768, ο ηγεμών της Μολδαβίας Γρηγοράκης Καλλιμάχης στρατολογεί «Αλβανίτες» και λοιπούς προς 5 γρόσια τον άνδρα και τον μήνα (5α: 424).
- Το 1770, τον Μάρτιο, ήλθον Αλβανίται (αυτοί ήσαν Τουρκαλβανοί) εις βοήθειαν των πολιορκουμένων Τούρκων εις το Πατράσον (Πάτρα). Την ιγ' Απριλίου οι πολιορκούντες έφυγαν χωρίς να τους πολεμήσουν. Όθεν οι Αρβανίται μηδενός ανθισταμένου κατέκαυσαν την χώραν και εφόνευσαν πολλούς, μαζί με τους εκ του Φρουρίου εξελθόντας και εις τόδε πολιορκουμένους Αρβανίτας τε και Τούρκους. Μετά τον αφανισμόν ουν και την πυρκαϊάν του Πατράσου, παμπληθεiς Αλβανίται, διασπαρέντες εις όλον τον Μορέαν, καίοντες τας κώμας και φονεύοντες τους κατοικητάς έκαμαν τον έσχατον όλεθρον (5α: 452).
- 1771. Αρβανίται εισελθόντες εις τον Μωρέαν τάχα δια να διώξουν τους Ρούσσους έκαμναν πολλά κακά και φόνους (5α: 472). "Από τα πολλά κακά των Αλβανιτών, πολλοί Μωραΐται αφέντες την πατρίδα τους, έφυγον πανοικεί και εις την Ζάκυνθον και εις την Μ. Ασίαν" (59: 475). Τα ίδια μαρτυρεί και ο Σέργιος Μακραίος (13: 286): «Οι δε Τούρκοι τους Αλβανίτας αποδεξάμενοι και δι' αυτών πέραν του δικαίου τιμωρήσαντες, ύστερον υπ' Αλβανιτών τα χείριστα έπαθον».
- 1773. «Τη δ' του Δεκεμβρίου, ο Σπυριδώφ εις την Πάρον εστρατολόγει νέον στρατόν δια την δούλευσιν του ρουσσικού στόλου, ήσαν δε οι στρατολογούμενοι Ρωμαίοι και Αλβανίται» (5α: 516).
- «Τω 1779, στόλων ετοιμασίαι ... κατά Αλβανών των εις Πέλοπος, και φόνων πολύς Αλβανών» (7: 243).
- Στο τέλος του 18ου αρχάς του 19ου αιώνα, η ωμότης του Αλή Πασά των Ιωαννίνων αναγκάζει πολλούς χριστιανούς της Ηπείρου να γίνωσι Μωαμεθανοί (8: 375). Αυτό για τις περιπέτειες των Αλβανών, εκείνες που σχετίζονται με τα Ελληνικά πράγματα.
Για τους πρώτους υπάρχει μια μαρτυρία του Χαλκοκονδύλη και του Μελέτιου. Σύμφωνα μ'αυτήν, οι Αλβανοί αυτοί απεκαλούντο Βλάχοι και ανήκαν στην ίδια ράτσα με εκείνους που κατοικούσαν στην Πίνδο.
Ο Ιωάννης Καντακουζηνός (βιβλίον ΙΙ, κεφ. 38), ο οποίος εγνώριζε καλά τους Βλάχους της Θεσσαλίας, γράφει: «οι τα ορεινά της Θεσσαλίας νεμόμενοι Αλβανοί, αβασίλευτοι, Μαλακάσιοι και Μπούϊοι και Μεσαρίται από των φυλάρχων προσαγορευόμενοι, περί τους δισχιλίους και μυρίους όντες». Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά των Αλβανών της Πίνδου συναντώνται και στους τιμαριούχους της Λακωνίας. Ζούσαν και αυτοί σε σκηνές και μετεκινούντο ανάλογα με τις ανάγκες των κοπαδιών τους (23: ΧΧV). Ήσαν επίσης διηρημένοι κατά φύλλα κι ακόμη σήμερα πολλά χωριά της Λακωνίας φέρουν το όνομα μιας οικογένειας. Άξιο προσοχής είναι ότι μία οικογένεια της Λακωνίας, η του Πέτρου Μπούα, απαντάται και στην Πίνδο (Πετροβούιοι). Το τυπικόν μιας μονής της Μακρυνίτσας (1272) αναφέρει έναν Ράλη, «κεφαλή της Μεγάλης Βλαχίας», και ένας πρίγκηπας αλβανός, ο Μαλιασσηνός βασίλεψε στην ίδια περιοχή της Θεσσαλίας. Το Μαλιασσηνός είναι αλβανικό όνομα και σημαίνει τον ορεινό (Malljessi). Και οι δύο αναφέρονται μεταξύ των σημαντικών οικογενειών της Λακωνίας (23: ΧΧV).
Στην Πίνδο υπήρχαν πολλοί Αλβανοί, τους οποίους ο ελληνικός λαός αποκαλούσε Αρβανιτόβλαχους (23: ΧΧVI). Σιγά σιγά η λέξη «βλάχος» από εθνικό όνομα ξέπεσε σε επίθετο με τη σημασία του άξεστος.
Για τους δεύτερους, αυτούς που ήρθαν από τα Ακροκεραύνεια, έχουμε τον μεγάλο αριθμό τοπωνυμίων, που μοιάζουν με εκείνα της περιοχής Χειμάρρας, όπως επί παραδείγματι: Κούτσι, Γκολέμι, Παναρίτι, Πλέσσα, και που συγχωρούν την υπόθεση ότι εκείνοι που έλαβαν κάποτε αυτά τα χωριά σαν τιμάρια για ανταμοιβή υπηρεσιών τους ή δια της βίας των όπλων προήρχοντο από εκείνη την περιοχή.
Σε ποιά από τις φυλές αυτές ανήκουν οι Αρβανίτες της Αργολίδας;
Ας σημειωθεί κατ'αρχήν ότι στην Αργολίδα εμφανίζονται τρία διαφορετικά γένη Αρβανιτών: οι Λιμνιάτες, οι Γκερμπεσιώτες, οι Μπερμπατιώτες. Οι Χελιώτες και οι «Καμπίτες» του Κρανιδίου και της Ερμιονiδας διαφέρουν φυσιογνωμικά αλλά και στη γλώσσα. Καταλαβαίνει βέβαια ο ένας τον άλλον, αλλά καταλαβαίνουν αμέσως και από ποιό χωριό προέρχονται.
Εκτός από τους Κρανιδιώτες και τους Αρβανίτες της Ερμιονίδας, οι άλλοι έχουν εγκατασταθεί στα ορεινά και ημιορεινά της Αργολίδας. Άλλοτε αρβανίτικα χωριά έφταναν μέχρι και τον κάμπο. Όπως μας το δείχνουν τα τοπωνύμια Βολιμίρι στα Φίχτια, που κι αυτό είναι αρβανίτικο και σημαίνει «οι μικρές συκιές» (Figti). Τοπωνύμια Μπλέσα ή Πλέσα στο χωριό Πρίφτιανι (σημερινό Μοναστηράκι), Χαρβάτι (οι σημερινές Μυκήνες), το Λιόπεσι στο Κουτσοπόδι, Μπουγιάτι στη δυτική ορεινή Αργολίδα, Μπούμπα, Κόκλα, Ζόγκα, Αρβανιτιά στο Ναύπλιο, και άλλος συνοικισμός Αρβανιτιά στο Άργος. Σε μια έκθεση του Ενετού Προβλεπτή Βερτούκιου Μίνιου προς τον Δόγη της Βενετίας σχετική με τα όρια μεταξύ Άργους και Ναυπλίου, που καθώρισαν οι Ιωάννης Δαρεiος, αποκρισάρης της Βενετίας και Σινάν μπέης εμίρης του σουλτάνου Μωάμεθ, «φέρεται ότι εις τους δυτικούς πρόποδας του όρους Αραχναίου, όπου και νυν υφίστανται τα αλβανόφωνα χωρία Μιδέας και Προσυμναίων, υπήρχον καλύβαι Αλβανών γεωργών, οίτινες από της πρώτης εισβολής των Τούρκων εις την Αργολίδα εν έτει 1397 εiχον καταφύγει εκείσε καλλιεργούντες τας πέριξ γαίας επί πληρωμή κεκανονισμένου γεωμόρου εις τους κυρίους Ενετούς και Βυζαντινούς άρχοντες» (12: 16).
Ο Σπ. Λάμπρος υποστηρίζει (8: 376) ότι οι Αλβανοί της Αργολίδας κατέβηκαν ως γεωργοί τον 14ον αιώνα. Προφανώς εννοεί εκείνους που εστρατολόγησε ο Μανουήλ Καντακουζηνός, προσπαθώντας να κάνει σεβαστή την επικυριαρχία του στο Μοριά και για τους οποίους έγινε δεκτό ότι προήρχοντο από την περιοχή της Πίνδου. Επρόκειτο δηλαδή περί Ηπειρωτών Αλβανοφώνων. Το γεγονός δε ότι είχαν φέρει και τις οικογένειες τους, τους βοήθησε να κρατήσουν τη γλώσσα τους μέχρι και σήμερα ακόμη, δηλαδή περισσότερο από 600 χρόνια. Για έθιμα δεν γίνεται λόγος, γιατί δεν είχαν και δεν έχουν σημαντικές διαφορές από τους άλλους γείτονές τους.
Εδώ πρέπει να σταθούμε σε μια πληροφορία που μας παρέχει το υπόμνημα του επισκόπου Άργους και Ναυπλίου Λέοντος, το σχετικό με την ίδρυση του Καθολικού της Μονής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο χωριό Μέρμπακα και το οποίον έχει χρονολογία 1143. Εκεί αναγράφεται ότι ο ναός χτίστηκε στη θέση «Βούζη». Η λέξη δεν είναι ελληνική, μοιάζει για αλβανική και μας ξαναθυμίζει τη γνώμη του Κ. Σάθα, που αναφέρθηκε πάρα πάνω και σύμφωνα με την οποίαν εκείνοι που εμείς αποκαλούμε «Σλάβους» και που είχαν καταλάβει όλον σχεδόν τον Μοριά επί 218 χρόνια, μεταξύ 7ου και 9ου αι., δεν ήσαν Σλάβοι αλλά Αλβανοί. Η γνώμη του φαίνεται υπερβολική, γιατί δεν μας εξηγεί πώς βρέθηκε αυτός ο μεγάλος αριθμός τοπωνυμίων Σλαβικών σ' όλο το Μοριά. Θα προτιμούσαμε μια πιο συμβιβαστική λύση. Ότι δηλαδή ήσαν Σλάβοι και Αλβανοί. Σ' αυτή την περίπτωση θα πρέπει να δεχτούμε ότι η παρουσία Αλβανών, στην Αργολίδα τουλάχιστον, χρονολογείται πολύ παλαιότερα από το δεύτερο ήμισυ του 14ου αι. Χωριά Μπούζι θα συναντήσουμε στην Κορινθία, στην περιοχή Αγρινίου, στην περιοχή Κονίτσης και στην περιοχή Κλεισούρας της Αλβανίας.
Αλλά να κρατηθεί και κάποια επιφύλαξη, γιατί Βούζος και Βούζι (= η Ακτέα) είναι λατινική (βλ. Χελδράιχ - Μηλιαράκη, Δημώδη ονόματα φυτών‚ Αθήναι 1910). Μέχρι τις αρχές του 18ου αι.,για να μην πούμε και πολύ αργότερα, η ζωή στην ύπαιθρο ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και είναι φυσικό οι νεόφερτοι Αρβανίτες, που ζούσαν από τα κοπάδια τους κυρίως να συναντούσαν πολλές δυσκολίες. Αν σ' αυτές προσθέσουμε και τις συνεχείς στάσεις, επαναστάσεις, επιστρατεύσεις και άλλα πολεμικά γεγονότα, τότε θα εξηγήσουμε γιατί ο Άγγελος Έμος, Ενετός κυβερνήτης της Πελοποννήσου (1703 - 1706) τους είδε σαν «γένος άθλιον, περιορισθέν μετά των οικογενειών αυτών εις τα κρυσφήγετα των ορέων, εν πενιχραίς καλύβαις, αποζών εκ των προϊόντων των ποιμνίων, ων αυτοί αποκλειστικώς σχεδόν εισίν οι επιμεληταί» (12: 30).
Μιαν εικόνα της κοινωνικής διάρθρωσης της εποχής μας δίνει και ο επίσης Ενετός Φραγκίσκος Γριμάνης (1706-1700). «... Η Πελοπόννησος κατοικείται υπό Ελλήνων και Αλβανών · τούτων οι Έλληνες, πολυπληθέστεροι, οικούσιν τας πόλεις και καταγίνονται εις το εμπόριον και την ναυτιλίαν, οι δε Αλβανοί, οίτινες τοσούτον έχουσι συγχωνευθεί μετά των Ελλήνων, ώστε δεν θεωρούνται αποτελούντες ιδίαν φυλήν αλλ' απλώς διάφορον τάξιν, εισίν ολιγώτερον εύποροι και πεπολιτισμένοι, διάγοντες βίov πλάνητα και νομαδικόν, διαιτώμενοι το μεν θέρος εις τα όρη της Αρκαδίας τον δε χειμώνα εις την Ίλιδα και την Αργολίδα και Ερμιονίδα, Τροιζηνίαν, Επιδαυρίαν» (12: 30). «Οι Πελοποννήσιοι όχι μόνον δεν θεώρησαν ποτέ τους Αλβανούς σαν ξένο λαό αλλά, σύμφωναα με τη μαρτυρία Αράβων ιστορικών τους θεωρούσαν πάντοτε σαν ελληνικής καταγωγής» (23: ΧΧVIII). Ακόμα σήμερα οι Αλβανοί της Αργολίδος αποκαλούνται Dano από τους Αλβανούς των νησιών (23: ΧΧVΙΙ).
Αλλά και οι Αλβανοί ανταπέδιδαν τις φιλικές αυτές διαθέσεις, τουλάχιστον κατά καιρούς. «Καθ' όλον τον Μεσαίωνα, τότε που το άνομα Έλλην ήταν μισητό, οι μόνοι που ήθελαν να λέγονται Έλληνες ήσαν αυτοί οι Αλβανοί», σημειώνει ο Κ. Σάθας (23: ΧΧVΙΙΙ). Και όχι μόνον οι Νότιοι, συνεχίζει ο ίδιος συγγραφεύς, αλλά και οι βορειότερον την περιοχήν της Κρόϊα κατοικούντες». Μια επιγραφή του Carlo Τhopia, πρίγκηπα της Κρόϊα (1358-1388), ο οποίος είχε μετατρέψει και το όνομά του επί το ελληνικώτερον σε Θεώπιας, είναι συντεταγμένη στην ελληνικήν. Είναι και αυτή μια μαρτυρία ότι η επίσημη γλώσσα των πριγκήπων της Βόρειας Αλβανίας ήταν η ελληνική. Η επιμιξία αυτή των Αλβανών με τους ντόπιους, «μετέγγισεν άμα και εις τας φλέβας αυτού, του ελληνικού πληθυσμού, αίμα αρήϊον, όπερ η μακρά δουλεία είχε διαφθείρει» (12: 10).
Είναι αλήθεια πως αυτό το «αρήιον μένος» έχει και τη δυσάρεστη πλευρά του. Οι κατεχόμενοι απ' αυτό εύκολα τρέπονται προς ταραχές κι ανυπακοή. Το 1528, με αφορμή τον φόνο ενός χριστιανού στην Κωνσταντινούπολη, ο Σουλτάνος Σουλεϊμάν διατάσσει την εκτέλεση όλων των Αλβανών της πόλεως, «μηδέ των μουσαφιρέων εξαιρουμένων» (5α: 59).
Σήμερα, πάντως, οι σχέσεις των ντόπιων με τους «Αρβανίτες» είναι αγαθότατες. Σχέσεις ομοθρήσκων συγχωριανών με κοινά επί το πλείστον επώνυμα και έθιμα, με μόνη διαφορά ότι ενώ οι μεν ντόπιοι δεν μιλούν παρά μόνο ελληνικά, οι «Αρβανίτες» σήμερα είναι δίγλωσσοι. Έχουν ελληνικότατη συνείδηση και δεν υπάρχει ούτε ο παραμικρός αγώνας ανεξαρτησίας στον οποίον να μην έχουν αναμιχθεί και μάλιστα μεταξύ των πρώτων. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι κατά τη διάρκεια του Αγώνα του '21, τα παραγγέλματα στα πλοία των Μιαούληδων‚ Κουντουριώτηδων‚ Τομπάζηδων κλπ. εδίδοντο στην αλβανική. Αργότερα, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, αναφέρονται και Τουρκαλβανοί μάλιστα, που παρέμειναν στις τάξεις των συνταγματικών, όπως ο Ταφίλ Μπούζης κ.α. (12: 87).
Κατά περίεργη της τύχης συγκυρία, το έναυσμα της Επανάστασης του '21 στο Γαλάτσι της Ρουμανίας το οφείλουμε σε Τουρκαλβανό. Να τι γράφει η Ολλανδική Εφημερίδα Opregte Haarlemsche Courant της 26.4.'21. «Πληροφορούμεθα τα εξής για τα αιματηρά επεισόδια στο Γαλάτσι. Ένας Αρναούτης λοχαγός, που φιλονίκησε μ’ έναν Τούρκο, έδωσε εκεί το σύνθημα της Επαναστάσεως. Ο Τούρκος πάνω στην έξαψη της λογομαχίας έδωσε ένα χαστούκι στον Αρβανίτη και ο τελευταίος τράβηξε αμέσως το πιστόλι του και τον εσκότωσε. Φοβούμενος την εκδίκηση των Μωαμεθανών, ο Αρναούτης συνέθροισε κατά τη διάρκεια της νύχτας όσους Έλληνες και Αρναούτηδες μπόρεσε να βρει και αιφνιδίασε μ' αυτούς τους Τούρκους. Οι Τούρκοι ανερχόμενοι σε διακοσίους σκοτώθηκαν όλοι. Κατά τη διάρκεια της ταραχής, εξερράγησαν πυρκαϊές στην πόλη σε περισσότερα από δέκα σημεία και προξένησαν μεγάλη καταστροφή. Ο Αρναούτης λοχαγός δεν πήρε μόνον τα όπλα των σκοτωμένων Τούρκων, αλλά και τα κανόνια και τον άλλο οπλισμό που βρισκόταν στα πλοία και έφυγε με τους άνδρες του προς το Ιάσιο. Οι κάτοικοι των χωριών από όπου περνούσε επήγαν μαζί του κι έτσι ο στρατός του μεγάλωσε πολύ» (η μετάφραση είναι της κας. Fr. Παπαδοπούλου, Ναύπλιο).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Σε μιαν ανακεφαλαίωση των όσων αναφέραμε πάρα πάνω, θα μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε: αυτοί που αποκαλούμε «Αρβανίτες» δεν είναι παρά Ηπειρώτες αλβανόφωνοι, όπως ήταν οι Σουλιώτες, οι Χειμαριώτες, οι Υδραίοι και οι Σπετσιώτες. Αντίθετα με εκείνους τους Αλβανούς και Ηπειρώτες Γκέγκηδες, Τόσκηδες, Τσάμηδες, που ασπάσθηκαν τον Μωαμεθανισμό και τους ξεχωρίζουμε με τον όρο «Τουρκαλβανοί». Εστίες τέτοιες Τουρκαλβανών στον Μοριά διασώθηκαν μέχρι την Επανάσταση στα Μπαρδουνοχώρια της Λακωνίας, στο Φανάρι της Ηλείας και στον Λάλα επίσης της Ηλείας. Οι πρώτοι και οι δεύτεροι ήσαν περιβόητοι για τη σκληρότητά τους. Και οι Λαλιώτες δεν ήσαν καλλίιτεροι, αλλά αυτοί τουλάχιστον συνέπρατταν με τον Ζαχαριά και αργότερα και με τον Κολοκοτρώνη. Ο πολυχρόνιος συyχρωτισμός των αλβανόφωνων αυτών Ηπειρωτών με τους Βυζαντινούς στην αρχή και κατόπιν με όλους τους άλλους Έλληνες είχε σαν φυσικό αποτέλεσμα μιαν αμοιβαία αλληλοεπίδραση. Τους είδαμε έτσι να εγκαταλείπουν σιγά - σιγά τον νομαδικό ποιμενικό βίο και τη σκληρή ζωή του κεντροφόρου. Εγκαταστάθηκαν σε μόνιμους οικισμούς, έγιναν επιμελείς αγρότες και τολμηροί ναυτικοί.
Αλλά και ο γηγενής πληθυσμός, από την Κων/πολη μέχρι τη Μονεμβασία οφείλει πολλά στους «Αρβανίτες».
Ο Ιουστινιανός και άλλοι βυζαντινοί αυτοκράτορες και στρατηγοί ήσαν Ιλλυρικής καταγωγής. Από αυτούς τους Αλβανούς επήραμε τον ωραιότατο χορό, τον «τσάμικο» και η yραφική αρβανίτικη «φουστανέλλα» έγινε η εθνική μας φορεσιά. Και στον καθημερινό μας λόγο θα συναντήσουμε λείψανα από τον συγχρωτισμό αυτόν. Πολύ πρόχειρα σταχυολοyούμε τις λέξεις: γομάρι, κόκκαλο, κουβέντα, λιάπικα, λιώκια, πλιάτσικα, σαμάρι, σβέρκος κ.ά., που έχουν διασωθεί στη γλώσσα μας, θυμίζοντας την παλιά μας συγγένεια και συμβίωση.
ΕΠΩΝΥΜΑ ΚΑΙ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΑΛΒΑΝΙΚΑ ΣΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑ
Βάθης, Βολιμίρη (τπν. Φίχτια),
Βερβέρης: τυφλός,
Γκάζας: γελαστός,
Γκολέμης: λαίμαργος,
Γκλιάτης: μακρής
Δαγκλής: ορσινός
Ζόγκας
Ζωνίτσας.
Κακαρούκας: κακοκυλημένος
Καντρέβας: συμμαζεμένος
Κέκης: πονηρός
Κλιάστος: κλαψιάρης
Κούκης: κόκκινος
Κούτσης: μικρός
Κόκλας.
Λάλουκας.
Λιόπεσης: αγελαδάρης
Λιώσας: μαύρος
Γκέρμπεσης
Μαζαράκης.
Μάζης: κορυφαίος, μεγάλος
Μάνεσης: βραδύς
Μεκριτζής
Μπάρδης: άσπρος
Μπλέσης
Ραμουσάτης: χαλκοξινιάρης
Ρένεσης: ψεύτης
Στίνης: αυτός που σπρώχνει
Τσαπόγας: ψηλοπόδαρος
Χαρβάτης: ο Κροάτης
Χέλμης: αυτός που ασχολείται με τα φάρμακα
ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ
Λιόπεσι (Κουτσοπόδι)
Φίχτια (Μικρή Συκιά, Άνω και Κάτω).
Χαρβάτι (Μυκήνες)
Κρόϊ (περιοχή Σκαφιδακίου)
Βολιμίρι (Φίχτια)
Γκέρμπεσι
Μπερμπάτι
Μπουγιάτι
Μπάρδι και Ντούσα Μπάρδι.
Χέλι (μακρύ ξύλο)
Σέσια (Λίμνες)
κ.ά.
ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΓΚΕΡΜΠΕΣΙ (Μιδέα)
Γκερδέντζα
Γκιλ Γκιών (βουνό)
Γκορίτσες
Δέλπεζα (αλεπού)
Καλυμπάκι (γούβα)
Κάτσα (λάκκος;).
Κιάφα (κορυφή)
Κούγκος (κολοκύθι)
Λεμενίς (χωράφι)
Μάζη (ψηλό)
Μπίγκα (λόφος)
Μπότιζα (χωματερή)
Ντάρδεζα (αχλαδιά)
Ουλίν (ελιές)
Πουσπάτ (ξεροπήγαδα)
Πλιάσα (σχισμή)
Ραμομίν (βουνό)
Σινιάνι (Αη-Γιάννης)
Σπελ (σπηλιά)
Τζέκο
Τρεπρεν (Τρία ρέματα)
Τσουντουρλή (Άγιος Ηλίας)
Φικουζί (Μαύρη συκιά)
ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΛΙΜΝΕΣ
Ας σημειωθεί κατ'αρχήν ότι στην Αργολίδα εμφανίζονται τρία διαφορετικά γένη Αρβανιτών: οι Λιμνιάτες, οι Γκερμπεσιώτες, οι Μπερμπατιώτες. Οι Χελιώτες και οι «Καμπίτες» του Κρανιδίου και της Ερμιονiδας διαφέρουν φυσιογνωμικά αλλά και στη γλώσσα. Καταλαβαίνει βέβαια ο ένας τον άλλον, αλλά καταλαβαίνουν αμέσως και από ποιό χωριό προέρχονται.
Εκτός από τους Κρανιδιώτες και τους Αρβανίτες της Ερμιονίδας, οι άλλοι έχουν εγκατασταθεί στα ορεινά και ημιορεινά της Αργολίδας. Άλλοτε αρβανίτικα χωριά έφταναν μέχρι και τον κάμπο. Όπως μας το δείχνουν τα τοπωνύμια Βολιμίρι στα Φίχτια, που κι αυτό είναι αρβανίτικο και σημαίνει «οι μικρές συκιές» (Figti). Τοπωνύμια Μπλέσα ή Πλέσα στο χωριό Πρίφτιανι (σημερινό Μοναστηράκι), Χαρβάτι (οι σημερινές Μυκήνες), το Λιόπεσι στο Κουτσοπόδι, Μπουγιάτι στη δυτική ορεινή Αργολίδα, Μπούμπα, Κόκλα, Ζόγκα, Αρβανιτιά στο Ναύπλιο, και άλλος συνοικισμός Αρβανιτιά στο Άργος. Σε μια έκθεση του Ενετού Προβλεπτή Βερτούκιου Μίνιου προς τον Δόγη της Βενετίας σχετική με τα όρια μεταξύ Άργους και Ναυπλίου, που καθώρισαν οι Ιωάννης Δαρεiος, αποκρισάρης της Βενετίας και Σινάν μπέης εμίρης του σουλτάνου Μωάμεθ, «φέρεται ότι εις τους δυτικούς πρόποδας του όρους Αραχναίου, όπου και νυν υφίστανται τα αλβανόφωνα χωρία Μιδέας και Προσυμναίων, υπήρχον καλύβαι Αλβανών γεωργών, οίτινες από της πρώτης εισβολής των Τούρκων εις την Αργολίδα εν έτει 1397 εiχον καταφύγει εκείσε καλλιεργούντες τας πέριξ γαίας επί πληρωμή κεκανονισμένου γεωμόρου εις τους κυρίους Ενετούς και Βυζαντινούς άρχοντες» (12: 16).
Ο Σπ. Λάμπρος υποστηρίζει (8: 376) ότι οι Αλβανοί της Αργολίδας κατέβηκαν ως γεωργοί τον 14ον αιώνα. Προφανώς εννοεί εκείνους που εστρατολόγησε ο Μανουήλ Καντακουζηνός, προσπαθώντας να κάνει σεβαστή την επικυριαρχία του στο Μοριά και για τους οποίους έγινε δεκτό ότι προήρχοντο από την περιοχή της Πίνδου. Επρόκειτο δηλαδή περί Ηπειρωτών Αλβανοφώνων. Το γεγονός δε ότι είχαν φέρει και τις οικογένειες τους, τους βοήθησε να κρατήσουν τη γλώσσα τους μέχρι και σήμερα ακόμη, δηλαδή περισσότερο από 600 χρόνια. Για έθιμα δεν γίνεται λόγος, γιατί δεν είχαν και δεν έχουν σημαντικές διαφορές από τους άλλους γείτονές τους.
Εδώ πρέπει να σταθούμε σε μια πληροφορία που μας παρέχει το υπόμνημα του επισκόπου Άργους και Ναυπλίου Λέοντος, το σχετικό με την ίδρυση του Καθολικού της Μονής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο χωριό Μέρμπακα και το οποίον έχει χρονολογία 1143. Εκεί αναγράφεται ότι ο ναός χτίστηκε στη θέση «Βούζη». Η λέξη δεν είναι ελληνική, μοιάζει για αλβανική και μας ξαναθυμίζει τη γνώμη του Κ. Σάθα, που αναφέρθηκε πάρα πάνω και σύμφωνα με την οποίαν εκείνοι που εμείς αποκαλούμε «Σλάβους» και που είχαν καταλάβει όλον σχεδόν τον Μοριά επί 218 χρόνια, μεταξύ 7ου και 9ου αι., δεν ήσαν Σλάβοι αλλά Αλβανοί. Η γνώμη του φαίνεται υπερβολική, γιατί δεν μας εξηγεί πώς βρέθηκε αυτός ο μεγάλος αριθμός τοπωνυμίων Σλαβικών σ' όλο το Μοριά. Θα προτιμούσαμε μια πιο συμβιβαστική λύση. Ότι δηλαδή ήσαν Σλάβοι και Αλβανοί. Σ' αυτή την περίπτωση θα πρέπει να δεχτούμε ότι η παρουσία Αλβανών, στην Αργολίδα τουλάχιστον, χρονολογείται πολύ παλαιότερα από το δεύτερο ήμισυ του 14ου αι. Χωριά Μπούζι θα συναντήσουμε στην Κορινθία, στην περιοχή Αγρινίου, στην περιοχή Κονίτσης και στην περιοχή Κλεισούρας της Αλβανίας.
Αλλά να κρατηθεί και κάποια επιφύλαξη, γιατί Βούζος και Βούζι (= η Ακτέα) είναι λατινική (βλ. Χελδράιχ - Μηλιαράκη, Δημώδη ονόματα φυτών‚ Αθήναι 1910). Μέχρι τις αρχές του 18ου αι.,για να μην πούμε και πολύ αργότερα, η ζωή στην ύπαιθρο ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και είναι φυσικό οι νεόφερτοι Αρβανίτες, που ζούσαν από τα κοπάδια τους κυρίως να συναντούσαν πολλές δυσκολίες. Αν σ' αυτές προσθέσουμε και τις συνεχείς στάσεις, επαναστάσεις, επιστρατεύσεις και άλλα πολεμικά γεγονότα, τότε θα εξηγήσουμε γιατί ο Άγγελος Έμος, Ενετός κυβερνήτης της Πελοποννήσου (1703 - 1706) τους είδε σαν «γένος άθλιον, περιορισθέν μετά των οικογενειών αυτών εις τα κρυσφήγετα των ορέων, εν πενιχραίς καλύβαις, αποζών εκ των προϊόντων των ποιμνίων, ων αυτοί αποκλειστικώς σχεδόν εισίν οι επιμεληταί» (12: 30).
Μιαν εικόνα της κοινωνικής διάρθρωσης της εποχής μας δίνει και ο επίσης Ενετός Φραγκίσκος Γριμάνης (1706-1700). «... Η Πελοπόννησος κατοικείται υπό Ελλήνων και Αλβανών · τούτων οι Έλληνες, πολυπληθέστεροι, οικούσιν τας πόλεις και καταγίνονται εις το εμπόριον και την ναυτιλίαν, οι δε Αλβανοί, οίτινες τοσούτον έχουσι συγχωνευθεί μετά των Ελλήνων, ώστε δεν θεωρούνται αποτελούντες ιδίαν φυλήν αλλ' απλώς διάφορον τάξιν, εισίν ολιγώτερον εύποροι και πεπολιτισμένοι, διάγοντες βίov πλάνητα και νομαδικόν, διαιτώμενοι το μεν θέρος εις τα όρη της Αρκαδίας τον δε χειμώνα εις την Ίλιδα και την Αργολίδα και Ερμιονίδα, Τροιζηνίαν, Επιδαυρίαν» (12: 30). «Οι Πελοποννήσιοι όχι μόνον δεν θεώρησαν ποτέ τους Αλβανούς σαν ξένο λαό αλλά, σύμφωναα με τη μαρτυρία Αράβων ιστορικών τους θεωρούσαν πάντοτε σαν ελληνικής καταγωγής» (23: ΧΧVIII). Ακόμα σήμερα οι Αλβανοί της Αργολίδος αποκαλούνται Dano από τους Αλβανούς των νησιών (23: ΧΧVΙΙ).
Αλλά και οι Αλβανοί ανταπέδιδαν τις φιλικές αυτές διαθέσεις, τουλάχιστον κατά καιρούς. «Καθ' όλον τον Μεσαίωνα, τότε που το άνομα Έλλην ήταν μισητό, οι μόνοι που ήθελαν να λέγονται Έλληνες ήσαν αυτοί οι Αλβανοί», σημειώνει ο Κ. Σάθας (23: ΧΧVΙΙΙ). Και όχι μόνον οι Νότιοι, συνεχίζει ο ίδιος συγγραφεύς, αλλά και οι βορειότερον την περιοχήν της Κρόϊα κατοικούντες». Μια επιγραφή του Carlo Τhopia, πρίγκηπα της Κρόϊα (1358-1388), ο οποίος είχε μετατρέψει και το όνομά του επί το ελληνικώτερον σε Θεώπιας, είναι συντεταγμένη στην ελληνικήν. Είναι και αυτή μια μαρτυρία ότι η επίσημη γλώσσα των πριγκήπων της Βόρειας Αλβανίας ήταν η ελληνική. Η επιμιξία αυτή των Αλβανών με τους ντόπιους, «μετέγγισεν άμα και εις τας φλέβας αυτού, του ελληνικού πληθυσμού, αίμα αρήϊον, όπερ η μακρά δουλεία είχε διαφθείρει» (12: 10).
Είναι αλήθεια πως αυτό το «αρήιον μένος» έχει και τη δυσάρεστη πλευρά του. Οι κατεχόμενοι απ' αυτό εύκολα τρέπονται προς ταραχές κι ανυπακοή. Το 1528, με αφορμή τον φόνο ενός χριστιανού στην Κωνσταντινούπολη, ο Σουλτάνος Σουλεϊμάν διατάσσει την εκτέλεση όλων των Αλβανών της πόλεως, «μηδέ των μουσαφιρέων εξαιρουμένων» (5α: 59).
Σήμερα, πάντως, οι σχέσεις των ντόπιων με τους «Αρβανίτες» είναι αγαθότατες. Σχέσεις ομοθρήσκων συγχωριανών με κοινά επί το πλείστον επώνυμα και έθιμα, με μόνη διαφορά ότι ενώ οι μεν ντόπιοι δεν μιλούν παρά μόνο ελληνικά, οι «Αρβανίτες» σήμερα είναι δίγλωσσοι. Έχουν ελληνικότατη συνείδηση και δεν υπάρχει ούτε ο παραμικρός αγώνας ανεξαρτησίας στον οποίον να μην έχουν αναμιχθεί και μάλιστα μεταξύ των πρώτων. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι κατά τη διάρκεια του Αγώνα του '21, τα παραγγέλματα στα πλοία των Μιαούληδων‚ Κουντουριώτηδων‚ Τομπάζηδων κλπ. εδίδοντο στην αλβανική. Αργότερα, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, αναφέρονται και Τουρκαλβανοί μάλιστα, που παρέμειναν στις τάξεις των συνταγματικών, όπως ο Ταφίλ Μπούζης κ.α. (12: 87).
Κατά περίεργη της τύχης συγκυρία, το έναυσμα της Επανάστασης του '21 στο Γαλάτσι της Ρουμανίας το οφείλουμε σε Τουρκαλβανό. Να τι γράφει η Ολλανδική Εφημερίδα Opregte Haarlemsche Courant της 26.4.'21. «Πληροφορούμεθα τα εξής για τα αιματηρά επεισόδια στο Γαλάτσι. Ένας Αρναούτης λοχαγός, που φιλονίκησε μ’ έναν Τούρκο, έδωσε εκεί το σύνθημα της Επαναστάσεως. Ο Τούρκος πάνω στην έξαψη της λογομαχίας έδωσε ένα χαστούκι στον Αρβανίτη και ο τελευταίος τράβηξε αμέσως το πιστόλι του και τον εσκότωσε. Φοβούμενος την εκδίκηση των Μωαμεθανών, ο Αρναούτης συνέθροισε κατά τη διάρκεια της νύχτας όσους Έλληνες και Αρναούτηδες μπόρεσε να βρει και αιφνιδίασε μ' αυτούς τους Τούρκους. Οι Τούρκοι ανερχόμενοι σε διακοσίους σκοτώθηκαν όλοι. Κατά τη διάρκεια της ταραχής, εξερράγησαν πυρκαϊές στην πόλη σε περισσότερα από δέκα σημεία και προξένησαν μεγάλη καταστροφή. Ο Αρναούτης λοχαγός δεν πήρε μόνον τα όπλα των σκοτωμένων Τούρκων, αλλά και τα κανόνια και τον άλλο οπλισμό που βρισκόταν στα πλοία και έφυγε με τους άνδρες του προς το Ιάσιο. Οι κάτοικοι των χωριών από όπου περνούσε επήγαν μαζί του κι έτσι ο στρατός του μεγάλωσε πολύ» (η μετάφραση είναι της κας. Fr. Παπαδοπούλου, Ναύπλιο).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Σε μιαν ανακεφαλαίωση των όσων αναφέραμε πάρα πάνω, θα μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε: αυτοί που αποκαλούμε «Αρβανίτες» δεν είναι παρά Ηπειρώτες αλβανόφωνοι, όπως ήταν οι Σουλιώτες, οι Χειμαριώτες, οι Υδραίοι και οι Σπετσιώτες. Αντίθετα με εκείνους τους Αλβανούς και Ηπειρώτες Γκέγκηδες, Τόσκηδες, Τσάμηδες, που ασπάσθηκαν τον Μωαμεθανισμό και τους ξεχωρίζουμε με τον όρο «Τουρκαλβανοί». Εστίες τέτοιες Τουρκαλβανών στον Μοριά διασώθηκαν μέχρι την Επανάσταση στα Μπαρδουνοχώρια της Λακωνίας, στο Φανάρι της Ηλείας και στον Λάλα επίσης της Ηλείας. Οι πρώτοι και οι δεύτεροι ήσαν περιβόητοι για τη σκληρότητά τους. Και οι Λαλιώτες δεν ήσαν καλλίιτεροι, αλλά αυτοί τουλάχιστον συνέπρατταν με τον Ζαχαριά και αργότερα και με τον Κολοκοτρώνη. Ο πολυχρόνιος συyχρωτισμός των αλβανόφωνων αυτών Ηπειρωτών με τους Βυζαντινούς στην αρχή και κατόπιν με όλους τους άλλους Έλληνες είχε σαν φυσικό αποτέλεσμα μιαν αμοιβαία αλληλοεπίδραση. Τους είδαμε έτσι να εγκαταλείπουν σιγά - σιγά τον νομαδικό ποιμενικό βίο και τη σκληρή ζωή του κεντροφόρου. Εγκαταστάθηκαν σε μόνιμους οικισμούς, έγιναν επιμελείς αγρότες και τολμηροί ναυτικοί.
Αλλά και ο γηγενής πληθυσμός, από την Κων/πολη μέχρι τη Μονεμβασία οφείλει πολλά στους «Αρβανίτες».
Ο Ιουστινιανός και άλλοι βυζαντινοί αυτοκράτορες και στρατηγοί ήσαν Ιλλυρικής καταγωγής. Από αυτούς τους Αλβανούς επήραμε τον ωραιότατο χορό, τον «τσάμικο» και η yραφική αρβανίτικη «φουστανέλλα» έγινε η εθνική μας φορεσιά. Και στον καθημερινό μας λόγο θα συναντήσουμε λείψανα από τον συγχρωτισμό αυτόν. Πολύ πρόχειρα σταχυολοyούμε τις λέξεις: γομάρι, κόκκαλο, κουβέντα, λιάπικα, λιώκια, πλιάτσικα, σαμάρι, σβέρκος κ.ά., που έχουν διασωθεί στη γλώσσα μας, θυμίζοντας την παλιά μας συγγένεια και συμβίωση.
ΕΠΩΝΥΜΑ ΚΑΙ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΑΛΒΑΝΙΚΑ ΣΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑ
Βάθης, Βολιμίρη (τπν. Φίχτια),
Βερβέρης: τυφλός,
Γκάζας: γελαστός,
Γκολέμης: λαίμαργος,
Γκλιάτης: μακρής
Δαγκλής: ορσινός
Ζόγκας
Ζωνίτσας.
Κακαρούκας: κακοκυλημένος
Καντρέβας: συμμαζεμένος
Κέκης: πονηρός
Κλιάστος: κλαψιάρης
Κούκης: κόκκινος
Κούτσης: μικρός
Κόκλας.
Λάλουκας.
Λιόπεσης: αγελαδάρης
Λιώσας: μαύρος
Γκέρμπεσης
Μαζαράκης.
Μάζης: κορυφαίος, μεγάλος
Μάνεσης: βραδύς
Μεκριτζής
Μπάρδης: άσπρος
Μπλέσης
Ραμουσάτης: χαλκοξινιάρης
Ρένεσης: ψεύτης
Στίνης: αυτός που σπρώχνει
Τσαπόγας: ψηλοπόδαρος
Χαρβάτης: ο Κροάτης
Χέλμης: αυτός που ασχολείται με τα φάρμακα
ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ
Λιόπεσι (Κουτσοπόδι)
Φίχτια (Μικρή Συκιά, Άνω και Κάτω).
Χαρβάτι (Μυκήνες)
Κρόϊ (περιοχή Σκαφιδακίου)
Βολιμίρι (Φίχτια)
Γκέρμπεσι
Μπερμπάτι
Μπουγιάτι
Μπάρδι και Ντούσα Μπάρδι.
Χέλι (μακρύ ξύλο)
Σέσια (Λίμνες)
κ.ά.
ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΓΚΕΡΜΠΕΣΙ (Μιδέα)
Γκερδέντζα
Γκιλ Γκιών (βουνό)
Γκορίτσες
Δέλπεζα (αλεπού)
Καλυμπάκι (γούβα)
Κάτσα (λάκκος;).
Κιάφα (κορυφή)
Κούγκος (κολοκύθι)
Λεμενίς (χωράφι)
Μάζη (ψηλό)
Μπίγκα (λόφος)
Μπότιζα (χωματερή)
Ντάρδεζα (αχλαδιά)
Ουλίν (ελιές)
Πουσπάτ (ξεροπήγαδα)
Πλιάσα (σχισμή)
Ραμομίν (βουνό)
Σινιάνι (Αη-Γιάννης)
Σπελ (σπηλιά)
Τζέκο
Τρεπρεν (Τρία ρέματα)
Τσουντουρλή (Άγιος Ηλίας)
Φικουζί (Μαύρη συκιά)
ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΛΙΜΝΕΣ
Άρας Πρiφτη: το χωράφι του παπά
Β(έ)ρας Δέλπος: η τρύπα της αλεπούς
Β(έ)ρας ούλκουτ: η τρύπα του λύκου
Γκούρι τσι γκιμόν: η πέτρα που βουΐζει
Γκσιρόρεζα: η σαρανταποδαρούσα (τπνμ.)
Εχέλ: Βαθύ
Κιάφα Ντελή Γεώργη: κορυφή ταυ Δεληγιώρyη
Κλίσαζ: το εκκλησάκι
Κουτρέλια: αγναντερός τόπος
Κρόι ι Ζάστανιτ: η πηγή ταυ Ζάστανη
Κρόνιεζ: οι βρυσούλες
Μάλια Γκλιάτι: Μακροβούνι
Μάλιζα: Μαυροβούνι
Μπουρμπουνιάρ (τπνμ)
Μπρέσκιζα: η χελώνα (τπνμ.)
Ντάρντιζα: η Αχλαδιά (τπνμ.)
Προ ι στρούμπε: στραβόρεμα
Ράχη γκούρι (τπνμ.)
Σέσι ματ: μεγάλη τούμπα
Σέσι γκλιάτι: μακρυά τούμπα
Σίντρε: Άγιος Ανδρέας
Σπέλα Δήμουλη: η σπηλιά του Δήμουλη
Στρούγκιζα: η μικρή στρούγκα (τπνμ.)
Τσεπ Γκούρι: μυτερή πέτρα
Ψιμάτσι: ο Γάτος (τπνμ.).
ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΧΕΛΙ
Άρε Μάδε: μεγάλο χωράφι
Β(έ)ρα Κουρσάρητ: η τρύπα του πειρατή
Βίρατ Δέλπερς: τρύπες αλεπούδων
Γκούρι Ταμπάκουτ: η πέτρα του Ταμπάκη
Γκούρι Τσιπούαμ: τρύπια πέτρα
Γκούστατ λάκομς: στενά του Λάκωμα
Καλίβε Ριμιριςς: το καλύβι της Βλάχας
Κ(έ)μπ(ε) λούδε: πόδια λουλουδιών
Λ(ιέ)μ (ι)θι: αλωνάκι
Λίσι Χρέμπιτ: δρυς του Χρέμπη
Λούτσ ε Πιέτιριτ: λίμνη του Πιέτα
Μάλιε ε Στίριτ: κορυφή του Στίρι
Μόκριζα: μικρή μυλόπετρα
Ντιέπεςς: μικρή κούνια
Πράρι ι ζι: πουρνάρι μαύρο
Πράρι τ αράδ: πουρνάρια στη σειρά
Πρόϊ σούριτ: χαλικόρεμμα
Σιντουί: Αη Λιάς
Χουντέ σταβραητός: μύτη του αητού
Β(έ)ρας Δέλπος: η τρύπα της αλεπούς
Β(έ)ρας ούλκουτ: η τρύπα του λύκου
Γκούρι τσι γκιμόν: η πέτρα που βουΐζει
Γκσιρόρεζα: η σαρανταποδαρούσα (τπνμ.)
Εχέλ: Βαθύ
Κιάφα Ντελή Γεώργη: κορυφή ταυ Δεληγιώρyη
Κλίσαζ: το εκκλησάκι
Κουτρέλια: αγναντερός τόπος
Κρόι ι Ζάστανιτ: η πηγή ταυ Ζάστανη
Κρόνιεζ: οι βρυσούλες
Μάλια Γκλιάτι: Μακροβούνι
Μάλιζα: Μαυροβούνι
Μπουρμπουνιάρ (τπνμ)
Μπρέσκιζα: η χελώνα (τπνμ.)
Ντάρντιζα: η Αχλαδιά (τπνμ.)
Προ ι στρούμπε: στραβόρεμα
Ράχη γκούρι (τπνμ.)
Σέσι ματ: μεγάλη τούμπα
Σέσι γκλιάτι: μακρυά τούμπα
Σίντρε: Άγιος Ανδρέας
Σπέλα Δήμουλη: η σπηλιά του Δήμουλη
Στρούγκιζα: η μικρή στρούγκα (τπνμ.)
Τσεπ Γκούρι: μυτερή πέτρα
Ψιμάτσι: ο Γάτος (τπνμ.).
ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΧΕΛΙ
Άρε Μάδε: μεγάλο χωράφι
Β(έ)ρα Κουρσάρητ: η τρύπα του πειρατή
Βίρατ Δέλπερς: τρύπες αλεπούδων
Γκούρι Ταμπάκουτ: η πέτρα του Ταμπάκη
Γκούρι Τσιπούαμ: τρύπια πέτρα
Γκούστατ λάκομς: στενά του Λάκωμα
Καλίβε Ριμιριςς: το καλύβι της Βλάχας
Κ(έ)μπ(ε) λούδε: πόδια λουλουδιών
Λ(ιέ)μ (ι)θι: αλωνάκι
Λίσι Χρέμπιτ: δρυς του Χρέμπη
Λούτσ ε Πιέτιριτ: λίμνη του Πιέτα
Μάλιε ε Στίριτ: κορυφή του Στίρι
Μόκριζα: μικρή μυλόπετρα
Ντιέπεςς: μικρή κούνια
Πράρι ι ζι: πουρνάρι μαύρο
Πράρι τ αράδ: πουρνάρια στη σειρά
Πρόϊ σούριτ: χαλικόρεμμα
Σιντουί: Αη Λιάς
Χουντέ σταβραητός: μύτη του αητού
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αναγέννηση:
1: 17/11/1986, 2: 17/12/1986, 3: 1-15/1/1987, 4: 13/2/1987, 5: 1-15/3/1987, 6: 8/5/1987, 7: 29/5/1987, 8: 12/6/1987., 9: 30/6/1987, 10: 19/7/1987, 11: 5/8/1987, 12: 1/9/1987, 13: 27/9/1987, 14: 16/10/1987 Και τα τοπωνύμια: 7/12/1987, 31/12/1987 και 15/1/1987.
Η βιβλιογραφία δεν δημοσιεύτηκε στην Αναγέννηση].
No comments:
Post a Comment