[Από επιστολή του αειμνήστου Καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου Νεοκλή Σαρρή στον Τάκη Μαύρο]
Επειδή η δουλειά σου η σχετική με το λεξιλόγιο κέντρισε το ενδιαφέρον μου, έκρινα σκόπιμη την ανάλυση της πρώτης λέξης που κοσμούσε τον κατάλογο που μου ’χες στείλει: «Ακκιουλαχήδες». Σου είπα - και η απόδοση είναι σωστή - ότι σημαίνει «με άσπρο κιουλάχι». Τούτο όμως δεν λέει τίποτε, τουλάχιστον ως προς την απόδοση της κυριολεξίας.
Έψαξα λοιπόν στις πηγές μου και ηύρα τα ακόλουθα ενδιαφέροντα, νομίζω, αναφερόμενα στις ενδυμασίες. Το κιουλάχι (külah) - φανερώνεται στα ελληνικά και ως κιούλαφι - είναι το εξέχον τμήμα του σαρικού, εκεί όπου τυλίγεται το κυρίως σαρίκι - σαρίκι σημαίνει τυλιγμένο, από το surmac, που σημαίνει τυλίγω. Το κιουλάχι είχε ύψος μισό ενταζέ - κάθε ενταζές αντιστοιχεί σε 65 εκατοστά. Μόνο το «Σελιμή», αυτό που είχε καθιερώσει ο Σελίμ Α' ο Σκληρός, είχε μήκος ή ύψος ένα ενταζέ. Το κιουλάχι, έξω από αυτό, είναι γενικός όρος. Για παράδειγμα, οι αξιωματικοί των γενιτσάρων φορούσαν λευκό κιουλάχι, με φούντα και κάτι σαν σκούπα ή φυσερό από πάνω. Στο «μπορκ» (börk) των γενιτσάρων - ανδρών - που ήταν σχήματος σάκου, λεγόταν «ουσκιούφ» (üsküf), δηλαδή σκούφος. Οι καλιγιντζήδες του ναυστάθμου και οι πυροβολητές φορούσαν το «πουσί» (Puşi) ή «πούσι». Οι σιδηρόφραχτοι φορούσαν το «ζερρίν κιουλάχ», δηλαδή ένα κράνος με κωνική την απόληξη. Οι φρουροί του σουλτάνου φορούσαν «τάσια», δηλαδή πλατσουλά, όχι κωνικά.
Ψάχνοντας βρίσκει κανείς πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Το μπουρνούζι είναι το μπορνόζ (burnuz) και είναι ένδυμα με μανίκια και κουκούλα. Θυμάμαι και ο ίδιος έχω χρησιμοποιήσει μπουρνούζι από τα προικιά της θειάς μου, κατασκευασμένο από ελληνικό υφαντουργείο της Προύσσας, στις αρχές του [20ου] αιώνα - το αντίστοιχο «προσόψιον» έφερε και το ενδεικτικό «ενθύμιον Προύσης». [Το μπουρνούζι] είχε και κουκούλα. Και το μπουρνούζι για μωρό είχε και αυτό κουκούλα. Και χρησιμοποιούνταν το «μπορνόζ» για αδιάβροχο!
Θα τελειώσω με το «Πιρπιρί» (pırpırı ή pirpiri), που είναι και επώνυμο. Κατά βάση είναι το στενό ένδυμα που φορούσαν τα σινάφια / εσνάφια και επαγγελματίες, αλλά και οι κιουλχάν μπέηδες, δηλαδή οι νταήδες όπως τους λέμε, παλικαράδες. Το πιρπιρί ήταν κόκκινος τζουμπές – ράσο, και το φορούσαν όταν ήταν στρατωνισμένοι οι Σαλαμά τσουχαντάρηδες, δηλαδή οι γενίτσαροι της μυστικής αστυνομίας, της ΚΥΠ [σήμερα, 2025, ΕΥΠ] σαν να λέμε, όταν δεν κυκλοφορούσαν στο κοινό, μεταμφιεσμένοι ή θα λέγαμε με πολιτικά.
Και βέβαια τα περί ενδυμασιών και εξαρτημάτων δεν τελειώνουν εδώ. Θα μπορούσε να γίνει μια ενδιαφέρουσα διατριβή. Συμπληρώνω για τους σκούφους πως ο σκούφος των λεβέντηδων, δηλαδή των ναυτικών, κατά βάση ήταν η μπαράτα - περέτα, που είναι παρμένο ακριβώς από τους Ιταλούς.
…
[Ημερομηνία επιστολής 28/8/1986].
No comments:
Post a Comment