Και μια που μιλούμε σε διεθνές επίπεδο. Είτε φίλος, είτε εχθρός είναι ο «πλησίων» σου, φρόνιμον είναι να γνωρίζεις όσο το δυνατόν περισσότερα για την εθνική του ζωή, την εθνική του υπόσταση. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι όλα τα επιτελεία όλου του κόσμου διαθέτουν πολύ χρόνο, πολύ χρήμα και ατελείωτες ώρες εργασίας για να παρακολουθούν ο ένας τον άλλον. Γιατί όσα περισσότερα γνωρίζουν γι’ αυτόν τον άλλον, τόσο οι κίνδυνοι να υπερτιμηθούν ή να υποτιμηθούν οι δυνάμεις του μειώνονται.
Αυτές οι μικρές πρακτικές σκέψεις μας οδηγούν στην προσπάθεια να σηκώσουμε τη μύτη μας πάνω από τον φράχτη και να ρίξουμε μια ματιά στον κήπο της φίλης γείτονος, της Τουρκίας, της χώρας αυτής που οι περισσότεροι από μας την θεωρούν σαν μια άγρια περιοχή της γης.
Στις «Μεταφράσεις Τουρκικών ιστορικών εγγράφων αφορόντων εις την Ιστορίαν της Κρήτης» του Ν. Σταυριανίδη [1] βλέπουμε ότι το περίφημο «αλληλοδιδακτικόν σχολείον», το οποίον ο Αλέξ. Ραγκαβής το έβρισκε για την εποχή του - αρχές του 19ου αι. - σαν την τελευταία λέξη στις προόδους της εκπαιδευτικής, οι Τούρκοι το χρησιμοποιούσαν τουλάχιστον από το 1694. Αναφερόμενος στο αφιερωτήριο του τεμένους Ελχάτζ Μεχμέτ Πασά, το «τυπικόν» (: το καταστατικό του, όπως θα λέγαμε σήμερα), διαβάζουμε:
«… θα αναλάβει προσέτι ούτος (: ο δάσκαλος) την υποχρέωσιν να διδάσκη το Ιερόν Κοράνιον εις τους απόρους Οθωμανούς και άλλους μουσουλμανόπαιδας, καθώς επίσης και όσα άλλα μαθήματα δύναται ούτος … Εις δε βοηθός του Ιμάμου, «χαλιφέ», καταρτιζόμενος προς τούτο καταλλήλως υπ’ αυτού, και αφ’ ού εκμάθη καλώς το διδασκόμενον μάθημα, θα επαναλαμβάνει τούτο κατόπιν από της θέσεώς του προς τους προς εκπαίδευσιν προσερχομένους εις το εκπαιδευτήριον συμφοιτητές αυτού κλπ.».
Εκτός από τον Αλέξ. Ραγκαβή, και στο Αρχείον Ύδρας έχει διασωθεί μια αναφορά ενός Ιακώβ ιερομονάχου, αν θυμούμαι καλά, που στα χρόνια της Επαναστάσεως προτείνει στους προεστούς του νησιού να τον προσλάβουν σαν δάσκαλο της νέας μεθόδου, της αλληλοδιδακτικής.
Στο σημείο, λοιπόν, αυτό φαίνεται πως οι γείτονές μας ήσαν λιγότερο άγριοι από όσο νομίζουμε.
Ένα άλλο σημείο που θα θίξουμε και ελπίζουμε ότι δεν θα βαρυγνωμίσει το Πελοποννησιακό Ίδρυμα είναι το εξής: αργήσαμε πολύ, εμείς εδώ, για να οργανώσουμε ένα ενδυματολογικό μουσείο, κι αν δεν υπήρχε η ψυχική, σωματική και οικονομική αντοχή μιας γυναίκας [σημ.τ.ε. αναφέρεται στην κα. Ιωάννα Παπαντωνίου, που το ίδρυσε στη μνήμη του πατέρα της Βασίλη Παπαντωνίου], που θυσίασε τα πάντα σ’ αυτή την προσπάθεια, ίσως να μην είχαμε ακόμη την ευκαιρία να μπορούμε να παρακολουθήσουμε την ιστορία της ελληνικής φορεσιάς. Αντίθετα, οι Τούρκοι από το 1522 τουλάχιστον είχαν οργανώσει κάποιο είδος ενδυματολογικού μουσείου, έστω και ζωγραφιστού. Να τι γράφει σχετικά ο Δημοσθένης Χαβιαράς [2]:
Ο Σουλτάνος (Σουλεϊμάν Α) όταν μετά την πολιορκία της Ρόδου «… επήγε στην Κωνσταντινούπολιν, εδιώρισε και ετύπωσαν την Συμαϊκήν φορεσιάν τη γυναικείαν, εις το Γενί-Σαράι, και οι στελλόμενοι από το Κοινόν μας, με το αυθεντικόν σπογγάρι κατ’ έτος, βλέπουσι τυπομένην απαράλλακτον την πρωτότυπον της νήσου Σύμης φορεσάν …».
Ο «γράφων» δεν ξεχνά ότι επί της κεφαλής του επικρέμαται ο κίνδυνος να χαρακτηριστεί ως Τουρκολάτρης, αλλά οι βιαστικοί κριτικοί ας μην ξεχνούν ότι η ειλικρίνεια προϋποθέτει μιαν απέραντη ωριμότητα, όχι από εκείνον που την λέει, όσο από εκείνον που την ακούει.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
- Νικ. Σταυριανίδη, Μεταφράσεις τουρκικών ιστορικών εγγράφων αφορόντων εις την Ιστορίαν της Κρήτης, Γ (1978), σ. 127.
- Δημοσθένης Χαβιαράς, Σουλτανικά φιρμάνια περί των προνομίων της νήσου Σύμης και των λοιπών Νοτίων Σποράδων, ΔΙΕΕ 6 (1904), σ. 325.
No comments:
Post a Comment