Βέβαια, υπάρχουν και οι προικισμένοι από την φύση με ταλέντο, που έχουν την ικανότητα του γρήγορου, σωστού, και ξεκάθαρου λόγου, που οσοδήποτε να φορτωθεί με σχήματα, άλλοτε πετυχημένα κι άλλοτε όχι, με ασυνταξίες και σολοικισμούς, παραμένει πάντα ζωντανός, ζεστός, ξεκάθαρος. Αντίθετα άλλων, λιγότερο ή καθόλου προικισμένων, γεννιέται ανόρεκτος και ατροφικός και πλακωμένος κάτω από το βάρος των στολιδιών του λογιοτατισμού, δεν ανασαίνει.
Θα παραθέσω δύο κείμενα, αποσπάσματα από απομνημονεύματα των αγωνιστών του 21, που δείχνουν καλύτερα αυτό που θέλω να πω. Το πρώτο είναι από το «Γκιορνάλε δια την ανεξαρτησίαν του Έθνους» του Αλέξανδρου Δ. Κριεζή, καπετάνιου και απλοϊκού ανθρώπου, που περιγράφει με χάρη και ζωντάνια την εμπειρία του από ένα επεισόδιο της Επαναστάσεως [1]. Γράφει λοιπόν ο Υδραίος καπετάνιος:
«… Την άλλην ημέραν αναχωρήσαμε (από Πέτρας εις Θήβας) · μας επροβόδησαν με πυροβολισμούς έως μίαν ώραν. Προς το βράδυ, 2 ώρας βασιλεύοντας του ηλίου, εφθάσαμεν εις εν μοναστηράκι, 7 ώρας μακρυά από τας Θήβας, εξεπεζεύσαμεν και εμβήκαμεν εις προσκύνησιν των αγίων. Μας εδέχθη ο ηγούμενος εις τον οντά του με μεγάλας υποδεξιώσεις, έμαθε παρά του Μηνά ποίος ήμιν · εξετάζοντάς τον τα περιστατικά αγροικώ να μας λέγη, ότι είναι μισή ώρα που ανεχώρησεν ο πασάς απ’ εδώ δια τας Θήβας, όπου είχε την κατοικία του. Αγροικώντας εγώ πασά, ήρχισα να ενθυμούμαι την αναχώρησιν από το πλοίον μου · δεν έδωσα όμως να καταλάβουν. Ήρχισεν ο ηγούμενος ετοιμάζοντας τράπεζαν απ’ έξω του μοναστηρίου εις τα χόρτα. Εκαθήσαμεν τρώγοντας και πίνοντας με ωραίον φεγγάρι και γαλήνη. Και από τη μνήμη μου δεν έβγαινεν ο λόγος του ηγουμένου.
Επάνωθεν από ταις πλάταιες επαρατήρησα δύο αξιόλογα βουνά, με πολλούς πεύκους υψηλούς και άλλα δένδρα... εσηκώθην εις τα ποδάρια και ανεβαίνοντας το πρόποδον των δύο βουνών, με λέγει ο ηγούμενος:
- Κύριε Κριεζή, χαΐρολα (= ώρα καλή).
Τον απεκρίθην:
- Πηγαίνω ολίγον να ξεμουδιασθώ.
Έτρεξαν όλοι κατόπι μου και οι στρατιώται, καθώς και ο ηγούμενος. Ήτο εν τέταρτον της ώρας μακρυά από το μοναστήρι, επαρατήρησα την θέσιν κατάλληλον δια την ασφάλειαν και τους λέγω:
- Ιδού κατοικία δια να απεράσωμεν την καλήν νύκτα.
Εδιώρισα, έτρεξαν να μου φέρουν τα στωσίματα εδώ. Εγύρευσεν ο ηγούμενος δυο και τρεις φοράς να με εμποδίση και πού εγώ να πεισθώ εις τα λόγια του ηγουμένού! Έτρεξαν οι στρατιώται και έφεραν όλα τα αναγκαία, ως να ήμην εις το πλοίον μου, και αήρ καθαρός».
Καθώς βλέπετε, δεν του λείπουν τα μαργαριτάρια της καθαρεύουσας, ούτε η ελευθερία στη σύνταξη, αλλά αυτό που θα μπορούσε να είναι ελάττωμα για ένα άλλο κείμενο, εδώ όχι μόνο δεν αφαιρεί, αλλά αντίθετα δίνει χάρη και ψυχή στον λόγο του Κριεζή.
Και ένα τώρα ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Αντώνη Α. Μιαούλη «Συνοπτική ιστορία των υπέρ της ελευθερίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος κλπ.» :
«… Τέλος πάντων περί τας 3 τρεις ώρας πνεύσας ο άνεμος ευνοϊκώτερον και φουσκοθέντων υπ’ αυτού των πανίων μας, εκινήθημεν κατά της φρεγάτας και του βρικίου κανονοβολούντες αυτά, τα οποία μας εκανονοβολούσαν, αβλαβώς όμως, από την πρωΐαν ακόμη · τα δε άλλα πλοία μας κατιδόντ ημάς ότι επέσαμεν πλέον εις τον άνεμον και ότι αρχήσαμεν να κτυπώμεν κρατερώς την φρεγάταν και τα βρίκια … (από τα δύο πυρπολικά) … το εν επλησίασεν τόσον πολύ εις μιαν φρεγάτα … ώστε παρ’ ολίγον το εμπροσθηνόν κατάρτι του πυρπολικού δεν συνεπλέχθη με τα καλώδια (σχοινία) του ατέρμονος της φρεγάτας, η οποία εδόθη εις φυγήν, διαφυγούσα χάρις εις την ταχύτητα των ποδών της κλπ. κλπ.».
Το δεύτερο κείμενο δεν έχει ψυχή, οι ασυνταξίες και οι λεκτικές ακροβασίες το κάνω να παγώνει μόλις βγαίνει. Καμμιά ζεστασιά, καμμιά ζωντάνια. Το κείμενο του Μιαούλη στερείται, με λίγα λόγια, του τόσο απαραίτητου, του θείου δώρου του ταλέντου.
Και πού καταλήγουμε : στην επανάληψη μιας γνώμης. Αν δεν πετάει ο λόγος, αν δεν πάει ρέοντας, ίσως είναι προτιμότερο να τον αφήνουμε να ωριμάζει πρώτα και μόνο αν κρίνουμε ότι είναι οπωσδήποτε απαραίτητο και υποχρεωτικό, τότε μόνο να αποτολμούμε την κάθοδο στον στίβο. Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πως ωριμάζοντας η σκέψη θα πάρει τα χαρακτηριστικά του καλού λόγου.
Κατά κάποιον τρόπο, ξαναγυρίζουμε στο «σπεύδε βραδέως».
(Δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις).
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
- Αλεξάνδρου Δ. Κριεζή, Απομνημονεύματα (Γκιορνάλε δια την ανεξαρτησίαν του Έθνους). Επιμ. Έκδ. Εμμανουήλ Γ. Πρωτοψάλτης. ΕΚδ. Βιβλιοθήκη Γ. Τσουκαλά και Υιού, Αθήναι 1956.
- Αντώνιος Α. Μιαούλης, Συνοπτική ιστορία των υπέρ της ελευθερίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος γενομένων ναυμαχιών διά των πλοίων των τριών νήσων Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών εν όλω τω διαστήματι του Ελληνικού αγώνος. Εκ της Τυπογραφίας του Κωνσταντίνου Τόμπρα Κυδωνιέως και Κωνσταντίνου Ιωαννίδου Σμυρναίου, Εν Ναυπλίω, 1833.
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 22/5/1975].
No comments:
Post a Comment