Saturday, February 5, 1977

Τάκης Μαύρος : Λαογραφικές μνήμες : Οι «οπλοστασίτες»

Εκεί περίπου που είναι σήμερα το νέο κτίριο του Γυμνασίου, στο Ναύπλιο, βρισκόταν άλλοτε το «οπλοστάσιον». Παλιό βενετσιάνικο ισόγειο κτίριο, κάτι σαν αποθήκες για τις ανάγκες του στρατού. Οπλοστάσιο είχε ονομαστεί μετά την Επανάσταση [του 1821] γιατί το χρησιμοποιούσαν οι στρατιωτικές υπηρεσίες σαν αποθήκη οπλισμού.
        Το προσωπικό του οπλοστασίου το αποτελούσαν μερικοί δεκανείς και λοχίες, όλοι μιας κάποιας ηλικίας, γέρικες καραβάνες, που μη έχοντας πού να γύρουν είχαν παραμείνει μόνιμοι στο στρατό. Πυροτεχνουργοί.
        Οι περισσότεροι έμεναν με τις φαμίλιες τους στην πόλη του Ναυπλίου και κάθε πρωί έπρεπε να παρουσιάζονται στο πρωινό προσκλητήριο. Αυτό τους ανάγκαζε να βγαίνουν στους δρόμους αξημέρωτα για να προλάβουν έτσι ώστε και στο προσκλητήριο να δώσουν το «παρών» και να έχουν κατεβάσει από καμμιά δεκαριά ρούμια ή «κονιάκια» ο καθένας στο μεταξύ.
        Ένας από αυτούς τους «οπλοστασίτες» ήταν και ο Πατριαρχέας, από τη Λάγια της Μάνης. Λοχίας πυροτεχνουργός. Χρόνια λοχίας, αλλά στα όπλα σπουδαίος μάστορας. Τι τα θέλετε όμως; Ο μισθός λίγος, τα βάσανα πολλά και τα ρούμια όλο και ακρίβαιναν. Σαν συμπληρωματική απασχόληση για να τα βγάζει πέρα φρόντιζε να πέφτει στα επιδέξια χέρια του κανένα παλιό κουμπούρι. Το ’παιρνε, το ψευτοδιόρθωνε και περίμενε τη «δικάσιμο» του Κακουργοδικείου. Όλο και κάποιου Μανιάτη είχε πειραχτεί η τιμή.
        Ήταν γνωστές οι ταβέρνες, όπου πήγαιναν οι «δικαστηριώτες». Και την παραμονή το βράδυ, έχοντας την πιστόλα στην τσέπη του, ο Πατριαρχέας φρόντιζε να βρει ένα διπλανό τραπεζάκι να κάτσει, κοντά στη συντροφιά των Μανιατών, που την άλλη μέρα είχαν τη δίκη. Μ’ ένα μισαδειανό ποτήρι και σε στάση βαθιάς περισυλλογής, έβγαζε κάθε λίγο κάτι αναστεναγμούς. Αχ. Βαχ. Ουφ. Και πάλι τα ίδια.
        Κάποτε, κάποιος από τους «δικαστηριώτες», συγκινημένος από το δράμα που υποψιαζόταν ότι υπέφερε ο καθήμενος στο διπλανό τραπεζάκι, τον ρωτούσε :
- Από πού ’σαι, πατριώτη;
- Ποιος, εγώ; απαντούσε ο Πατριαρχέας. Από τη Λάγια.
- Μπα; Πατριωτάκια; Κι εμείς είμαστε από την Κοίτα. Τι σου συμβαίνει και φαίνεσαι έτσι στεναχωρημένος;
- Άστε με. Τι να μου συμβαίνει; Η γυναίκα δεν πάει καλά. Μ’ έφαγαν οι γιατροί. Ό,τι είχα και δεν είχα τα ’δωσα στα φάρμακα και έχω μείνει αδέκαρος.
- Κάνε υπομονή, του ’λεγε ο άλλος, κι έχει ο Θεός.
- Μωρέ τι να έχει ο Θεός; Εγώ τι έχω. Να! Τούτο μόνο μου απόμεινε.
Κι έβγαζε από τη μέσα τσέπη του σακακιού του ένα μέρος από την πιστόλα.
- Είναι οικογενειακό κειμήλιο. Είναι του Δυοβουνιώτη και πεθαίνοντας μου τ’ άφησε ο γέρος μαζί με την ευχή του. Πρέπει όμως να το δώσω για να πάρω φάρμακα της γυναίκας.
Άστραφταν τα μάτια του Μανιάτη.
- Και πόσα ζητάς, πατριωτάκι;
Έλεγε ο Πατριαρχέας τόσες δραχμές. Γυάλιζαν τα μάτια του Μανιάτη.
- Πολλά είναι, πατριωτάκι, αλλά πάρ ’τα, αφού έχεις έναν ανάγκη.
        Και επακολουθούσε η στιγμή του αποχωρισμού του Πατριαρχέα από το οικογενειακό κειμήλιο. Σιγά-σιγά και με ευλάβεια έβγαζε το κουμπούρι από την τσέπη του, το φιλούσε και στρέφοντας το πρόσωπό του προς την αντίθετη πλευρά, έτσι ώστε να μην βλέπει ο αγοραστής τα δάκρυα, τα οποία θα έτρεχαν από τα μάτια του, τού το έδινε.
        Στην επόμενη «δικάσιμο», άλλο κουμπούρι του Δυοβουνιώτη.

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 5/2/1977].

No comments:

Post a Comment

Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...