Δεν απορρίπτεται η γνώμη εκείνων, που υποστηρίζουν ότι προέρχεται από το επίθετο Λυγήριος ή Λιγύριος, που είχε ο θεός Απόλλων, λένε μάλιστα ότι αναγράφεται σε στήλη, δυστυχώς όμως δεν έχω περισσότερες λεπτομέρειες στη διάθεσή μου. Θα μπορούσα μάλιστα να προσθέσω και όνομα προσώπου, τον Ligorium Zuralium de Neapoli, militem logothetam et prothonotarium regn. Sicilie colateralem, το 1376, που απαντούμε σε έγγραφο του 1413 [1]. Παρ’ όλα αυτά, όμως, ας μου επιτραπεί να υποστηρίξω την εικασία ότι το τπνμ. φαίνεται να έχει άλλη προέλευση.
Ο Σπύρος Λάμπρος [2] υποστηρίζει ότι τπνμ. «Λεγούρια» δεν υπήρξε ποτέ στην Αττική, αντίθετα με τη γνώμη του Γαβριήλ Δεστούνη, πρώτου εκδότου του θρήνου «Περί αναλώσεως και αιχμαλωσίας ή γέγονεν υπό των Περσών (: Τούρκων) εις αττικήν Αθήνα», ο οποίος τη λέξη «λεγουρία» - με το «ου» πάνω από το «γ» - στον στίχο 40 διαβάζει «λεγουρία», και [το] συσχετίζει με το Λιγουριό. Το ίδιο και ο Γρ. Καμπούρογλου [3], ο οποίος συμφωνεί με αυτή την ανάγνωση. Αντίθετα, λοιπόν, ο Σπ. Λάμπρος, αν και αρχικά είχε παραδεχτεί αυτή την ανάγνωση, αργότερα διάβασε «λεουγρία», βάζοντας το «ου» προ του «γ», και θεωρώντας το παραφθορά του «ελαιουργεία».
«Γυρί» λέγεται μια μικρή επίπεδη επιφάνεια γης. Ως τπνμ. το συναντούμε δυο φορές στον Κώδικα της μονής Σπηλιώτισσας Ζακύνθου, στις αρχές του 17ου αι. [4].
«Γυριά» ή «Γεριά» απαντούμε στην Παληκή της Κεφαλονιάς, όπου πάνω στο βουνό σχηματίζεται μια μικρή ομαλή σχετικά επιφάνεια. Αν και υποστηρίζεται ότι προέρχεται από το «ιερά», εντούτοις δεν προφέρεται «γερά», αλλά «Γυριά»: «Όταν αστράφτουν τα Γυριά δεν υπάρχει πια παρηγοριά».
«Λιογύρι», με την έννοια του τόπου όπου υπάρχουν μερικές ρίζες ελιές, και «συκογύρι», με την ίδια σημασία, συναντούμε στο Κουτζοχεράδο της Νάξου [5].
«Λιούρι», τπνμ. στη Νάξο [6].
«Leghorie ella piada», επαναλαμβάνεται τρις στο έργο των Lognon & Topping [7]. Αλλά και Ligurion και Ligourio [8].
«Λαιογύριν», σε διαθήκη του 1646, στη Νάξο [9].
Υποβοηθητικό της γνώμης, που ασπάζεται και ο γράφων, ότι δηλαδή το Λιγουριό έχει προέλθει από τα το Ελαιογύριον – Λιγούριον, θα μπορούσε να θεωρηθεί και το τπνμ. «στου Λεγουριώτη το αμπέλι», στην περιοχή της Κοντολινάς - Πραστού Κυνουρίας, το 1780 [10].
Δεν είναι τυχαίο, νομίζω, ότι στο τοπωνύμιο έχει διατηρηθεί η προφορά του «υ» του «γυρίου» ως «ου». Η δε μετατροπή του «ε» σε «ι» θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν κάτι το όχι σπάνιο στην ελληνική γλώσσα, βλ. Νιμποργιό αντί Εμπορείο. Αλλά στο γλωσσικό μουσείο της τσακώνικης διαλέκτου διατηρείται το «ε» στο τπνμ. «Λεγουριώτη».
Σκοτεινή. Τον 13ο αι. μνημονεύεται ένας Guillelmus Scottino, στρατηγός στην περιοχή της Ανδραβίδας [11]. Πιθανόν κάποια χήρα Σκοτεινή ή απόγονοι Σκοτεινοί να υπήρξαν κάποτε τοπάρχες στην όμορφη αυτή περιοχή της ορεινής Αργολίδας.
Μια άλλη πιθανότητα, να συνδεθεί δηλαδή το τπνμ. με τη μονή της Παναγίας Θεοτόκου της Κοτεινής [12] [στην Φιλαδέλφεια της Λυδίας, τον 13ο αι.) περιπλέκει περισσότερο τα ήδη σκοτεινά της Σκοτεινής.
Βολιμίρι. Τοποθεσία στο χωριό της Αργολίδας Κάτω Φίχτια. Αναφέρεται στο υπ’ αριθμ. 3671/1845 συμβ. του συμβολαιογράφου Άργους Ανάστ. Μαυροκεφάλου.
Gigni Voimiri stratioto Napolitano μνημονεύουν τα Ενετικά Αρχεία [13]. Η γυναίκα του Μαρία ζητά το 1552 μιαν αποζημίωση, in ricompensa di benni abbandonati in Napoli di Romania.
Αργότερα, το 1625, συναντούμε στη Ζάκυνθο τους Πέτρο και Νικολό, παιδιά του ποτέ Φραγκίσκου Βολιμίρη, από το χωριό Βελέτι της Κρανιάς (Κεφαλονιάς) [14].
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
- Κ. Σάθα, Μνημεία Ι, σ. 50.
- Σπ. Λάμπρου, Σύμμικτα, ΝΕ 2 (19050, σσ. 236-238.
- Καμπούρογλου, Η Ιστορία των Αθηναίων, τ. Α, σ. 123.
- Ανέκδοτος Κώδικας της μονής Σπηλιώτισσας Ζακύνθου, φ. 19 και φ. 22.
- Ανδρ. Παντ. Μαρούλη, Ναξιακά έγγραφα, Επετ. Ετ. Κυκλ. Μελ. τ. 4 (1964), σσ. 410-419.
- Γεωργ. Ν. Κορρέ, Επωνυμίαι της Παναγίας εν Νάξω, ΕΕΚΜ 6 (1967), σ. 565.
- J. Lognon & P. Topping, Documents sur le régime des terres dans la principauté de Morée au XIVe s., Paris 1969
- Αυτόθι, σ. 27 και σ. 181.
- Αντ. Φλ. Κατσουρού, Ναξιακά δικαιοπρακτικά έγγραφα του 17ου αι., ΕΕΚΜ 7 (1938), σ. 94.
- Ιωάν. Γιανναροπούλου, Δικαιοπρακτικά έγγραφα εκ της μονής Ρεοντινού, Πελοποννησιακά Η (1971), σ. 222.
- Lognon & Topping, ό.π., σ. 47.
- Σωφρ. Ευστρατιάδου, Η εν Φιλαδελφείας [της Λυδίας] μονή της Παναγίας Θεοτόκου της Κοτεινής, Ελληνικά Γ (1930), σ. 324.
- Κ.Σ. Μνημεία, ΙΧ, σ. 39.
- Ανέκδοτος Κώδικας της μονής Σπηλιώτισσας Ζακύνθου, φ.36.
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 21/6/1981].
No comments:
Post a Comment