Sunday, March 22, 1981

Τάκης Μαύρος : Tchocrologie, [ή] μια ευχάριστη κι αποδοτική απασχόληση

Ως που να πούνε «Δόξα σοι ο Θεός» οι Αργείτες για τους Στρατώνες, «βοήθεια Παναγιά» φωνάζουν τώρα με τη νέα απειλή, που ζυγιάζεται πάνω από τα κεφάλια τους.
        Ο λόγος είναι γνωστός. Πρόκειται για τα «διατηρητέα». Ενθουσιασμοί ιστορικοί, πολιτιστικοί, ερασιτεχνικοί - προσωπικά πιστεύω στην αγνότητά τους - έχουν καταλάβει μιαν ομάδα νεαρών Αργείων, που διαβάζοντας από δω και ακούγοντας από εκεί ανακαλύπτουν διάφορα κτίρια, ύποπτα ιστορικής σημασίας, άσχετα τα περισσότερα, αλλά εύκολο να χαρακτηριστούν «διατηρητέα».
        Για όσα από αυτά τα κτίρια μπορούν να παρουσιαστούν σοβαρά στοιχεία, που να αποδείχνουν ότι έχουν κάποια σχέση με γεγονότα ή πρόσωπα του πρόσφατου ή του παλιότερου παρελθόντος της πόλης, καλώς του καλού. Αλλά είναι κι άλλα, για τα οποία δεν μπορούμε, δεν υπάρχουν, δεν διαθέτουμε αδιάβλητα ιστορικά στοιχεία, που να αποδείχνουν ότι πράγματι τα κτίρια αυτά έχουν σχέση με την ιστορία μας. Και όχι μόνον αυτό, αλλά ακόμη ότι η σχέση αυτή έχει κάποιον σημαντικό ενδιαφέρον για την πόλη. Για τις τελευταίες αυτές περιπτώσεις, δεν έχουμε το δικαίωμα, δεν μας επιτρέπεται να προσπαθούμε να υποστηρίξουμε προσωπικές απόψεις ή φιλοδοξίες, μη λογαριάζοντας αν αδικούμε τους άλλους.
        Γιατί αδικούμε εν γνώση μας τον ιδιοκτήτη, δεν ξέρω πώς λέγεται, του σπιτιού εκείνου, που προσπαθούμε να χαρακτηρίσουμε «διατηρητέο», γιατί είναι πιθανόν εκεί να έμενε ο Μακρυγιάννης.
        Και κάποτε άλλοτε δημοσίευσα στην [εφημερίδα] Αναγέννηση και το επαναλαμβάνω και τώρα, και είμαι πρόθυμος να το καταθέσω σε οποιοδήποτε δικαστήριο, ότι ο μακαρίτης ο Τάσος Τσακόπουλος, γνωστός για τις ιστορικές του αναζητήσεις γύρω από το Άργος, μου είχε πει μια μέρα, όταν τον ρώτησα σχετικά: «Ο Μακρυγιάννης έμενε κάπου πίσω από τον Άη Γιάννη. Πάμε μια μέρα να σου δείξω το σπίτι». Πέθανε χωρίς να έχουμε πάει.
        Αν υπάρξουν, όμως, αποδείξεις για το ποιο ήταν το σπίτι του Μακρυγιάννη, τότε μάλιστα, και εγώ μαζί τους, να υπερθεματίσω για να χαρακτηριστεί «διατηρητέο». Αλλά να είναι στοιχεία, να είναι αποδείξεις, και όχι αστήρικτες εικασίες που μόνο πικρές σκέψεις γεννούν.
        Αυτά για τα ιστορικά κτίρια του Άργους, που πρέπει ή δεν πρέπει να χαρακτηριστούν «διατηρητέα». Υπάρχει όμως και μια άλλη κατηγορία κτηρίων, όπου τα πράγματα παρουσιάζονται πολύ πιο δύσκολα. Πρόκειται για εκείνα, που με την εμφάνιση τους, την παρουσία τους, βοηθούν στη διατήρηση μιας αρχιτεκτονικής παράδοσης, που αξίζει να διατηρηθεί, μιας πολιτιστικής κληρονομιάς που αξίζει να διασωθεί. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι δυσκολίες είναι πολλαπλές.
        Τι είναι ωραίο και τι δεν είναι, είναι μια συζήτηση που έχει αρχίσει από τον καιρό του Πλάτωνα, και νομίζω πως ακόμη συνεχίζεται χωρίς οι ασχολούμενοι με το θέμα αυτό να έχουν καταλήξει πουθενά. Ακόμη είναι θέμα πραγματικών εκτιμήσεων και περιστάσεων. Μπορεί να είναι κάτι ωραίο, αλλά να μην συμφέρει να διατηρηθεί. Παράδειγμα η Ακροναυπλία. Και ιστορικό ήταν το κτίριο των φυλακών, και αν μου επιτρέπεται ήταν και ωραίο. Εν τούτοις, ένας ολόκληρος [Σπυρίδων] Μαρινάτος δεν δίστασε να το θυσιάσει, αναγκασμένος από άλλες σκοπιμότητες.
        Χώρια όμως από αυτά, μπορεί να είναι αξιοθαύμαστα για το θάρρος τους τα όσα παιδιά αποφάσισαν ποια κτίρια θα χαρακτηρίσουν «ωραία» στο Άργος και ποια άσχημα, αλλά ας με συγχωρήσουν να παρατηρήσω ότι και νέοι είναι και μάλλον αθώοι από τους κουραστικούς προβληματισμούς της Τέχνης και της κρητικής της. Βέβαια, κάποιος θα πρέπει να παίρνει τις σχετικές αποφάσεις. Αυτό, όμως, νομίζω πως θα πρέπει να είναι κάποιο διοικητικό όργανο, αδιάβλητα συγκροτημένο, προς Θεού όμως, κάποιο όργανο, με κάποια υπευθυνότητα, την απαραίτητη καλλιέργεια και γνώσεις, και όχι τα ενθουσιώδη αλλά οπωσδήποτε «παιδιά» ενός πολιτιστικού ομίλου, του οποίου αλίμονο υπήρξα και ο πατέρας ή ακριβέστερα ένας από τους πατεράδες.
        Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, των κτιρίων με ιστορικό πολιτιστικό ενδιαφέρον, θα επιμείνω περισσότερο, γιατί τελευταία γίνεται προσπάθεια να υπαχθεί σε αυτή και το σπίτι του γυμνασιάρχη Χονδρόπουλου, επειδή μεταξύ των προγενεστέρων ιδιοκτητών αναφέρεται περί το 1898 κάποιος Αθανάσιος Τσώκρης. Ο συγγενικός μου δεσμός με τον σημερινό ιδιοκτήτη είναι αλήθεια πως κάνει τη θέση μου λεπτή και δύσκολη, αλλά θα πω εκείνο που πιστεύω, αγνοώντας κάθε καλόπιστη ή το πιθανότερο κακόπιστη κριτική, σχετική με το σημείο αυτό.
        Ο οπλαρχηγός Δημήτριος Τσώκρης - αργότερα έφτασε στο βαθμό του χιλίαρχου – έπαιξε ένα σημαίνοντα ρόλο στα γεγονότα της επαναστατημένης Αργολίδας καθ’ όλη τη διάρκεια του Αγώνα. Η πολιτική του δράση συνεχίστηκε και αργότερα για να σταματήσει μόνο με το θάνατό του. Για τη δράση τους σε όλη αυτή την περίοδο υπάρχουν διάφορες αλληλοσυγκρουόμενες πληροφορίες και έγγραφα και πιθανόν μιαν άλλη φορά να σας απασχολήσω με αυτά.


Ο οπλαρχηγός Δημήτριος Τσώκρης

        Από το αρχείο του ναυάρχου Θεοφανίδη μαθαίνουμε ότι είχε έναν αδελφό, τον Γεώργιο, για τον οποίον το μόνο που συνεκράτησε η ιστορία είναι ότι ήταν «ευκατάστατος». Σε αυτόν ο Βαρδουνιώτης προσθέτει έναν ακόμη αδελφό, τον Αναστάσιο.
        Έναν Αναστάσιο Τσώκρη - ίσως να πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο - συναντούμε στο υπ’ αριθμ. 3628 συμβόλαιο (προικοσύμφωνο) του 1845 του συμβολαιογράφου Άργους Α. Μαυροκέφαλου, ως ιδιοκτήτη ενός «μαγαζίου» κάπου μεταξύ των σημερινών οδών Κορίνθου και Π. Τσαλδάρη. Από το υπ’ αριθμ. 3642 συμβόλαιο του ιδίου έτους και συμβολαιογράφου πληροφορούμεθα ότι ο Αναστάσιος Τσώκρης ήταν λοχαγός της φάλαγγος, ότι ασχολιόταν με γεωργικές επιχειρήσεις μαζί με κάποιον Παναγιώτη Μπαθίστα από το Κούτσι, και από την υπογραφή του δείχνει να ήταν τελείως αγράμματος. Ασφαλώς θα υπάρχουν κι άλλα στοιχεία, αλλά μέχρις ότου ιδούν το φως της δημοσιότητας πρέπει να περιοριστούμε μόνο στα παραπάνω.
        Στην περιοχή Λεονταρίου της Αρκαδίας υπάρχει τοπωνύμιο: «ο μύλος του Τσώκρη».
        Αυτά τα στοιχεία, που έχουμε στη διάθεσή μας μέχρι τώρα, είναι αρκετά και ικανά να μας επιτρέψουν να αρχίσουμε να τα χαρακτηρίζουμε «διατηρητέα»; Κάθε τι που ανήκε σε κάποιον Τσώκρη πρέπει να χαρακτηριστεί «διατηρητέο»; Ποια σχέση ιστορικού ενδιαφέροντος μπορεί να έχει ο Αθανάσιος Τσώκρης του 1898 με τον οπλαρχηγό Τσώκρη του 1821; Δεν νομίζετε ότι το να προσπαθούμε να ανακατέψουμε όλους τους μακαρίτες Τσώκρηδες στην ιστορία της Αργολίδας παύει πια να είναι «περίεργο» και αρχίζει να γίνεται εύθυμο;
        Και με αυτή την ευκαιρία να μου συγχωρήσετε να σας διηγηθώ και μια μικρή ιστορία που συνέβη πριν πολλά χρόνια στον Πειραιά. Καθόμουν σ’ ένα καφενεδάκι και μια στιγμή βλέπω στο διπλανό τραπέζι έναν να πέφτει κάτω ξερός. Μαζεύτηκε κόσμος, φασαρία, κακό. Πλησιάζει κι ένας νεαρός και αρχίζει να δίνει διαταγές:
- Ανοιχτείτε, μακριά. Λύστε του τη ζώνη, τη γραβάτα. Κάντε του αέρα κλπ. Άρχισε να του μετράει τους σφυγμούς. Κάποιος τον ρωτάει:
- Είσαστε γιατρός, κύριε;
- Όχι, λέει εκείνος, είναι ο αδελφός μου.

        Ας αφήσουμε όμως τις ιστορίες του Πειραιά και ας ξαναγυρίσουμε στο Άργος. Από όσα είπαμε παραπάνω και με τα στοιχεία που έχουμε ως τώρα, το υπό συζήτηση κτίριο δεν φαίνεται να έχει καμμιά σχέση ούτε με τον Δημήτριο Τσώκρη ούτε με την ιστορία του Άργους, πλην της συνωνυμίας.
        Μένει τώρα η αισθητική πλευρά του σπιτιού. Φανταστείτε ένα διώροφο πέτρινο σπίτι, ούτε πολύ μεγάλο ούτε πολύ μικρό, χωρίς καμμιά εξωτερική διακόσμηση. Μια θύρα από την οδό Δανόπουλου ανοίγει σε μια πλακοστρωμένη και καλοστρωμένη εσωτερική αυλή. Στο ισόγειο, δυο-τρία τόξα μιας στοάς υποστηρίζουν τον πάνω όροφο, στον οποίον ανεβάζει μια πέτρινη σκάλα. Περί του εσωτερικού να μην γίνεται συζήτηση. Το σπίτι δεν ήταν άσχημο. Ένα συνηθισμένο καλό σπίτι. Εμένα μου άρεσε. Αλλά δεν θα τολμούσα ποτέ όχι του Λιάκου, του σημερινού ιδιοκτήτη, αλλά οποιουδήποτε ξένου να ήταν, να τον υποχρεώσω να διατηρήσει και συντηρήσει ένα παλιό σπίτι, χωρίς ιστορικό ούτε καν ξεχωριστό αισθητικό ενδιαφέρον, μόνο και μόνο γιατί αυτό θα εξυπηρετούσε ορισμένα σχέδια, ορισμένες σκοπιμότητες. Και μέχρις ότου όλα αυτά, διατηρητέα και μη διατηρητέα, γίνουν κρατικά, πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε λίγο σοβαροί, όταν ασχολούμαστε με τα οικονομικά των άλλων, ιδίως όταν είμαστε πολύ με τα δικά μας.
        Και πριν τελειώσω, μια παράκληση για τον υπουργό κύριο Πλυτά και τους βουλευτές, που ασχολήθηκαν με το θέμα αυτό. Στις εισηγήσεις, που τους παρουσιάζουν, το ’να τους μάτι «να διαβάζει γράμματα και το άλλο τα κενά».

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 22/3/1981].



No comments:

Post a Comment

Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...