Αφιερωμένο στη μνήμη του Γιώργου Μακρυπουκάμισου και της κόρης του Μαρίκας Μακρυπουκαμίσου - αργότερα συζύγου του Γιώργου Ρούβαλη
Είχε δυό - τρία κορίτσια, αλλά στο χωριό [Πυργέλα] δεν υπήρχε σχολειό. Τα αγόρια πήγαιναν στο κοντινότερο χωριό όπου λειτουργούσε δημοτικό με δάσκαλο τον αείμνηστο Τάσο Τσακόπουλο. Τα κορίτσια όμως; Να πηγαίνουν τόσο μακρυά από το σπίτι δεν ήταν σωστό.
- Να βρούμε, γυναίκα, μια δασκάλα. Να μάθουν τα κορίτσια πέντε γράμματα.
- Τι 'ναι αυτά που λες; Πού θα την βρούμε;
- Θα την βρούμε.
Πραγματικά, έπειτα από λίγο καιρό, ένα μεσημέρι, εκεί που 'τρωγαν, ακούν να μπαίνει στην αυλή η άμαξα του γέρο Νίνα με τα δυό αλόγατα. Γέμισε από αντάρα η αυλή από τα χτυπήματα που έκαναν τα πέταλα των αλόγων και οι ρόδες πάνω στο πλακόστρωτο. Το έλεγαν πλακόστρωτο, αλλά επειδή τότε δεν υπήρχαν ούτε πλάκες ούτε τσιμέντα, τις αυλές οι νοικοκυραίοι τις στρώναν με μουρλά, στρογγυλές πέτρες από το ποτάμι και τα πέταλα των αλόγων κάναν ένα διαβολεμένο θόρυβο εκεί πάνω. Οι φτωχότεροι τις άφηναν με τις λάσπες.
- Η Δασκάλα, είπε ο κυρ - Γιώργης και σκουπίζοντας τα μουστάκια του με μια πετσέτα γκρίζα που ήταν ξεπιτούτου πάνω στο τραπέζι, σηκώθηκε και πήγε κατά την άμαξα. Πίσω του, όλη η οικογένεια. Πέντε παιδιά, τρία κορίτσια (*), κανα - δυό γυναίκες του σπιτιού, κάτι άντρες.
Ο γέρο - Νίνας είχε ανοίξει την πόρτα και μια γυναικεία φιγούρα έκανε τίς αδέξιες εκείνες προσπάθειες πού χρειαζόντουσαν για να μπει κανείς ή να βγει από τίς άμαξες. Κάποτε βγήκε η πρώτη και πίσω της μια δεύτερη. Ήσαν οι δεσποινίδες Παπαδάρου. Δασκάλα η μία, μοδίστρα η άλλη.
- Θα θέλαμε να σας φιλοξενήσουμε στο σπίτι μας, είπε ο κυρ Γιώργης, ώσπου να βρούμε κάτι καλύτερο να μείνετε.
- Ευχαρίστως.
Άρχισε λοιπόν ο γέρο Νίνας να κατεβάζει κάτι βαλίτσες. Μια μεγάλη δεμένη με λουριά, μια μικρότερη, μια τρίτη και στο τέλος ένα κλουβί μ' έναν παπαγάλο.
Όλων η προσοχή στράφηκε στο παράξενο πουλί. Ήταν μεγάλο σαν μια κότα μ' ένα ωραιότατο πράσινο χρώμα. Κύτταζε κι ο παπαγάλος τα παιδιά με το ένα του μάτι και τη γαμψή του μύτη κρυμμένη μέσα στα πούπουλα του λαιμού του.
Το σπίτι ήταν υπερυψωμένο κάνα μέτρο και είχε εμπρός μια ευρύχωρη ταράτσα, που τής κράταγε ίσκιο μια θερία μουριά. Σ' ένα από τα κλαριά της μουριάς αυτής κρεμάσανε το κλουβί με τον παπαγάλο.
. . .
- «Δεν μίσησα ποτέ στη ζωή μου τίποτα», διηγιότανε αργότερα η πρωτότοκη κόρη του κυρ Γιώργη, «εκτός απ' αυτό το πουλί.
Τότε έκανε ζέστες στο χωριό, όχι μόνο την ημέρα αλλά και τη νύχτα, μή βλέπετε τώρα που κάνει παγωνιές γιατί είναι τα δέντρα. Και η μάνα μας μάς έστρωνε και κοιμόμαστε όλα τα παιδιά έξω, στην ταράτσα. Εγώ, σαν μεγαλύτερη από τίς άλλες βόηθαγα και στις δουλειές του σπιτιού, γι' αυτό όταν έβλεπε η μακαρίτισσα ότι ψήλωνε ο ήλιος κι εγώ κοιμόμουν ακόμη, ερχόταν, μ' άγγιζε στον ώμο και μου 'λεγε:
-Σήκω Μαρίκα.
Αλλά ώσπου να σηκωθώ, αυτό επαναλαμβανόταν δυο - τρείς φορές. Άνοιγα καμμιά φορά τα μάτια μου και το πρώτο πράγμα που έβλεπα ήταν ο παπαγάλος που με το ένα πάντοτε μάτι του με κύτταζε προσεκτικά και αμίλητος.
Έπειτα όμως από δυό - τρεις μέρες, ακούω μέσα στην άγρια νύχτα: «Σήκω Μαρίκα». Πετάγουμαι, μόλις είχε αρχίσει να ψευτοχαράζει η αυγή. Προσπάθησα να ξανακοιμηθώ, αλλά σέ λίγο πάλι η στριγγή φωνή του παπαγάλου ξέσχιζε τη νύχτα. «Σήκω Μαρίκα».
Όσες μέρες φιλοξενήσαμε τη δασκάλα με την αδελφή της στο σπίτι ήταν οι πιο μαρτυρικές της ζωής μου. Άρχιζε στις τρείς η ώρα το πρωΐ να στριγγλίζει πάντα το ίδιο: «Σήκω Μαρίκα».
- Να μου 'λειπαν τα γράμματα κι οι παπαγάλοι».
Όσες μέρες φιλοξενήσαμε τη δασκάλα με την αδελφή της στο σπίτι ήταν οι πιο μαρτυρικές της ζωής μου. Άρχιζε στις τρείς η ώρα το πρωΐ να στριγγλίζει πάντα το ίδιο: «Σήκω Μαρίκα».
- Να μου 'λειπαν τα γράμματα κι οι παπαγάλοι».
(*) Η Μαρίκα, η Δέσποινα και η Ελένη (αργότερα σύζυγος Χαράλαμπου Μαύρου)
No comments:
Post a Comment