Κοφίνι. Στην περίοδο της πρώτης Ενετοκρατίας πιθανόν εμφανίζεται το τοπωνύμιο Κοφίνι, το χωριό που πρόσφατα μεταβαπτίστηκε σε Νέα Τίρυνς. Χτισμένο πολύ κοντά στην ακρόπολη της αρχαίας Τίρυνθας - του Παλιόκαστρου, όπως λεγόταν άλλοτε - δανείστηκε απ' αυτό το όνομά του, από τα χρόνια ίσως της βενετσιάνικης κατοχής.
Η λέξη «Κοφίνι» προέρχεται από το λατινικό confinium και σημαίνει όριο και κατά συνεκδοχή περικλεισμένο και ασφαλισμένο χώρο. Σε έγγραφο του Ιανουαρίου 1295 [1] διαβάζουμε:
«Εξόμπλιν ευγαλμένον από το καθαρόν των μανιφέστων της Καντζηλαρίας των Χανίων από χαρτία ρκγ’
…
τέτοιας λογής οπού αποσφαλήζουντο
μέσα όλα τα σπίτια του αυτού μοναστηρίου
μέσα στα λεγόμενα «κονφήνια»
...»
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Miklosich Fr. & Muller Les., Acta et Diplomata τόμ. 6 (1890), σ. 239.
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 27/4/1977].
Wednesday, April 27, 1977
Pierre Steinlein: Οι απάνθρωπες πολιτείες (μετάφρ. Τάκης Μαύρος)
Με έκπληξή μας είδαμε τις μικρές χαριτωμένες πολιτείες του Ναυπλίου και του Άργους να πνίγονται στο τσιμέντο. Γραφεία, κατοικίες, δωμάτια για τους τουρίστες, σύμφωνοι, είναι απαραίτητα, δεν πρέπει όμως να χτίζονται ανεξέλεγκτα. Πάντα οι υπερβολές είναι επικίνδυνες.
Μερικές συνοικίες των γαλλικών πόλεων, οι λεγόμενες «μοντέρνες», αποτελούν το παράδειγμα των κινδύνων που παρουσιάζει μια αρχιτεκτονική που ξεχνάει τον «άνθρωπο». Δρόμοι χωρίς ζωή, συγκροτήματα πολυκατοικιών όπου οι άνθρωποι όχι μόνο δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, αλλά και αποφεύγονται ακόμη, εκτάσεις όπου δεν υπάρχουν άνθρωποι, είναι πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη της αλητείας.
Η «πόλη», με αλλαγμένη όψη και προδομένη, παύει πια να είναι «άστυ». Δεν είναι παρά ένα συγκρότημα κλουβιών, καμωμένο για οικογένειες συγκεντρωμένες μόνο στον εαυτόν τους. Ο καθένας υποπτεύεται τον γείτονα του. Και όταν συναντηθούν, με δυσκολία ανταλλάσσουν ένα «καλημέρα» ή «καλησπέρα», πάντα σκεφτικοί πώς θα προστατευτούν από τον άγνωστο, τον «άλλον».
Συχνά βασιλεύει ο φόβος, ιδίως στις κοπέλες και στις γυναίκες, να μην ενοχληθούν ή και κακοποιηθούν επιστρέφοντας τη νύχτα στο σπίτι τους. Ο κίνδυνος δεν είναι μόνο για τις γυναίκες. Και οι νεαροί ακόμη μπορεί να υποστούν επίθεση από ομάδες άλλων νέων, που ανήκουν σε διαφορετική κοινωνική τάξη. Το ίδιο συμβαίνει καμιά φορά και με άντρες ακόμη, που έχουν να αντιμετωπίσουν τις ομάδες των μικρών, που η ατιμωρησία τους κάνει πανίσχυρους. Χωρίς απασχόληση, στενοχωρημένα μέσα στα οικογενειακά κλουβιά, τα παιδιά αυτά χάνονται ανάμεσα στο μπετόν των πύργων και την έκταση της ασφάλτου. Αισθάνονται ασφάλεια μέσα στις ομάδες αυτές, που δυστυχώς δεν έχουν να παρουσιάσουν τίποτα το θετικό και που φαίνονται να έχουν συγκροτηθεί μόνο και μόνο για να πολεμούν μεταξύ τους.
Ο πολεοδόμος έχει «ξεχάσει» να υπολογίσει ότι οι ένοικοι αυτών των διαμερισμάτων είναι ανθρώπινα όντα, των οποίων οι συναισθηματικές και κοινωνικές ανάγκες ποικίλουν ανάλογα με τις ηλικίες. Σε μια ζωντανή πολιτεία είναι δυνατόν να βρει ολοκλήρωση η φυσιολογική συμπεριφορά αυτών των διαφορετικών στοιχείων ηλικίας.
Μια τέτοια παραδοσιακή πολιτεία είναι το Άργος και το Ναύπλιο, όπως είναι και τα χωριά.
Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πολυκατοικίες με 12 ή 20 ή και περισσότερους ορόφους ενίοτε, πάνω σ’ ένα απέραντο πάρκινγκ χτισμένες. Δρόμους, αν μπορούμε να τους ονομάσουμε έτσι, χωρίς μαγαζιά και έξω από την πόλη, τεράστια σουπερμάρκετ περικυκλωμένα από απέραντα πάρκινγκ, όπου η έννοια του «δρόμου» δεν υπάρχει, με εκτάσεις εγκαταλελειμμένες ονομαζόμενες «πράσινο», προοριζόμενες συνήθως για τα παιδιά ή τα σκυλιά, αλλά στις οποίες συνήθως απαγορεύεται η είσοδος.
Και όμως αυτά γίνονται.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Ο Pierre Steinlein ήταν Γάλλος γεωπόνος, που επισκέφθηκε την Ελλάδα πολλές φορές και έγραψε τη συνεργασία του αυτή ειδικά για την εφημερίδα Αναγέννηση. Η μετάφραση έγινε από τον Τάκη Μαύρο.
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αναγέννηση στις 27/4/1977].
Συχνά βασιλεύει ο φόβος, ιδίως στις κοπέλες και στις γυναίκες, να μην ενοχληθούν ή και κακοποιηθούν επιστρέφοντας τη νύχτα στο σπίτι τους. Ο κίνδυνος δεν είναι μόνο για τις γυναίκες. Και οι νεαροί ακόμη μπορεί να υποστούν επίθεση από ομάδες άλλων νέων, που ανήκουν σε διαφορετική κοινωνική τάξη. Το ίδιο συμβαίνει καμιά φορά και με άντρες ακόμη, που έχουν να αντιμετωπίσουν τις ομάδες των μικρών, που η ατιμωρησία τους κάνει πανίσχυρους. Χωρίς απασχόληση, στενοχωρημένα μέσα στα οικογενειακά κλουβιά, τα παιδιά αυτά χάνονται ανάμεσα στο μπετόν των πύργων και την έκταση της ασφάλτου. Αισθάνονται ασφάλεια μέσα στις ομάδες αυτές, που δυστυχώς δεν έχουν να παρουσιάσουν τίποτα το θετικό και που φαίνονται να έχουν συγκροτηθεί μόνο και μόνο για να πολεμούν μεταξύ τους.
Ο πολεοδόμος έχει «ξεχάσει» να υπολογίσει ότι οι ένοικοι αυτών των διαμερισμάτων είναι ανθρώπινα όντα, των οποίων οι συναισθηματικές και κοινωνικές ανάγκες ποικίλουν ανάλογα με τις ηλικίες. Σε μια ζωντανή πολιτεία είναι δυνατόν να βρει ολοκλήρωση η φυσιολογική συμπεριφορά αυτών των διαφορετικών στοιχείων ηλικίας.
Μια τέτοια παραδοσιακή πολιτεία είναι το Άργος και το Ναύπλιο, όπως είναι και τα χωριά.
Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πολυκατοικίες με 12 ή 20 ή και περισσότερους ορόφους ενίοτε, πάνω σ’ ένα απέραντο πάρκινγκ χτισμένες. Δρόμους, αν μπορούμε να τους ονομάσουμε έτσι, χωρίς μαγαζιά και έξω από την πόλη, τεράστια σουπερμάρκετ περικυκλωμένα από απέραντα πάρκινγκ, όπου η έννοια του «δρόμου» δεν υπάρχει, με εκτάσεις εγκαταλελειμμένες ονομαζόμενες «πράσινο», προοριζόμενες συνήθως για τα παιδιά ή τα σκυλιά, αλλά στις οποίες συνήθως απαγορεύεται η είσοδος.
Και όμως αυτά γίνονται.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Ο Pierre Steinlein ήταν Γάλλος γεωπόνος, που επισκέφθηκε την Ελλάδα πολλές φορές και έγραψε τη συνεργασία του αυτή ειδικά για την εφημερίδα Αναγέννηση. Η μετάφραση έγινε από τον Τάκη Μαύρο.
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αναγέννηση στις 27/4/1977].
Wednesday, April 6, 1977
Τάκης Μαύρος : Σημειώματα : Διαιτολογικά [κρασί]
Από όλες τις τέχνες και όλες τις επιστήμες, εκείνη που «είπε και ξείπε» τις περισσότερες φορές, ίσως σας φανεί παράξενο, αλλά έτσι είναι, είναι η ιατρική.
Από τον καιρό που σοβαρότατοι γιατροί χρησιμοποιούσαν ζεματιστές αλεπούδες για την θεραπεία των ρευματισμών, έπειτα τα τσιμπήματα των μελισσών, την «κομπούχα», τα μπάνια τα ζεστά, όχι τα ζεστά αλλά τα κρύα, ούτε και αυτά αλλά τα λασπόλουτρα, ούτε και τα λασπόλουτρα αλλά τα μάλλινα ρούχα κλπ. κλπ., έχουν να αλλάξει τόσες φορές γνώμες, συμβουλές και συνταγές, που δεν ξέρει πια κανείς τι να πιστέψει από όσα του λένε.
Φίλος μου γιατρός μου έλεγε πως οι περισσότεροι άρρωστοι πεθαίνουν από δίψα! Πάντα κάποιος «κουράντες», κατά τη διάρκεια της θεραπείας που προηγήθηκε του μοιραίου τέλους, συνέστησε στον άρρωστο πρώτα να «κόψει το κρασί», έπειτα τις λεμονάδες, έπειτα το γάλα γιατί βλάπτει, και τέλος μόνο νερό και εκείνο «μόνο να βρέχουν τα χείλη του, γιατί αν του δώσουν να πιει θα πεθάνει». Και τελικά ο άρρωστος πεθαίνει οπωσδήποτε σκασμένος στη δίψα, θύμα και αυτός των φροντίδων της επιστήμης.
Αλλά η απάνθρωπη αυτή μεταχείριση των αρρώστων, με το πρόσχημα ότι εφαρμόζονται τα σύγχρονα δεδομένα της ιατρικής επιστήμης, έρχεται σε αντίθεση με τα διδάγματα και τους κανόνες που κατά καιρούς καθιέρωσε η Εκκλησία για τους πιστούς της και ιδιαίτερα για τους πιστότερους, τους μοναχούς. Και πιστεύει πως οι γιατροί θα πρέπει να ξανασκεφτούν αν είναι δικαιολογημένη η έχθρα που δείχνουν για το κρασί.
Ας δούμε τώρα ποια είναι η στάση της εκκλησίας στο επίμαχο αυτό θέμα. Όταν ρωτήθηκε ο Λουκάς Χρυσοβέργης, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1156-1169) από μια κυρία του περιβάλλοντός του περί του πώς πρέπει να κρατάει τις νηστείες, απάντησε εμμέτρως. Το ποίημα είναι μακρύ και από αυτό σημειώνω μόνο τους στίχους, που μπορεί να ενδιαφέρουν · γράφει λοιπόν :
Αυτά για τους κοσμικούς και μάλιστα για «κυρίες». Ας ιδούμε τώρα τι ίσχυε για τους μοναχούς. Όσοι από τους αναγνώστες έχουν επισκεφθεί το μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου ή τη Μονή Βαρλαάμ στα Μετέωρα, θα θυμούνται το σεμνό ύφος συγκρατημένης υπερηφάνειας, με το οποίο ο εκάστοτε «αρχοντάρης» τους είχε δείξει τα τεράστια «βαγένια», τους θησαυρούς αυτούς των μοναστηριών.
Και καλά για το Μέγα Σπήλαιο, ήταν ανέκαθεν μοναστήρι με πολυάριθμο προσωπικό και μεγάλο αριθμό διερχομένων και προσκυνητών, αλλά στη Μονή Βαρλαάμ; Για ποιους άραγε να προοριζόντουσαν οι τεράστιες εκείνες ποσότητες κρασιού;
Την απάντηση στα ερωτήματα αυτά δίνει το «τυπικό» της Μονής Μάμαντος της Κωνσταντινουπόλεως. Γιατί το θέμα έχει απασχολήσει πολύ τους διάφορους «κτήτορες» και ηγούμενους και φροντίζοντας για την εύρυθμη λειτουργία των μονών τους καθιέρωσαν στα «τυπικά» τους – τους κανονισμούς εσωτερικής λειτουργίας - και την ποσότητα κρασιού που δικαιούται ο κάθε μοναχός, έτσι ώστε να αποφεύγονται αντεγκλήσεις και μεροληπτικές παροχές. Η ποσότητα κρασιού, στην οποία είχε δικαίωμα ημερησίως ο κάθε μοναχός, λεγόταν «κρασοβόλιον», ήταν δε συνήθως ένα «εξάγιον», περίπου μια οκά.
Βέβαια, η «μπέβα» δεν έτυχε ποτέ των ευλογιών της επίσημης εκκλησίας. Συνήθως την κατεδίκαζε. Αλλά καμιά φορά αναγκαζόταν να κάνει συμβιβασμούς. Και να τι γράφει το «τυπικόν» της Μονής του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Μάμαντος, που αναφέραμε παραπάνω, καθορίζοντας τα της πρώτης μεγάλης νηστείας:
Και εξηγεί τον λόγο:
Από τον καιρό που σοβαρότατοι γιατροί χρησιμοποιούσαν ζεματιστές αλεπούδες για την θεραπεία των ρευματισμών, έπειτα τα τσιμπήματα των μελισσών, την «κομπούχα», τα μπάνια τα ζεστά, όχι τα ζεστά αλλά τα κρύα, ούτε και αυτά αλλά τα λασπόλουτρα, ούτε και τα λασπόλουτρα αλλά τα μάλλινα ρούχα κλπ. κλπ., έχουν να αλλάξει τόσες φορές γνώμες, συμβουλές και συνταγές, που δεν ξέρει πια κανείς τι να πιστέψει από όσα του λένε.
Φίλος μου γιατρός μου έλεγε πως οι περισσότεροι άρρωστοι πεθαίνουν από δίψα! Πάντα κάποιος «κουράντες», κατά τη διάρκεια της θεραπείας που προηγήθηκε του μοιραίου τέλους, συνέστησε στον άρρωστο πρώτα να «κόψει το κρασί», έπειτα τις λεμονάδες, έπειτα το γάλα γιατί βλάπτει, και τέλος μόνο νερό και εκείνο «μόνο να βρέχουν τα χείλη του, γιατί αν του δώσουν να πιει θα πεθάνει». Και τελικά ο άρρωστος πεθαίνει οπωσδήποτε σκασμένος στη δίψα, θύμα και αυτός των φροντίδων της επιστήμης.
Αλλά η απάνθρωπη αυτή μεταχείριση των αρρώστων, με το πρόσχημα ότι εφαρμόζονται τα σύγχρονα δεδομένα της ιατρικής επιστήμης, έρχεται σε αντίθεση με τα διδάγματα και τους κανόνες που κατά καιρούς καθιέρωσε η Εκκλησία για τους πιστούς της και ιδιαίτερα για τους πιστότερους, τους μοναχούς. Και πιστεύει πως οι γιατροί θα πρέπει να ξανασκεφτούν αν είναι δικαιολογημένη η έχθρα που δείχνουν για το κρασί.
Ας δούμε τώρα ποια είναι η στάση της εκκλησίας στο επίμαχο αυτό θέμα. Όταν ρωτήθηκε ο Λουκάς Χρυσοβέργης, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1156-1169) από μια κυρία του περιβάλλοντός του περί του πώς πρέπει να κρατάει τις νηστείες, απάντησε εμμέτρως. Το ποίημα είναι μακρύ και από αυτό σημειώνω μόνο τους στίχους, που μπορεί να ενδιαφέρουν · γράφει λοιπόν :
«… Οι θείοι γαρ απόστολοι εν ταύταις ταις ημέραις(δηλαδή Τετάρτη και Παρασκευή)ωσαύτως και οι μετ’ αυτούς μακαριστοί πατέρεςακρίβειαν ορίζουσιν όντως ηκριβωμένην,άρτω και μόνω τρέφεσθαι, αλάτι και λαχάνοιςύδωρ το πόμα πίνειν δε μόνον μεμονωμένονει μη που δι’ ασθένειαν τις αδυνάτως έχωνοίνω ολίγω χρήσαιτω δια την αρρωστίαν …»
Αυτά για τους κοσμικούς και μάλιστα για «κυρίες». Ας ιδούμε τώρα τι ίσχυε για τους μοναχούς. Όσοι από τους αναγνώστες έχουν επισκεφθεί το μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου ή τη Μονή Βαρλαάμ στα Μετέωρα, θα θυμούνται το σεμνό ύφος συγκρατημένης υπερηφάνειας, με το οποίο ο εκάστοτε «αρχοντάρης» τους είχε δείξει τα τεράστια «βαγένια», τους θησαυρούς αυτούς των μοναστηριών.
Το βαγένι στη Μονή Βαρλαάμ, στα Μετέωρα.
Πηγή: Επιτοίχιο ημερολόγιο 2024, Μετέωρα - Μονή Βαρλαάμ
Και καλά για το Μέγα Σπήλαιο, ήταν ανέκαθεν μοναστήρι με πολυάριθμο προσωπικό και μεγάλο αριθμό διερχομένων και προσκυνητών, αλλά στη Μονή Βαρλαάμ; Για ποιους άραγε να προοριζόντουσαν οι τεράστιες εκείνες ποσότητες κρασιού;
Την απάντηση στα ερωτήματα αυτά δίνει το «τυπικό» της Μονής Μάμαντος της Κωνσταντινουπόλεως. Γιατί το θέμα έχει απασχολήσει πολύ τους διάφορους «κτήτορες» και ηγούμενους και φροντίζοντας για την εύρυθμη λειτουργία των μονών τους καθιέρωσαν στα «τυπικά» τους – τους κανονισμούς εσωτερικής λειτουργίας - και την ποσότητα κρασιού που δικαιούται ο κάθε μοναχός, έτσι ώστε να αποφεύγονται αντεγκλήσεις και μεροληπτικές παροχές. Η ποσότητα κρασιού, στην οποία είχε δικαίωμα ημερησίως ο κάθε μοναχός, λεγόταν «κρασοβόλιον», ήταν δε συνήθως ένα «εξάγιον», περίπου μια οκά.
Βέβαια, η «μπέβα» δεν έτυχε ποτέ των ευλογιών της επίσημης εκκλησίας. Συνήθως την κατεδίκαζε. Αλλά καμιά φορά αναγκαζόταν να κάνει συμβιβασμούς. Και να τι γράφει το «τυπικόν» της Μονής του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Μάμαντος, που αναφέραμε παραπάνω, καθορίζοντας τα της πρώτης μεγάλης νηστείας:
«…ταις μέντοι εξής ημέραις της αυτής εβδομάδος και τραπέζης επιμεληταίον και βρώσης μεταληπτέον, ήτις δει έσται δι’ οσπρίων διαβρόχων ύδατι και ωμών ίσως λαχάνων και οπωρών · το δε πόμα οίνος κρασοβολίου το ήμισυ».
Και εξηγεί τον λόγο:
«Ολιγοστών γαρ όντων των ψαλλόντων και της ακολουθίας μεγάλης ούσης, εάν υδροποτώσιν, ούτε γεγωνότερον δύναντ’ αν ψάλλειν, ούτε μην των γονάτων συνεχή κλίσιν ευμαρέστερον ποιείν και δια τούτο χρεία μετρίας συγκαταβάσεως καν και παρά τον όσον των θείων κανόνων εστί».
Προκειμένου, δηλαδή, να μην μπορούν οι μοναχοί να ψάλλουν δυνατά και να μην μπορούν να κάνουν τις πρέπουσες μετάνοιες, προτιμήθηκε να τους παραχωρείται ένα κιλό κρασί περίπου την ημέρα, καθ’ όλη τη διάρκεια της νηστείας.
Βέβαια, μετά το πέρας της νηστείας, όλα ερχόντουσαν πάλι στη θέση τους. Και το κρασοβόλιον εις ολόκληρον το εξάγιον.
Εκτός όμως από την εκκλησία, και ο λαός είχε διαφορετικές διαιτολογικές αντιλήψεις από τους σημερινούς γιατρούς, και το να μην έχει κανείς τις αποθήκες του κρασί εθεωρείτο ένδειξη φτώχειας και ήταν λόγος και αφορμή να του κολλήσουν το παρατσούκλι «άνοινος». Το επίθετο αυτό, με «οι», το συναντούμε σε κεφαλονίτικη οικογένεια, πιθανώς προγόνους των μεταγενέστερων Άννινων, από το 1294 [1].
ΥΓ. Ευχαριστώ και πάλι τη φοιτήτρια της Φιλολογία δεσποινίδα Φ[ωτεινή] Σ[ιγριμή] για την καλοσύνη που είχε να με διευκολύνει στο Λεξικό της Ακαδημίας.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Πρακτικό της εκκλησίας της Κεφαλληνίας, στο: Miklosich-Müller, Acta et Dipl., τόμ. V, σσ. 16-67.
Βέβαια, μετά το πέρας της νηστείας, όλα ερχόντουσαν πάλι στη θέση τους. Και το κρασοβόλιον εις ολόκληρον το εξάγιον.
Εκτός όμως από την εκκλησία, και ο λαός είχε διαφορετικές διαιτολογικές αντιλήψεις από τους σημερινούς γιατρούς, και το να μην έχει κανείς τις αποθήκες του κρασί εθεωρείτο ένδειξη φτώχειας και ήταν λόγος και αφορμή να του κολλήσουν το παρατσούκλι «άνοινος». Το επίθετο αυτό, με «οι», το συναντούμε σε κεφαλονίτικη οικογένεια, πιθανώς προγόνους των μεταγενέστερων Άννινων, από το 1294 [1].
ΥΓ. Ευχαριστώ και πάλι τη φοιτήτρια της Φιλολογία δεσποινίδα Φ[ωτεινή] Σ[ιγριμή] για την καλοσύνη που είχε να με διευκολύνει στο Λεξικό της Ακαδημίας.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Πρακτικό της εκκλησίας της Κεφαλληνίας, στο: Miklosich-Müller, Acta et Dipl., τόμ. V, σσ. 16-67.
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 6/4/1977].
Subscribe to:
Comments (Atom)
Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940
Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...
-
Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...
-
«Καταραμένο βράχο» θα ήταν καλύτερα να το ονόμαζαν [το Μπούρτζι]. Κατοικία δημίων στα πρώτα ελεύθερα χρόνια. Κατέληξε να ερειπωθεί. Το θυμού...
-
Τώρα έρχεται ο χειμώνας και ο κακός καιρός γίνεται αφορμή για πλήθος μικροαδιαθεσιών και κρυολογημάτων - τα πράγματα όμως δεν είναι σοβαρά, ...

