Friday, October 26, 1984

Τάκης Μαύρος : Η υπόθεση Νταούτ Χότζα (Daout Hoxha)

Στις παραμονές του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, ανάμεσα στις άλλες αφορμές που είχαν ή βρει ή δημιουργήσει οι Ιταλικές Αρχές για να προετοιμάσουν ψυχολογικά τον Ιταλικό λαό κυρίως, αλλά και τη διεθνή κοινή γνώμη για τη σχεδιαζόμενη επίθεση εναντίον της Ελλάδος, ήταν και η γνωστή τότε «υπόθεση Νταούτ Χότζα». Θα την επαναφέρω με λίγα λόγια στη μνήμη των αναγνωστών.
        Στις 17 Ιουνίου του 1940 βρέθηκε μεταξύ Αγίων Σαράντα και Κονίσπολης το ακέφαλο πτώμα ενός άνδρα 50 περίπου ετών, που διαπιστώθηκε ότι ανήκε στον Νταούτ Χότζα [1]. Σύμφωνα με τα όσα δημοσίευσε ο ιταλικός Τύπος και περιέλαβε και η ιταλική διαμαρτυρία προς την Ελλάδα [2].
        Αυτός ο Νταούτ Χότζα καταγόταν από την Τσαμουριά, τον σημερινό νομό Θεσπρωτίας, αλλά από το 1920 πάνω κάτω, και κατόπιν σωρείας καταδικαστικών αποφάσεων των Κακουργιοδικείων Ιωαννίνων και Πρεβέζης εις βάρος του για φόνους, ληστείες κλπ. είχε καταφύγει στην Αλβανία, όπου και ζούσε απασχολούμενος από την αλβανική Κυβέρνηση ως δασοφύλακας στα Ελληνοαλβανικά σύνορα. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε ανθελληνική ενέργεια στην οποία να μην πρωτοστατούσε. Καταδόσεις, συγκέντρωση πληροφοριών, κατασκοπευτική δράση, ήταν η κατ’ εξοχήν απασχόληση του Νταούτ Χότζα.
        Με την ανεύρεση του πτώματος άρχισε, όπως ήταν φυσικό, μια αλληλογραφία μεταξύ των δυο κυβερνήσεων, ελληνικής και ιταλικής, με τις συνηθισμένες σ' αυτές τις περιπτώσεις αντεγκλήσεις και διαμαρτυρίες, ώσπου ο πόλεμος που ακολούθησε έπειτα από λίγο, σκέπασε με το πέπλο της λήθης το άχρηστο πια και κατ' ουσίαν ασήμαντο αυτό επεισόδιο.
        Τώρα, επανέρχεται στο ιστορικό προσκήνιο, γιατί πιστεύει ο γράφων πως οι συνεχείς κλάψες για ολοκαυτώματα, σφαγές, καταστροφές, τις συμφορές με λίγα λόγια που πέρασε ο ελληνικός λαός στην ιστορία του, χωρίς βέβαια να κάνουν κακό, δεν φαίνεται να κάνουν και κανένα καλό. Κάθε τέτοια «επέτειος» δεν αφήνει παρά μια πικρή γεύση κατωτερότητας και κακομοιριάς. Η χριστιανική παραίνεση «δίνε και την άλλη παρειά» δεν έχει αξία παρά μόνο όταν μπορείς και να μην το κάνεις. Καλόν είναι να θυμόμαστε που και που ότι είμαστε άξιοι να κάνουμε και το «κακό», αν χρειαστεί.
        Δεν θέλω να διδάξω τη γερμανική επιθετικότητα, γιατί πιστεύω, παρ' όλον ότι τα γεγονότα στον οικονομικό τουλάχιστον τομέα με διαψεύδουν, πως δεν οδηγεί πουθενά. Παρά μόνο σε μια ψυχική ερημιά και στέγνα. Αντίθετα, η βεβαιότητα στις ικανότητες μας να κάνουμε τα πάντα βοηθά καλύτερα τους νέους προ πάντων να αντιμετωπίσουν τις αντιξοότητες που τους περιμένουν στη ζωή. Για τους νέους, λοιπόν, και σ' ανάμνηση του Πολέμου της Αλβανίας, γράφονται οι παρά κάτω γραμμές οι σχετικές με το επεισόδιο του Νταούτ Χότζα.
        Τον χειμώνα του 1948-49, κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο, επιστρατευμένος για τρίτη φορά, υπηρετούσα στη Στρατιωτική Διοίκηση του Λιμένος Πειραιώς. Έκανα ένα βράδυ την βάρδια μου επιβλέποντας την εκφόρτωση ενός παλιού σκάφους 500 περίπου τόννων, αν θυμάμαι καλά λεγόταν Λακωνία, και μετέφερε άχρηστα υλικά από την Πρέβεζα στον Πειραιά. Η ώρα ήταν περασμένη, θα ΄ταν 10 ή 11, έκανε ένα κρύο φαρμακερό, η εκφόρτωση συνεχιζόταν κι όλος ο κόσμος έτριβε τα χέρια του. Άλλοι γιατί κρύωναν κι άλλοι γιατί έκαναν «υπερωρίες».
        Μια στιγμή με πλησίασε ένας μεσόκοπος άντρας, θα ήταν γύρω στα 45-50, μικρού αναστήματος, αλλά γερός. Έδειχνε να ήταν καμωμένος από σίδερο. Μου είπε πώς λεγόταν, είχε ένα δισύλλαβο Ηπειρώτικο επώνυμο, και πρόσθεσε πως ήταν ο πρώτος ή ο δεύτερος καπετάνιος και με κάλεσε να πάω να πιώ έναν καφέ μαζί του.
        Κατεβήκαμε στο «καρέ» του πλοίου, όπου ένα πολύ χαμηλό φως και μια έντονη μυρουδιά πετρελαίου δεν σου επέτρεπαν ούτε να βλέπεις ούτε να μυρίζεις πολλά.
        Τον ρώτησα από που ήταν και μου απάντησε: «Χειμαρριώτης. Από τους Αγίους Σαράντα». Του είπα ότι στον Πόλεμο της Αλβανίας είχα πάει στους Αγίους Σαράντα και ξαναθυμηθήκαμε τα καφενεδάκια της παραλίας και τα φτωχόσπιτα στην είσοδο της κωμόπολης. Συγκινήθηκε κι επειδή η μια κουβέντα φέρνει την άλλη, μου διηγήθηκε την παρά κάτω ιστορία. Τότε την είχα θεωρήσει απίθανη και δεν της είχα δώσει προσοχή. Αργότερα, έπειτα από αρκετά χρόνια, όταν την ξανασκέφτηκα πάλι και πάλι, άρχισα να την βλέπω και σαν πιθανή. Τα γεγονότα, έτσι όπως τα περιέγραφε το ιταλικό Υπουργείο Εξωτερικών δεν διαφέρουν από την αφήγηση του καπετάνιου, παρά μόνο στη θέση στην οποία βρέθηκε το πτώμα.
        Μου είπε, λοιπόν, ότι επειδή ήταν από την περιοχή και επειδή τότε ασχολιόταν με το εμπόριο καυσόξυλων, πηγαινοερχόταν μια στο αλβανικό και μια στο ελληνικό έδαφος και γνώριζε καλά τον Νταούτ Χότζα. Ήταν ένας μέθυσος και έπινε πολύ ούζο. Έμενε σε ένα από κείνο τα μικρόσπιτα, που είχα δει στην είσοδο των Αγίων Σαράντα, πάνω σ' ένα χαμηλό λοφίσκο. Η δράση του ήταν γνωστή και όταν έμαθε ότι είχε χαρακτηρισθεί από τις ελληνικές παραμεθόριες Αρχές ως persona disgrata, τον παρακολούθησε ένα βράδυ του Ιουνίου, που είχε πιεί περισσότερο από το συνηθισμένο ούζο σε κάποιο καφενείο. Έφυγε πρώτος, πήγε στο σπίτι του Νταούτ Χότζα, άνοιξε ένα παράθυρο, κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι του και περίμενε. Αργά τη νύχτα γύρισε ο Χότζα, βρώμαγε ούζο κι ήταν βαριά μεθυσμένος. Έπεσε ξερός. Τον άφησε να τον πάρει για καλά ο ύπνος, έπειτα βγήκε σιγά-σιγά και με ένα δυνατά χτύπημα μαχαιριού του έκοψε το λαρύγγι. Δεν έβγαλε άχνα. Κατόπιν του έκοψε το κεφάλι. Το έβαλε σ' ένα τορβά και το πρωί ξημερώθηκε στους Δρυμάδες, ένα ελληνικό χωριό πολύ κοντά στα σύνορα, όπου ήταν και η έδρα μιας μονάδας Προκαλύψεως.
        Παρουσιάστηκε στον επικεφαλής ταγματάρχη, μου είπε το όνομα του, ήταν κάτι σαν Χαραλαμπόπουλος, Γεωργόπουλος, δεν το συγκράτησα - γιατί όπως ανέφερα παραπάνω την ιστορία τότε την θεωρούσα σαν παραμυθάκι - και δίνοντάς του τον τορβά του είπε:
- «Πάρ' τον τον φίλο μας».
Ο ταγματάρχης έβγαλε από το συρτάρι και του έδωσε 10.000 δρχ, αλλά αυτός αρνήθηκε να τις πάρει λέγοντας:
- «Χρήματα δεν θέλω. Ό,τι έκανα, το έκανα για την πατρίδα».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
  1. Στα αλβανικά, Daut Qamil ef. mullà Qemal Bejdeshati.
  2. Ο τότε πρεσβευτής της Ιταλίας στην Ελλάδα, Γκράτσι (Emanuele Grazzi), σε βιβλίο που εξέδωσε στη Ρώμη και που κυκλοφόρησε σε μετάφραση και στην Ελλάδα, προ τετραετίας, μη διατυπώνοντας ιδίαν γνώμη για τα γεγονότα, ευθυγραμμίζεται προς το [ιταλικό] Υπουργείο Εξωτερικών, αλλά είτε έτσι είτε αλλιώς, το εκμεταλλεύθηκε η Ιταλική φασιστική κυβέρνηση σαν αφορμή για την δικαιολόγηση της εισβολής στην Ελλάδα.

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 26/10/1984].

No comments:

Post a Comment

Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...