Κατ’ αρχήν, ο ομιλητής είχε την ειλικρίνεια να δηλώσει ότι δεν είχε λάβει μέρος σ’ αυτόν τον πόλεμο, όχι γιατί δεν είχε την απαιτούμενη ηλικία, όσο γιατί βρισκόταν τότε στην Αμερική. Δεν το είπε, αλλά άφησε να το καταλάβουμε ότι δεν έβρισκε καράβι ή αεροπλάνο για να γυρίσει πίσω στην πατρίδα του, που κινδύνευε και εξήγησε ότι όλο αυτό το διάστημα του πολέμου το πέρασε μεταξύ Τασμανίας και Νέας Ζηλανδίας, ενθαρρύνοντας τους διάφορους Έλληνες που συναντούσε εγκατεστημένους εκεί. Έπειτα μίλησε για τους ενδόξους προγόνους μας, απάγγειλε ρητά και περικοπές τους, απείλησε τους Τούρκους και τέλος, après avoir monté ses grands chevaux, επετέθη και κατά της φουκαριάρας της Αλβανίας, αναφερθείς 3-4 φορές στο θέμα της Βορείας Ηπείρου. Ήταν τόσο πολεμοχαρής, που πριν ακόμα ιδούμε τι θα κάνουμε με τους Τούρκους, συνιστούσε να επιτεθούμε και εναντίον των Αλβανών. Ποντικός δεν χωράει στην τρύπα του, σέρνει και κολοκύθα.
Όλα αυτά μου θύμισαν μια μικρή ιστορία, που μου διηγήθηκε κάποτε ο κ. Γιάννης Καρώνης από το Ναύπλιο.
Κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων, συνεστήθη κάποια επιτροπή κι έστειλε στη Νέα Υόρκη τον κύριο Β., με σκοπό να ενθουσιάσει τους απόδημους και να τους πείσει να έρθουν να πολεμήσουν. Πράγματι πήγε ο Β., άρχισε να βγάζει λόγους όπου μπορούσε, η Πατρίς, ο Στρατός, ο Στόλος. Ρίγη στους ακροατές. Και πάλι τα ίδια, ο Ελληνικός Στρατός, ο Ελληνικός Στόλος περιμένουν τα χέρια σας και τις καρδιές σας για να ανδραγαθήσουν κλπ. κλπ. Τέλος, οι περισσότεροι από τους ακροατές ζητούσαν να γραφτούν, ότι θέλουν να πάνε να πολεμήσουν, και πλήρωναν και κάποιο δολάριο για να μπορέσει να ναυλωθεί το καράβι.
- Γράψε με και μένα.Τελικά συγκεντρώθηκε όσο μεγαλύτερος αριθμός εθελοντών στάθηκε δυνατό, ναυλώθηκε κάποιο καράβι και ορίστηκε η ημερομηνία αναχώρησης.
- Πώς λέγεσαι;
- Γιάννης Παπαδόπουλος. Έγραφε ο κ. Β. «Ιωάννης Παπαδόπουλος».
- Γράψε με και εμένα.
- Εσύ πώς λέγεσαι;
- Αναστάσιος Μπούσγος. Έγραφε ο Β. και εισέπραττε το δολάριο.
Τη μεγάλη εκείνη μέρα, στο λιμάνι της Νέας Υόρκης, δίπλα στο καράβι που περίμενε, ανεβασμένος πάνω σε κάτι μπάλες με μπαμπάκια, ο κ. Β. ξεφύλλιζε τις κόλλες το χαρτί με τα ονόματα των εθελοντών.
- Πώς λέγεσαι εσύ;και ούτω καθεξής, μέχρι τον τελευταίο.
- Θεόδωρος Αποστολόπουλος.
- Πέρασε. Εσύ πώς λέγεσαι;
- Γιάννης Παπαρρήγας.
- Πέρασε. Εσύ πώς λέγεσαι;
Όταν ανέβηκε και ο τελευταίος εθελοντής την κρεμαστή σκάλα, το καράβι άρχισε να σφυρίζει και να λύνει κάβους. Ο κ. Β., ανεβασμένος πάντα πάνω στις μπάλες, ξεφύλλιζε με μεγάλη προσοχή τις φυλλάδες του. Τότε, κάποιος από τους εθελοντές, που έφευγαν, του φωνάζει :
- Φίλε, εσύ δεν θα ’ρθεις να πάμε να πολεμήσουμε;Σηκώνει το κεφάλι του ο κ. Β. από τα χαρτιά του, κάτι πάει να πει, αλλά τον πιάνουν οι λυγμοί. Μ’ ένα μεγάλο μαντήλι σκέπασε το πρόσωπό του, αλλά τα αναφιλητά συντάραξαν το κορμί του. Κάποτε, κυριάρχησε πάνω στη συγκίνησή του και κοιτάζοντας ψηλά τους απερχόμενους άρχισε να τους λέει:
- Ο Ελληνικός Στρατός … (λυγμοί) Ο Ελληνικός Στόλος … (άλλοι λυγμοί) και πάλι από την αρχή, ο Ελληνικός στρατός και ο Ελληνικός ο στόλος.Οπότε ακούγεται πάνω από τη γέφυρα η φωνή εκείνου που είχε υποβάλει την ερώτηση :
- Ρε τι ελληνικός στρατός και στόλος;Και βρίσκοντας την κατάλληλη ομοιοκαταληξία σε τμήμα του σώματος της μάνας του κ. Β., πρόσθεσε :
- Ου να χαθείς, παλιάνθρωπε. Μας έβαλες εδώ μέσα να πάμε να πολεμήσουμε κι εσύ κάθεσαι στη Νέα Υόρκη, ε ;
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 11/11/1976].
No comments:
Post a Comment