Τον Γιάννη Ζωνίτσα τον συνάντησα στο σπίτι του, στην Παλιά Κόρινθο, δίπλα στις αρχαιότητες και τον παρακάλεσα να μου διηγηθεί την περιπέτειά του, που την είχα ακούσει από άλλους στις Λίμνες. Και να τι μου διηγήθηκε:
«Έχω γεννηθεί στις Λίμνες, αλλά από πολλά χρόνια είμαι εγκατεστημένος εδώ στην Κόρινθο.
Από την Κατοχή θυμούμαι το εξής περιστατικό. Ήμουν 14 χρονών όταν, μια μέρα στις 23 του Μάη του 1944, θυμούμαι την ημερομηνία, είδαμε τους Γερμανούς να έρχονται στο χωριό. Είχαν έρθει για ‘εκκαθαριστικές επιχειρήσεις’, όπως έλεγαν οι μεγάλοι κι όσοι μπόρεσαν να φύγουν, έφυγαν από το χωριό και πήγαν έξω στα βουνά, όπου ο καθένας νόμιζε πως μπορούσε να σωθεί.
Την άλλη μέρα, στις 24, εγώ μαζί μ' ένα μπάρμπα μου, εκεί στο ρέμα τον Σαρρή, 3-4 χιλιόμετρα ανατολικά από το χωριό, πέφτουμε πάνω σε ένα σωρό από 8-10 σκοτωμένους κι ώσπου να καταλάβουμε τι είχε γίνει, μια ομάδα Γερμανών αρχίζει από απέναντι να μας ρίχνει με τα πολυβόλα και με όπλα και μας τραυμάτισαν στα πόδια και τους δυό. Πέσαμε κάτω, αγκαλιαστήκαμε από τον φόβο μας και περιμέναμε να ιδούμε τι θα γίνει.
Είδαμε να έρχεται ένας Γερμανός με το πιστόλι στο χέρι για να μας δώσει τη χαριστική βολή. Ο μπάρμπας μου, που είχε κάνει στην Αμερική, έβγαλε την ταυτότητά του και με κάτι κουτσοεγγλέζικα έλεγε στον Γερμανό ότι 'Είμαστε καλοί άνθρωποι’. Εκείνος όμως, αμίλητος, μόλις τον πλησίασε, χωρίς να του πει λέξη, τον πιστόλησε αμέσως στο κεφάλι και τον σκότωσε.
Την άλλη μέρα, στις 24, εγώ μαζί μ' ένα μπάρμπα μου, εκεί στο ρέμα τον Σαρρή, 3-4 χιλιόμετρα ανατολικά από το χωριό, πέφτουμε πάνω σε ένα σωρό από 8-10 σκοτωμένους κι ώσπου να καταλάβουμε τι είχε γίνει, μια ομάδα Γερμανών αρχίζει από απέναντι να μας ρίχνει με τα πολυβόλα και με όπλα και μας τραυμάτισαν στα πόδια και τους δυό. Πέσαμε κάτω, αγκαλιαστήκαμε από τον φόβο μας και περιμέναμε να ιδούμε τι θα γίνει.
Είδαμε να έρχεται ένας Γερμανός με το πιστόλι στο χέρι για να μας δώσει τη χαριστική βολή. Ο μπάρμπας μου, που είχε κάνει στην Αμερική, έβγαλε την ταυτότητά του και με κάτι κουτσοεγγλέζικα έλεγε στον Γερμανό ότι 'Είμαστε καλοί άνθρωποι’. Εκείνος όμως, αμίλητος, μόλις τον πλησίασε, χωρίς να του πει λέξη, τον πιστόλησε αμέσως στο κεφάλι και τον σκότωσε.
Κατόπιν γύρισε σε μένα, κι έτσι όπως ήμουν καθισμένος στο χώμα, μού βάζει την κάννη μέσα στο μάτι μου και πυροβολεί. Δεν ‘έπιασε’. Οπλίζει πάλι το πιστόλι του και μού το ακουμπάει αυτή τη φορά στον κρόταφο, εδώ στο μιλίγγι. Τραβάει, αλλά πάλι δεν έπιασε. Τα 'χασα από το φόβο μου. Δεν άντεχα να τόνε βλέπω πιά. Έβαλα τα κλάματα. Σκέπασα το κεφάλι μου με το σακκάκι μου και κουλουριάστηκα χάμω. Άκουσα τον Γερμανό να οπλίζει πάλι. Πυροβολεί για τρίτη φορά. Και τότε το όπλο εκπυρσοκρότησε. Το σακκάκι μ' έσωσε, γιατί ο Γερμανός, μη βλέποντας πού ήταν ακριβώς το κεφάλι μου, η σφαίρα μπαίνει στο σβέρκο μου, βγαίνει από το λαιμό μου και χωρίς να πειράξει τίποτα σφηνώνεται στο γόνατό μου. Ένοιωσα ένα φοβερό πόνο κα λιποθύμησα. Έμεινα εκεί δίπλα στον σκοτωμένο μπάρμπα μου.
Ο Γερμανός με νόμισε νεκρό κι εμένα κι έφυγε. Πήγε μαζί με τους άλλους, αλλά δεν απομακρύνθηκαν, όλη την ημέρα γύριζαν εκεί γύρω. Έμεινα ακίνητος κι όταν νύχτωσε και δεν άκουγα πια ούτε κουβέντες ούτε θόρυβο, σβάρνα—σβάρνα πήγα πάνω στο βουνό σε φίλους τσοπαναραίους. Αυτοί δεν είχαν μάθει τίποτα και μόλις τους είπα το τι είχε γίνει, παράτησαν τα πάντα και έφυγαν κι έτσι σώθηκαν και είναι σήμερα.
Πριν φύγουν, ένας απ’ αυτούς, φίλος μου, μ' έκρυψε σ' ένα μεγάλο θάμνο, γιατί δεν μπορούσα να τους ακολουθήσω, με σκέπασε με κλαδιά, κι έφυγε κι αυτός, αλλά αργότερα τον βρήκαν και τον σκότωσαν.
Κρυμμένος και ακίνητος μέσα στο θάμνο, είδα να μαζεύονται πάνω μου χιλιάδες από κάτι μεγάλα μυρμήγκια και να τρώνε τα αίματα από τις πληγές μου. Ήταν ένα μαρτύριο. Δεν μπορούσα να κουνηθώ. Σε λίγο άρχισαν να τρώνε και το κρέας μου . Μ' έτρωγαν ζωντανό. Αλλά από τον φόβο μου δεν κουνιόμουν.
Ο αδελφός μου ο Αλέξης‚ σαν έμαθε ότι με είχαν κρύψει σ' αυτά τα χάλια μέσα σ' ένα θάμνο, ήρθε με βρήκε και μού λέει:
- Οι Γερμανοί πλησιάζουν, έρχονται πάνω μας.
Του λέω:
- Βγάλε με από εδώ γιατί δεν αντέχω άλλο από τα μυρμήγκια κι ας γίνει ό,τι θέλει.
Με βγάζει, με πάει σε μια κοντινή στάνη και με σκεπάζει με κάτι ρούχα που βρήκε. Αλλά ώσπου να γίνουν όλα αυτά, φτάνουν οι Γερμανοί. Πιάνουν τον αδελφό μου κι αρχίζουν. Να ξύλο, να κλωτσιές. Θα τον σκότωναν, αλλά γλύτωσε από μια γερμανική άδεια που είχε πάνω του, να πάει στην Αθήνα να μπει στο νοσοκομείο .
Έρχεται ένας αξιωματικός Γερμανός, σηκώνει τα ρούχα και με βρίσκει γεμάτο αίματα. Ρωτάει τον αδελφό μου:
- Τι έχει τούτος ;
- Η μούλα τον χτύπησε, του απαντάει ο αδελφός μου, και δεν μπορεί.
Θες τον πίστεψε, θες με λυπήθηκε έτσι όπως με είδε καταματωμένο, μας άφησε κι έφυγε.
Έμεινα με τον αδελφό μου πέντε ημέρες εκεί επάνω, χωρίς καμμιά φροντίδα. Ευτυχώς ήμουν παιδί και τα τραύματα δεν μολύνθηκαν. Κατέβηκα στη Κόρ[ιν]θο, μου έβγαλαν τις σφαίρες, αλλά και τώρα ακόμη, μετά σαράντα χρόνια, σαν πιάνουν οι υγρασίες, τα τραύματα με πονούν ακόμη».
Ο Γερμανός με νόμισε νεκρό κι εμένα κι έφυγε. Πήγε μαζί με τους άλλους, αλλά δεν απομακρύνθηκαν, όλη την ημέρα γύριζαν εκεί γύρω. Έμεινα ακίνητος κι όταν νύχτωσε και δεν άκουγα πια ούτε κουβέντες ούτε θόρυβο, σβάρνα—σβάρνα πήγα πάνω στο βουνό σε φίλους τσοπαναραίους. Αυτοί δεν είχαν μάθει τίποτα και μόλις τους είπα το τι είχε γίνει, παράτησαν τα πάντα και έφυγαν κι έτσι σώθηκαν και είναι σήμερα.
Πριν φύγουν, ένας απ’ αυτούς, φίλος μου, μ' έκρυψε σ' ένα μεγάλο θάμνο, γιατί δεν μπορούσα να τους ακολουθήσω, με σκέπασε με κλαδιά, κι έφυγε κι αυτός, αλλά αργότερα τον βρήκαν και τον σκότωσαν.
Κρυμμένος και ακίνητος μέσα στο θάμνο, είδα να μαζεύονται πάνω μου χιλιάδες από κάτι μεγάλα μυρμήγκια και να τρώνε τα αίματα από τις πληγές μου. Ήταν ένα μαρτύριο. Δεν μπορούσα να κουνηθώ. Σε λίγο άρχισαν να τρώνε και το κρέας μου . Μ' έτρωγαν ζωντανό. Αλλά από τον φόβο μου δεν κουνιόμουν.
Ο αδελφός μου ο Αλέξης‚ σαν έμαθε ότι με είχαν κρύψει σ' αυτά τα χάλια μέσα σ' ένα θάμνο, ήρθε με βρήκε και μού λέει:
- Οι Γερμανοί πλησιάζουν, έρχονται πάνω μας.
Του λέω:
- Βγάλε με από εδώ γιατί δεν αντέχω άλλο από τα μυρμήγκια κι ας γίνει ό,τι θέλει.
Με βγάζει, με πάει σε μια κοντινή στάνη και με σκεπάζει με κάτι ρούχα που βρήκε. Αλλά ώσπου να γίνουν όλα αυτά, φτάνουν οι Γερμανοί. Πιάνουν τον αδελφό μου κι αρχίζουν. Να ξύλο, να κλωτσιές. Θα τον σκότωναν, αλλά γλύτωσε από μια γερμανική άδεια που είχε πάνω του, να πάει στην Αθήνα να μπει στο νοσοκομείο .
Έρχεται ένας αξιωματικός Γερμανός, σηκώνει τα ρούχα και με βρίσκει γεμάτο αίματα. Ρωτάει τον αδελφό μου:
- Τι έχει τούτος ;
- Η μούλα τον χτύπησε, του απαντάει ο αδελφός μου, και δεν μπορεί.
Θες τον πίστεψε, θες με λυπήθηκε έτσι όπως με είδε καταματωμένο, μας άφησε κι έφυγε.
Έμεινα με τον αδελφό μου πέντε ημέρες εκεί επάνω, χωρίς καμμιά φροντίδα. Ευτυχώς ήμουν παιδί και τα τραύματα δεν μολύνθηκαν. Κατέβηκα στη Κόρ[ιν]θο, μου έβγαλαν τις σφαίρες, αλλά και τώρα ακόμη, μετά σαράντα χρόνια, σαν πιάνουν οι υγρασίες, τα τραύματα με πονούν ακόμη».
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 30/11/1983].

No comments:
Post a Comment