Μεγάλωσε κι ήρθε επιτέλους η ώρα να κάνει κι αυτό κουταβάκια. Ήταν τότε στο Άργος ο Παντελής ο Γυφτόπουλος, ένας πρώην αξιωματικός του ιππικού που είχε ένα χρυσοχοείο στην κεντρική αγορά της πόλης, κι ένα περιβόλι στο δρόμο Άργους - Πυργέλας, περίπου εκεί που ήταν το Αγροκήπιο της Τράπεζας και πηγαινοερχόταν με το τελευταίο μόνιππο που κυκλοφορούσε στην Αργολίδα μ’ ένα κόκκινο άλογο. Στο περιβόλι του είχε κι ένα μαυριδερό μεγαλόσωμο τσοπανόσκυλο που μου φάνηκε κατάλληλο για γαμπρός για τη σκύλα μου.
Πάω, βρίσκω στο χρυσοχοείο τον κ. Παντελή, και του λέω:
- Έρχομαι για ένα συνοικέσιο.
- Μπράβο, μου λέει, και μου πρόσφερε μια καρέκλα. Να το κουβεντιάσουμε!
- Δεν θέλει πολλές κουβέντες, του λέω, μόνο δώσε μου το τσοπανόσκυλο που έχεις στο περιβόλι για γαμπρό στη σκύλα που μου έχουν φέρει και που κι αυτή είναι έτσι μεγαλόσωμη.
- Να τον πάρεις, μου λέει, και με την ευχή μου.
Είχα τότε ένα αυτοκινητάκι, που έβγαζες τα πισινά καθίσματα και γινόταν φορτηγάκι. Πήγα στο περιβόλι του Γυφτόπουλου, βρίσκω τον άνθρωπο που είχε εκεί και του λέω τον λόγο της επίσκεψης μου. Πήρε τον σκύλο, τον έδεσε σε μια αλυσίδα, τον βάλαμε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου και ξεκίνησα.
Δεν είχα κάνει εκατό μέτρα, όταν ακούω πίσω μου θόρυβο από αλυσίδες και διάρροια του σκύλου, και με παίρνει και μια βρώμα. Γυρίζω και βλέπω ότι ήταν αργά πια. Ο σκύλος έμπαινε για πρώτη φορά στη ζωή του σ' αυτοκίνητο κι από το ταρακούνημα του χωριάτικου δρόμου και την ταραχή του, αλυσίδα, σκυλί και αυτοκίνητο είχαν καταπασαλειφθεί από τη διάρροια.
Τι να έκανα; Ας τον πάω τώρα, σκέφτηκα, μια και τον έφερα ως εδώ και θα ιδούμε.
Και είδαμε: μόλις έφτασε το αυτοκίνητο στο σπίτι, βγήκε η σκύλα να με υποδεχθεί, όπως συνήθως, αλλά όταν άνοιξα την πόρτα για να κατεβάσω τον γαμπρό, έπρεπε να βλέπατε πως στράβωσε τη μύτη της και γύρισε το κεφάλι της.
- Έλα, μωρή, να ιδείς τον λεβέντη που σου 'φερα!
Αυτή όμως χώθηκε μέσα στο καλυβάκι της και δεν ήθελε πια vα δει ούτε γαμπρό ούτε τη βρώμα του. Τραβηγμένος αυτός όσο του επέτρεπε η αλυσίδα του, καθόταν δυστυχής με την ουρά στην κοιλιά του, μ' ένα ύφος απελπισμένο, χωρίς καμία διάθεση ούτε για έρωτες ούτε για τέτοια. Το μόνο που ζητούσε ήταν... να φύγει. Και φύγαμε. Τον παρέδωσα στο αφεντικό του που γελούσε με την καρδιά του.
Από τότε, που λέτε, έχει μείνει και ο λόγος:
«Όλα του γάμου δύσκολα
και ο γαμπρός (..)σμένος».
[Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Άργους Αναγέννηση (Σεπτ. – Οκτ. 1999, σ. 32)].
και ο γαμπρός (..)σμένος».
[Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Άργους Αναγέννηση (Σεπτ. – Οκτ. 1999, σ. 32)].
No comments:
Post a Comment