Αν σήμερα, έπειτα από τόσα χρόνια χριστιανικής σοφίας, οι ιεραπόστολοι συναντούν τόσες δυσκολίες για να πείσουν τους άγριους της Αφρικής, γιατί εκείνους της Ευρώπης δεν τους έχουν πείσει ακόμη τελείως, ότι ενώ απαγορεύεται να σφάξουν και να φάνε, πράγμα που γίνεται μια ή δυο φορές στη ζωή τους, εν τούτοις επιβάλλεται να τρώνε κάθε Κυριακή ένα κομματάκι από τον Θεό τους και να πίνουν και λίγο από το αίμα του, φανταστείτε τι διαλεκτικά προβλήματα θα είχαν αντιμετωπίσει εκείνοι οι πρώτοι ιεραπόστολοι των πρώτων χριστιανικών χρόνων, που είχαν να κάνουν με ακροατήριο ποτισμένο από την ελληνική σκέψη, της οποίας τη βάση, όπως λένε ειδικοί, αποτελεί η αμφιβολία, με ένα κοινό συνηθισμένο στη ρωμαϊκή μεθοδολογία, όπου τα πάντα ήσαν κάτω από σαφείς και ξεκάθαρους νόμους, με συγκεκριμένη κοινωνική ή πολιτική σκοπιμότητα.
Η πιο πρόχειρη σκέψη, που θα έκαναν ασφαλώς, θα ήταν να αποφύγουν αυτό το δύσκολο κοινό, που θα ήταν γεμάτο με ερωτήματα και απορίες, και να στραφούν στους «πτωχούς τω πνεύματι», τις μάζες. Μα αυτές δεν καταλάβαιναν! Δεν έχει σημασία. Δεν χρειαζόταν να καταλάβουν. Χρειαζόταν να πιστεύουν. Και με τη διαβεβαίωση ότι όλα τα βάσανα της πρόσκαιρης αυτής ζωής δεν πρόκειται να επαναληφθούν στη μέλλουσα, πίστεψαν.
Η γνώση δεν θα γκρέμιζε ποτέ τα είδωλα. Αντίθετα για την πίστη, και το γιο της τον φανατισμό, η καταστροφή του αρχαίου κόσμου ήταν λιγότερο δύσκολη. Και γινόταν ακόμη ευκολότερη, όταν σοφοί αρχηγοί ήξεραν να την υποδαυλίζουν και να την συνδυάζουν με τη διαρπαγή. Πάνω-κάτω κάτι σαν κι αυτό που γίνεται, όπως λένε, με τις «ταραχές».
Ένα τέτοιο επεισόδιο από τα πρώτα χρόνια του χριστιανισμού διεσώθη στον βίο του Αγίου Πορφυρίου [1]. Το κείμενο το αναπτύσσει ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος [2]. Εδώ παρατίθενται μόνο μερικά αποσπάσματα, γιατί ολόκληρο [το κείμενο] είναι μεγάλο.
Το 402 μ.Χ. ο επίσκοπος Γάζης Πορφύριος εζήτησε από τον αυτοκράτορα Αρκάδιο την άδεια να κλείσει τους ναούς των εθνικών στην πόλη Γάζα. Ο Αρκάδιος αποφεύγει να πάρει τέτοια θέση, αλλά η αυτοκράτειρα Ευδοξία καταφέρνει να εκδοθεί η σχετική άδεια. Ο Πορφύριος την παίρνει και επιστρέφει στη Γάζα, όπου: «Η υποδοχή του Αγίου Πορφυρίου κατά την εκ Κωνσταντινουπόλεως επάνοδον αυτού εν Μαϊουμά και Γάζη υπήρξε θριαμβευτική». Γράφει ο Μάρκος Διάκονος: «…ως δε εισήλθομεν εις την πόλιν, περί το καλούμενον Τετράμφοδον, στήλη ίστατο επί μαρμάρου, ην έλεγον είναι Αφροδίτης, ην δε πάνω βωμού λιθίνου … ετίμων δε την στήλην πάντες οι από της πόλεως, μάλιστα αι γυναίκες, λύχνους άπτουσαι και λίβανον θυμιώσαι εφήμιζον γαρ περί αυτής ότι χρηματίζει κατ’ όναρ τοις βουλωμένοις προσομηλίσαι γάμω, ηπάτων δε αλλήλας ψευδόμεναι».
«Όρθιον ίστατο εισέτι το Μαρνείον - μεγάλος ναός του Μάρνα, ο οποίος είχεν εξαιρεθεί της καταστροφής – οι ιερείς αυτού … έσωθεν τας θύρας του ενδοτέρου ναού λίθοις μεγάλοις περιέφραξαν και καταγαγόντες εις τα λεγόμενα άδυτα, όσα ην εν τω ιερώ τίμια σκεύη, έτι δε και αυτά τα ζώδια των θεών αυτών εκεί έκρυψαν … τέλος, το περικαλλέστατον Μαρνείον εκυριεύθη και παρεδόθη εις το πυρ, επέμενε δε καιόμενον επί πολλάς ημέρας».
Κατάντησε το αύριο
σαν αύριο να μη μοιάζει.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
- Μάρκου Διακόνου, Βίος του Αγίου Πορφυρίου, επισκόπου Γάζης, Λειψία 1895, σσ. 49-54.
- Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, Ν.Σιών Β (1905), σσ. 170-181.
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 30/8/1981].
No comments:
Post a Comment