Tuesday, May 31, 1977

Τάκης Μαύρος : Τοπωνυμικλα Αργολίδας : Μπόρσα

Βορειοδυτικά από τα Φίχτια και σε απόσταση λίγο χιλιομέτρων, κρυμμένο μέσα στις πτυχώσεις των λόφων, βρίσκεται το χωριό Μπόρσα [σήμερα Μπόρσας]. Ψηλότερα και προς βορράν του χωριού σώζεται επισκευασμένο το μικρό εκκλησάκι του Άη-Γιάννη του Μπόρσα, που φαίνεται πως υπήρξε καθολικό μικρού μοναστηριού. Μερικά κελλιά, που υπάρχουν ακόμη από πολλά χρόνια, εχρησιμοποιούντο άλλοτε από τα γύρω χωριά σαν τόπος παραθερισμού, ιδίως για τα παιδιά που υπέφεραν από ελονοσία. 
        Για την προέλευση του ονόματος Μπόρσα νομίζω ότι ίσως θα πρέπει να στηριχθούμε πάνω σε μια σειρά « στρατιωτών», πως είχαν έλθει από τη Β.Ήπειρο και που είχαν αυτό το ιταλικό όνομα (borsa), που σημαίνει «πουγκί». Το συναντούμε και σε άλλα σημεία της Eλλάδος. Κατά χρονολογική σειρά είναι οι εξής: 
Zorzi Borsa, το 1513 (7, 111)
Dimitri Borsa, το 1540 (7, 148)
Zorzi Borsa, capo di strathioti, το 1530 (7, 145)
Teodoro Borsa, το 1531 (7, 152)
Lazaro Borsa, το 1541 (8, 353)

(Από τους δυο αριθμούς, που είναι μέσα σε παρένθεση, ο πρώτος αναφέρεται στον τόμο και ο δεύτερος στη σελίδα του βιβλίου του Κων. Σάθα, Documenta Strathiotas Illustrantia, Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, Παρίσιοι 1888).

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 31/5/1977].

Sunday, May 29, 1977

Τάκης Μαύρος : Λαογραφικές μνήμες : Ο «Ντιρλαντάς»

Όλοι μας έχουμε γνωρίσει ή έχουμε ακούσει το Πασαλιμάνι, ένα από τα ωραιότερα, αν όχι το ωραιότερο σημείο του Πειραιά. Σήμερα, βέβαια, με τα γιοτ, τα κότερα και τα άλλα πλεούμενα πολυτελείας έχει πάρει έναν αέρα κοσμοπολίτικο, και δεν έχει πια τη μορφή που είχε άλλοτε. Τότε, δηλαδή, πριν 50-60 χρόνια, ήταν ένα μικρό γκρίζο λιμανάκι, πάντα βρώμικο, πάντα ήσυχο. Το χρησιμοποιούσαν συνήθως τα καΐκια, που μετέφεραν άμμο για τις οικοδομικές ανάγκες της καινούργιας πολιτείας, και καμιά φορά τα γριγρί.


Το Πασαλιμάνι το 1928 (αρχείο Τάκη Μαύρου). 

        Μικρά καΐκια, συφοριασμένα, γερασμένα σκαριά, γερασμένα αφεντικά, δεν άντεχαν πια τις μεγάλες θάλασσες και είχαν αυτοπεριοριστεί σε αυτές τις παρακατιανές δουλειές. Κουβαλούσαν άμμο από τη Βουλιαγμένη, που τότε θεωρείτο terra incognita, μέχρι το Πασαλιμάνι. Ιστιοφόρα με κάτι γκρίζα μισοκουρελιασμένα πανιά, γεμάτα μπαλώματα, έφταναν ως την είσοδο του λιμανιού, το Ρωσικό νοσοκομείο, που αργότερα ονομάστηκε Ναυτικό. Εκεί, ο αέρας έπεφτε, και τα σκάφη ακινητούσαν. Για να μπορέσουν να μπουν μέσα στο λιμάνι και να φτάσουνε στην αποβάθρα, έπρεπε να ρίξουν τη φελούκα και δύο ή περισσότεροι ναύτες με τα κουπιά πια να προσπαθήσουν να τραβήξουν το βαρυφορτωμένο καΐκι. Βαριά δουλειά, που την έκανε βαρύτερη η καλοκαιριάτικη λαύρα και η άπνοια.
        Για να ξεχάσουν τον κόπο οι ναύτες που κωπηλατούσαν τραγουδούσαν. Ένας έλεγε κάτι, και οι άλλοι το επαναλάμβαναν. Δεν θυμούμαι τι έλεγαν τα τραγουδάκια τους, αλλά όταν άκουσα για πρώτη φορά, πριν αρκετά χρόνια, στο ραδιόφωνο το γνωστό σε όλους «Ντιρλαντά», ο σκοπός μου φάνηκε γνώριμος, αλλά και πάλι δεν μπορούσα να προσδιορίσω πού τον είχα πρωτακούσει. Τώρα νομίζω πως πρέπει να ήταν από τότε που παιδί παρακολουθούσα από την παραλία το μαρτύριο των ναυτών κι άκουγα το τραγούδι τους. Αυτό το είδος τραγουδιού, κατά τη διάρκεια ομαδικής εργασίας, που φαίνεται ότι είναι τόσο παλιό όσο και η εργασία.
        Διάβαζα προ ημερών :

«…οίον ουν ειώθασι ναύται δράν ες καμάτων αμέλειαν,
τούτο κακείνοι δρώντες τας κώπας ανέφερον. Εις
μεν αυτοίς κελευστής ναυτικάς ήδεν ωδάς, οι δε
λοιποί καθάπερ χορός ομοφώνως εβόων».

Ίσως, λοιπόν, και ο «Ντιρλαντάς» να ήταν ένα από αυτά που «ο κελευστής ναυτικός ήδεν» και οι ναύται «εβόων».
        Αλλά αυτό το «Ντιρλαντά», τι είναι; Μήπως μια λέξη χρήσιμη μόνο γιατί με τη επανάληψή της βοηθιέται η μουσική διάρθρωση; Χωρίς δικό της νόημα, κάτι σαν το «τραλαλά, τραλαλά»;
        Νομίζω μάλλον όχι. Γιατί ένας Maistro Pierro Irlanda, capo di bombardieri βλέπουμε να τον ζητά από τις αρχές της Bενετίας, con molta instantia, o βαΐλος του Ναυπλίου Francesco Barbaro, το 1539 [1], που σημαίνει πως ήταν πρόσωπο γνωστό για τις ικανότητές του. Η φήμη του λοιπόν και εν συνεχεία η δράση του στα νερά του Αιγαίου πιθανόν ν’ αποτελούν τον λόγο για τον οποίο η λαϊκή παράδοση έδειξε τόση επιμονή στη διατήρηση του ονόματός του. Όσο για το «ντι» που παρεμβάλλεται μεταξύ Pierro και Irlanda θα πρέπει ίσως να δεχθούμε ότι δεν είναι τίποτα άλλο από το ιταλικό άρθρο ή πρόθεση di ή da.
        O Πέτρος, λοιπόν, από την Ιρλανδία, και ακινδύνως μπορεί η ΕΡΤ να συνεχίσει να το μεταδίδει. Είναι ένα από τα παλιότερα και ωραιότερα δημοτικά μας τραγούδια.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1. Κ. Σάθας, Mon. Hist. Hel. Τόμ. 8, σ. 322.

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση το 1977].
 

Τάκης Μαύρος : Λαογραφικές μνήμες : Αποκριάτικα (αλογατάκι, γαϊτανάκι, γκαμήλα)

Τα πιο συνηθισμένα και τα πιο αγαπημένα αποκριάτικα θεάματα για μικρούς αλλὰ και για µικρομεγάλους καμμιὰ φορά, ήταν το «αλογατάκι», το «γαϊτανάκι» και η «γκαμήλα».
        Τότε δεν υπήρχε άλλος τρόπος λαϊκής αποκριάτικης ψυχαγωγίας. Μη βλέπετε σήµερα, που με τους κινηματογράφους, τις τηλεοράσεις, το εύκολο ταξίδι, η μεταφορά σε έναν άλλο κόσµο είναι σχετικά προσιτὴ σε όλους, τότε αυτὲς οι δυνατότητες δεν υπήρχαν και ο κοσµάκης έπρεπε να οργανώσει µόνος του τη διασκέδασή του και τις Απόκριες κατέφευγαν στα µέσα, που αναφέραμε παραπάνω.
        Το «αλογατάκι» έχει επιζήσει έστω και στην τηλεόραση ή στον κινηματογράφο σαν αποκριάτικο θέαµα. 
        Το «γαϊτανάκι» ήταν και είναι σπανιότερο, γιατὶ απαιτούσε πολυάριθµο σχετικὰ θίασο και που να µπορεί κατά κάποιον τρόπο να παίρνει λίγο τα πόδια του, να χορεύει. Ένας κρατούσε ένα κοντάρι δυο - τρία µέτρα ψηλὸ και τέσσερεις ή έξι άλλοι, συνήθως ήσαν ζευγάρια, κρατώντας τη μιαν άκρη απὸ πολύχρωμες µακριὲς κορδέλες στερεωµένες στην κορυφἠ του στύλου, χόρευαν γύρω απὸ αυτόν. Οἱ βηµατισμοὶ του χορού ακολουθούσαν κάποιο σχήμα µαίανδρου, μ᾽ αποτέλεσμα οι κορδόλες να τυλίγονται γύρω απὸ τον στύλο, δημιουργώντας το ποικιλόχρωμο γαϊτάνι. Πράγματα σχετικὰ δύσκολα, γι’ αυτὸ και το «γαϊτανάκι» δεν το βλέπαµε συχνά.
        Συχνότερη και δηµοφιλέστερη ήταν η «γκαμήλα». Ένας, ο καµηλιέρης, με µουτζουρωµένο πρόσωπο έτσι που να δείχνει αράπης, με φέσι κόκκινο, προπορευόταν. Κατὰ κανόνα ήταν και ο θιασάρχης. Φοροῦσε παπούτσια και με κρεµασμένο απὸ το σβέρκο του κάτι σαν λαγήνι, που ο πάτος του είχε αντικατασταθεί με δέρµα, ήταν το τύμπανο, και χτυπούσε ένα µονότονο σκοπό. Ποὺ και ποὺ έβγαζε και κάτι φωνὲς, που υποτίθεται πως θα ήταν τούρκικο τραγούδι «Γκελ, γκελ, έι βαλά» και κάτι άλλα, που δεν τα θυμούνται τώρα. 
        Ακολουθούσε η «γκαµήλα», έχοντας αριστερὰ και δεξιά της, όπως σήµερα τ’ αυτοκίνητα των επισήμων, τους μοτοσυκλετιστές, δυο απίθανης αθλιότητας µουτζουρωµένους κι εκείνους κοµπάρσους. Κρατοῦσαν απὸ ένα δίσκο στο χέρι τους και κάτω απὸ το άγρυπνο βλέµµα του θιασάρχη μάζευαν τις δεκάρες του φιλοθεάµονος κοινοῦ, που κατὰ κανόνα το αποτελοῦσαν αδέκαροι πιτσιρίκοι. Η πομπὴ έκλεινε με τη «μαρίδα», κοπάδι απὸ παιδιὰ κάθε ηλικίας, που δεν άφηναν εύκολα τέτοιο θέαμα.
        Το γενικὸ ενδιαφέρον το αποσπούσε η ίδια η καµήλα. Το κρανίο κάποιου ψόφιου αλόγου, επενδυµένου με δέρµα προβάτου, ήταν το κεφάλι. Ένας σοφὸς µηχανισμός, με βάση μια κουβαρίστρα και μερικά σύρματα επέτρεπαν σ' έναν από τους δυο κρυμμένους μέσα στο σώμα της καμήλας να επιτυγχάνουν ένα ανοιγοκλείσιμο των σαγονιών, τραβώντας κάποιο σπάγγο, προς μεγάλο θαυμασμό των πιτσιρίκων για τα θαύματα της σύγχρονης τεχνολογίας.
        Ένα αλλόκοτα στενόμακρο σχήμα, καμωμένο από μερικά ξύλα και σκεπασμένο με λινάτσες, που έφταναν σχεδόν ως το χώμα, ήταν το σώμα του ζώου. Εκεί μέσα ήταν κρυμμένοι δυο άνθρωποι, που κρατούσαν στους ώμους τους τον ξύλινο σκελετό της καμήλας. Ο πρώτος ήταν ο οδηγός, γιατί από δυο τρύπες στη λινάτσα, έβλεπε πού πήγαινε και με τον σπάγγο δούλευε και τα σαγόνια. Ο ρόλος του δεύτερου περιοριζόταν μόνο στο να μεταφέρει το μισό βάρος και ν’ ακολουθεί τον πρώτο.
        Εκείνες τις Απόκριες, στο Ναύπλιο είχε βγει η «Γκαμήλα» και γύριζε τις γειτονιές. Ο Κώστας ο Κονιτάκης, ο καφετζής, είχε τότε το καφενείο του στη γωνία των οδών Όθωνος καί Κωτσονοπούλου, μόλις είχε τελειώσει το συγύρισμα του μαγαζιού του. Είχε βάλει τις καρέκλες στη θέση τους, τα ποτήρια, τα φλυτζάνια, όλα · στο τέλος, μ' ένα φαράσι μάζεψε και τις στάχτες και τα κάρβουνα, που ήσαν μισοσβησμένα στη «μηχανή» (*) για να βάλει καινούργια να ζεσταίνεται το «γεντέκι», και ανοίγοντας την πόρτα του μαγαζιού του προχώρησε μέχρι τη μέση του δρόμου και άδειασε το φαράσι του μέσα σε μια από τις γούβες, που είχε τότε η οδός Όθωνος.
        Σέ λίγο φάνηκε και η «Γκαμήλα» να έρχεται από την οδό Κωτσονοπούλου. «Γκελ, γκελ, έι βαλά. Έι βαλά». Φθάνοντας στο σημείο, όπου ο Κονιτάκης είχε ρίξει τα μισοσβυσμένα κάρβουνα, ο πρώτος από τους κρυμμένους κάτω από τα τσουβάλια τα είδε και τα προσπέρασε, ο δεύτερος όμως που δεν έβλεπε και ήταν μάλιστα και ξυπόλητος, πάτησε στο κέντρο της γούβας.
        Το τι επακολούθησε, το φανταζόσαστε. Ακούστηκε ένα σπαραχτικό «Ααα» και το κοινό είδε την καμήλα να πετάγεται στον αέρα. Πάνε και τα σαγόνια, πάνε και οι κουβαρίστρες. Και το μονότονο τραγουδάκι του καμηλιέρη παραχώρησε τη θέση του σέ ένα υβρεολόγιο από αυτά που σπάνια άκουγε το λιμάνι του Ναυπλίου.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

(*) Λεγόταν ακόμα και «φωτιά», ή «τεζάκι», ή «τζάκι».

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση το 1977].

Wednesday, May 18, 1977

Τάκης Μαύρος : Λαογραφικές μνήμες : Οι ανθρωποφάγοι της Ναυπλίας

Παραθέτουμε τμήμα από μιαν ανέκδοτη συλλογή λαογραφικών στοιχείων, που κατά τη διάρκεια της Μαύρης Επταετίας είχε την καλοσύνη να θέσει στη διάθεσή μου ο κ. Εμ. Δρίτσας, "αγροκτηματίας και πεζοπόρος εκ Διδύμων Κρανιδίου", σεβόμενος την ορθογραφία του κειμένου:

(Σελ. 11) "... στρίβωντες ανατολικός του όρους Ζυγού και εις απόστασιν 2 χιλιομέτρων βρίσκομαι τα εροίπια του καταστραφέντος και καταβιθισθέντος προφανώς από καθίζησι πάλαι ποτέ ονομαζομένη σήμερα η Τζερτζελιά που κοίται εις τας υπορείας του όρους ΖΥΓΟΥ (σημ. κοντά στην τοποθεσία Σέσια, διακόσια μέτρα μακρύτερα από την Πελεή). φαίνονται και σήμερα πολλά βουλιαγμένα στο χώμα κτήρια και κεραμίδια και ημερες συκιές και Ελιές μεγάλες παλαιές. λέναι από παράδοση των 
(Σελ. 12) προγόνων μας Διδυμιωτών και πολλών θρύλων ότι ο Θεός εβούλιξε το χωριό αυτό των Τζερτζελίων δια να τους αφανίσει επειδή ήσαν Ανθρωποφάγοι με τον εξής θρύλον. Κάποιος από εκεί είχε παντρευθή τότε εις αμνημονεύτους και άγνωστα έτη μία κόρην καταγομένην από το χωρίον Κολιάκη Τραχειάς [στην] επαρχία Ναυπλίας τώρα απέχων από την Τζερτζελιάν για ημιονικής οδού έως 12 χιλιόμετρα, η παντρεμένη αυτή γυναίκα μετά παρέλευσιν ολίγου καιρού όταν απεβίωσεν κάποιος τον είχον βράσει και τοποθετήση ως άλοιμα μέσα εις ένα κιούπι όπως κάμουν και τώρα ακόμη το χοιρινό κρέας εις διάφορα χωριά και μιαν ημέραν της είπε ο άνδρας της πήγαινε να βγάνης άλοιμα κρέας από το κιούπι να φάμε, πήγε όντας αυτή χωρίς να ξέρει τίποτα ανέσυρε μαζί με το κρέας και ... (μια δυσανάγνωστη λέξη) από χέρια και πόδια ανθρώπινα. Τρομοκρατηθείσα από την ανθρωποφαγίαν του ανδρός της και των άλλων χωρικών των Τζερτζελίων ανεχώρησε αμέσως κρυφίως και πήγε εις τους γονείς της που μέναναι μονίμως εις το ως άνω χωρίον Κολιάκι Τραχειάς και τα ανέφερε τα συμβάντα αυτά και εγκατέλυψε τον σύζηγόν της και τους ανθρωποφάγους αυτούς κατοίκους της Τζερτζελιάς".
        Αυτά λέει ο θρύλος. Εμείς όμως λέμε ότι "επειδή πρόκειται να μπούμε σύντομα στην Κοινή Αγορά", δεν μας συμφέρει για τουριστικούς λόγους να δεχθούμε ότι η παράδοση αυτή έχει "κόκκον αληθείας". Ίσως είναι σκοπιμότερο να δεχθούμε ότι κάτω από τον θρύλο αυτό κρύβεται η παράδοση για τα "νεκρόδειπνα".

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 18/5/1977].




Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...