Saturday, September 30, 1978

Τάκης Μαύρος : Πώς δεν έγινε μια μονομαχία στην Αρβανιτιά

Στα 1832 υπηρετούσαν στο Ναύπλιον ο Ι. Καλλέργης, συγγενής πιθανόν του Δημ. Καλλέργη, και ο Αλέξανδρος Ραγκαβής, που πριν λίγα χρόνια είχε αποφοιτήσει από τη στρατιωτική σχολή του Μονάχου και είχε κατέβει στην Ελλάδα με την απόφαση να διαθέσει στην πατρίδα του τις υπηρεσίες του.
        Κάτι φαίνεται πως είχε πει ο Ραγκαβής εις βάρος του Καλλέργη, με αφορμή την μη ανταπόδοση μιας επίσκεψης και ο δεύτερος θεώρησε τον εαυτό του προσβεβλημένο και τον κάλεσε σε μονομαχία.
        Αλλά ας παρακολουθήσουμε τα γεγονότα, έτσι όπως τα παρουσιάζει στα απομνημονεύματά του ο ίδιος ο Ραγκαβής, στην προσπάθειά του να αποφύγει τη μονομαχία και να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Γράφει λοιπόν [*]:

«... τη δε επιούση επανελθών εκ του γραφείου εις την οικίαν, εύρον την οικογένειαν ανάστατον, και την μητέρα μου λίαν τεταραγμένην. Ερευνήσας δε έμαθον ότι αιτία τούτου ην επιστολή ην επί της απουσίας μου είχον λάβει δι εμέ, και κινηθείσαι αγνοώ εκ τινος υποψίας, είχον ανοίξει. Έγραψεν δε ο Ιωάννης Καλλέργης, προκαλών με εις μονομαχίαν δι' όσα δήθεν είχον ειπεί περί αυτού.
        Η οικογένειά μου άμα λαβούσα γνώσιν των γραφομένων, προσέφυγεν εις τον Κ. Καρατζάν και εζήτησε παρ' αυτού συμβουλήν, ως διατρίψαντος εν Παρισίοις και γνωρίζοντος δήθεν τας περί τα τοιαύτα εθιμοταξίας. Ο δε καλώς ποιών επέμεινε να μοι δοθή η επιστολή. Ότε δε μοι εδόθη και την ανέγνωσα, ήθελεν να μοι υπαγορεύση απάντησιν υβριστικήν. Εγώ όμως αντέστην, ειπών ότι ο Καλλέργης είχεν άδικον υβρίσας με αναιτίως, αλλά δεν είχον το δικαίωμα να έχω το αυτό άδικον και εγώ. Συνέταξα επομένως, ο ίδιος την απόκρισιν, ψυχράν και μεμετρημένην, και εδέχθην μεν την πρόκλησιν, αλλά προσέθηκα ότι επειδή η επιστολή μου, αγνοώ πώς, εγνώσθη εις την οικογένειάν μου και την ετάραξεν, εζήτουν ν' αναβληθή η συνάντησις επί τρείς ημέρας.
        Αφ' ου δε καθησύχασα την μητέρα μου, ειπών ότι το πράγμα εσυμβιβάσθη, έλαβον μάρτυρά μου τον αρχαίον συμμαθητήν μου Σκ[αρλάτον] Σούτσον, ο δε Καλλέργης τον εξάδελφόν του Μανιάκην. Και εκείνος μεν ήθελε να μονομαχήσωμεν δια πιστολίου, ο δε εμός μάρτυς διισχυρίζετο ότι η εκλογή του όπλου ανήκεν εις εμέ τον προκληθέντα, και επρότεινε το ξίφος, ό ο άλλος απέφευγεν, αποδίδων μοι πιθανώς περισσοτέραν επιδεξιότητα εις αυτό αφ’ όσην αληθώς είχον. Αι τρεις όμως εκείναι ημέραι της προσδοκίας - και παράδοξον μοι φαίνεται όταν το ενθυμώμαι - ουδεμίαν μοι ενέπνεον ανησυχίαν, λύπην όμως διότι ηναγκαζόμην να πράξω ό,τι θεωρητικώς και κατ' αρχήν απέκρουον ως είκιστα ηθικόν.
        Ως δε υπέφεξεν η τετάρτη ημέρα επορεύθην εις του Σκ. Σούτσου, και μετ' αυτού, και στρατιώτου φέροντος δύο ξίφη του ιππικού, εις την ορισθείσαν θέσιν της συνεντεύξεως την Αρβανιτιάν, την στενήν, υψηλήν και πετρώδη παραθαλασσίαν οδόν υπό το Παλαμήδιον, και οπίσω του Ιτς Καλέ, ούσαν κατ' εκείνην την ώραν εντελώς έρημον, και μετ' ου πολύ έφθασαν και οι αντίπαλοι φέροντες πιστόλια, όπλα εις ων την χρήσιν ο αντίπαλός μου είχεν πολλήν εμπειρίαν.
        Ο μάρτυς αυτού, όμως, ιδών το ανένδοτον του εμού μάρτυρος, όντος εν τω δικαίω του, ωμίλησε τέλος περί συμβιβασμού, και οι δυο ομού ήλθον να μ' ερωτήσωσι περί της αιτίας της ρήξεως.
        Τότε δε ειπών αυτοίς ότι λυπούμαι διότι τελειώνομεν αφ’ όπου έπρεπε να αρχίσωμεν, τοις διηγήθην προθύμως ό,τι εγνώριζον. Μεταβάντες δε αυτοί αμφότεροι ήδη προς τον Καλλέργην, τώ διεβίβασαν ό,τι ήκουσαν παρ' εμού, και εκείνος απεκρίθη ότι ουδόλως ζηλοί την φήμην Ξιφουλκού, ότι λυπείται δια την παρεξήγησιν, και ουδεμίαν βλέπει αιτίαν μονομαχίας. Ηθέλησε δε να προγευματίσωμεν, αλλ' ευχαριστήσας και αποποιηθείς, επέστρεψα εις την οικίαν μου, ίνα μη υποπτεύση τι αύθις η μήτηρ μου, και αύτη ην η μόνη μονομαχία μου εφ' όλης της ζωής μου».

        Αλλά η Αρβανιτιά δεν υπήρξε πάντοτε τόσο αναίμακτος τόπος όσο στη μονομαχία Καλλέργη - Ραγκαβή. Αργότερα χρησιμοποιήθηκε σαν τόπος αποκεφαλισμού καταδίκων. Ας τα αφήσουμε όμως αυτά τα ευχάριστα θέματα για καμμιάν άλλη φορά.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
  • Ραγκαβής Α.Ρ., Απομνημονεύματα, Εν Αθήναις 1894, τόμ. Α, σελ. 349-351. 

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 30/9/1978].

Thursday, September 14, 1978

Τάκης Μαύρος : Αγιογραφίες που κινδυνεύουν

Δύο είναι οι αρχαιότερες, όσο τουλάχιστον γνωρίζω, μεταβυζαντινές τοιχογραφίες στην Πελοπόννησο, που με βεβαιότητα μπορούν να χρονολογηθούν στα μέσα του 16ου αιώνα. Η μία είναι η τοιχογραφία του ναού της από πολλά χρόνια ερειπωμένης μονής των Ταξιαρχών, στο Στεφάνι της Κορινθίας, που ιστορήθηκε από τον Θεοδόσιο Κακαβά το 1565, και η άλλη εκείνη του ναού της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος της Καραθώνας (Ναυπλίας), καθολικό παλιάς μονής διαλυμένης μετά την Επανάσταση του 21, που σύμφωνα με την κτητορική της επιγραφή είναι έργο του 1569 από τεχνίτη που θέλησε να κρατήσει την ανωνυμία. Σε όλη την Πελοπόννησο δεν έχουμε καμιά άλλη βέβαιη μαρτυρία για τη χρονολόγηση τοιχογραφιών αυτής της περιόδου. 
        Οι μνημειακές αυτές τοιχογραφίες, που διατηρούνται εν μέρει σε καλή κατάσταση, κινδυνεύουν και από την εγκατάλειψη των αρχών και από την ευσέβεια των πιστών. Όσες από αυτές τις φτάνει το ανθρώπινο χέρι, έχουν βαθιά χαράγματα - σε μερικές είναι πραγματικά σκαψίματα - με τα ονόματα των προσκυνητών. Στο Παλιομονάστηρο των Αγίων Σαράντα Λακωνίας, ένας αρχιμανδρίτης που αργότερα έγινε δεσπότης, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό ν' αποθανατίσει και αυτός το όνομά του, καταστρέφοντας μια εικόνα του 1304. Οι άλλες αγιογραφίες, αυτές που βρίσκονται ψηλότερα, υποφέρουν από την υγρασία και από τους καπνούς των καντηλιών και των κεριών των πιστών. Και όλες μαζί κινδυνεύουν από τους ιερόσυλους και ξένους, που άρχισαν να μαθαίνουν την τεχνική της αποκόλλησης των τοιχογραφιών. Προ ετών, μάλιστα, σε χωριό της περιοχής Μαλευρίου της Μάνης, διαπιστώθηκε η πρώτη απόπειρα. 
        Για την προστασία τέτοιων ιστορικών κειμηλίων, σ' άλλες γειτονικές χώρες, έχουν ληφθεί σοβαρά προστατευτικά μέτρα. Ο αερισμός του μνημείου και η υγρασία της ατμόσφαιρας παρακολουθούνται με προσοχή. Η είσοδος στους επισκέπτες επιτρέπεται τμηματικά και κάθε φορά σε περιορισμένο αριθμό, ώστε οι υδρατμοί των αναπνοών τους να μην επηρεάζουν τις τοιχογραφίες. Απαγορεύεται να τις αγγίζουν, όλα δε είναι κλειδωμένα και ασφαλισμένα. 
        Εδώ, αντίθετα, όλα είναι ανοιχτά και ελεύθερα. Και ακόμη στην Αγία Λαύρα υπάρχει ειδικός υπάλληλος που παρακολουθεί το κανονικό κάψιμο των απειράριθμων κεριών, που ανάβει ο μεγάλος αριθμός των επισκεπτών της ιστορικής αυτής μονής, προς μεγάλη βέβαια βλάβη των αγιογραφιών. 
        Η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων θα μπορούσε να ζητήσει από τους κατά τόπους προέδρους των κοινοτήτων των χωριών Στεφάνι και Ασίνη να κλείσουν με ασφάλεια τους ναούς αυτούς και να προστατεύσουν έτσι τις τοιχογραφίες, μέχρις ότου μια μέρα αποκολληθούν και ασφαλιστούν σε κάποιο μουσείο. 
        Τι θα γίνει, όμως, με τα κεριά των πιστών; Δεν θα μπορούσε να τοποθετηθεί κάποιο μανουάλι έξω από τον ναό, όπου οι ευσεβείς χριστιανοί να μπορούν ν' ανάβουν το κερί τους και ν' αφήνουν τη δραχμή τους, προς όφελος και των αγιογραφιών και του ενοριακού ταμείου;


[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση τον Σεπτέμβριο του 1978].

Saturday, September 9, 1978

Τάκης Μαύρος : Τουριστικά του Ναυπλίου

Βρισκόμαστε στο 1784. Η Πελοπόννησος έχει ηρεμήσει πια μετά τις ταραχές που είχαν προκαλέσει τα γεγονότα και η καταστολή της Επανάστασης του Ορλώφ. Οι Τούρκοι, με επικεφαλής τον Χασάν πασά, βοηθούμενοι και από τους κλεφτο - Κολοκοτρωναίους είχαν κατορθώσει να επιβάλουν την τάξη, διαλύοντας και εξαφανίζοντας τις Αλβανικές ομάδες, που ενώ το 1790 είχαν έρθει για να βοηθήσουν τους Τούρκους στη καταστολή των επαναστατημένων Ελλήνων, είχαν σιγά σιγά μετατραπεί σε μάστιγες, όχι μόνο του ελληνικού αλλά και του τουρκικού πληθυσμού.
        Από τότε, αν όχι κι από πιο νωρίς, θα μπορούσε κανείς να χρονολογήσει τη σαγήνη που ασκεί το Ναύπλιο σ' όποιον το γνωρίσει και το μυρίσει, έστω και μια μόνο φορά. Γιατί αν τώρα πιάνει κανείς τη μύτη του όταν το βραδάκι στην παραλία εισπνέει το βορειαδάκι, σκεφτείτε τι θα γινόταν με τη μικρή και γοητευτική αυτή πολιτεία έτσι όπως θα ήταν πριν διακόσια χρόνια. Περίκλειστη μέσα στα τείχη της, με πληθυσμό μεγαλύτερο από τον σημερινό, χωρίς υπονόμους, με λίγο πάντοτε νερό και πολλά άλογα, καμήλες, γαϊδάρους και σκύλους. Χωρίς ψυγεία ούτε εντομοκτόνα, αλλά πάντα μ' εκείνη την ασύλληπτη γοητεία που οι Γάλλοι αποκαλούν cachet. Παρ' όλα αυτά, λοιπόν, θύμα αυτής της σαγήνης υπήρξε και ο ναύαρχος Χασάν πασάς, που αποφάσισε να περάσει τις διακοπές του στο Ναύπλιον.
        Διαβάζουμε την περιγραφή της υποδοχής, που του έγινε από τον σερασκέρη (στρατιωτικό διοικητή και νομάρχη μαζί) της Αργολίδας:
        «Ξαναφάνηκε τότε στον Μοριά ο τρομερός Μαντάλ Χασάν πασάς. Αποβιβάστηκε στο Ναύπλιον στις 31 Σεπτεμβρίου 1784, όπου τον υποδέχτηκε ένα καταπληκτικό γεύμα που του προσέφερε ο Μελέχ Μεχμέτ, σερασκέρης της Αργολίδας. Το σπίτι του ήταν στα γιορτινά του. Φρουροί, μουσικοί, ακροβάτες, γελωτοποιοί, αφεντικό και υπηρέτες περίμεναν τον ναύαρχο, ο οποίος τελικά εμφανίστηκε ακολουθούμενος από ένα πελώριο λιοντάρι. Όλοι τό 'βαλαν στα πόδια μόλις το είδαν, εκτός από τον Μελέκ Μεχμέτ, που μένοντας μόνος υποχρεώθηκε να καθίσει στο τραπέζι ανάμεσα στον καπετάν πασά (ναύαρχο) και το λιοντάρι του, που δεν έδειχνε να είναι καθόλου ανόρεχτο. Ο Μεχμέτ ορκιζόταν να μην ξανακάτσει σε τέτοιο τραπέζι. Ο Χασάν, για να τον καθησυχάσει, του διηγιόταν πώς είχε ξεπεράσει το φόβο που δείχνουν οι άνθρωποι γι' αυτά τα ζώα και πώς κάποτε κυνηγημένος από ένα από αυτά τα λιοντάρια στα περίχωρα του Αλγερίου, κατάφερε να το σκοτώσει τη στιγμή ακριβώς που ήταν έτοιμο να τον κατασπαράξει
»
Και συνεχίζει χαιρέκακα ο Πουκεβίλ: 
«Αλλά εκείνο που απόφυγε με επιμέλεια ν' αναφέρει είναι ότι από εκείνη την ημέρα ο Χασάν πασάς είχε μείνει ανίκανος».
        Να λοιπόν που τα σαφάρι έχουν τις δυσάρεστες πλευρές τους και προκειμένου να χάνει κανείς την αρτιμέλειά του, καλύτερα να λείπουν.

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 9/9/1978].

Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...