Monday, January 1, 1990

Τάκης Μαύρος : Ακτινοβολία του βυζαντινού πολιτισμού ή τυχαίο γεγονός; [ένα πιάτο του Δανού Arnold Krog (1856-1931)]

Πριν από λίγα χρόνια, ο επισκέπτης της Κοπεγχάγης έβλεπε να πωλείται στα καταστήματα ειδών λαϊκής τέχνης το πιάτο που εικονίζεται παρακάτω, με το ασυνήθιστο για μας τους νοτιο-Ευρωπαίους διακοσμητικό αυτό θέμα. Ένα γεράκι καθισμένο πάνω στο πτώμα ενός σκοτωμένου δράκου, ατενίζει με αυστηρότητα μακριά. Το πιάτο αυτό έχει διάμετρο 22 cm και στο πίσω μέρος του, σε μια κυκλική σφραγίδα, διακρίνονται τα γράμματα

Ro… Copenhagen 190

        Σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχαν την καλοσύνη να μου διαβιβάσουν η Καθηγήτρια του Τμήματος Κλασσικών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης κυρία Sysse Enberg και ο κύριος Oystein Hsort, Assistant Professor του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης, τέσσερα τέτοια πιάτα, με διαφορετικές απεικονίσεις, βγήκαν κατά το 1898, σχεδιασμένα από τον Arnold Krog, και σε διαφορετικό αριθμό αντιτύπων, σε ανάμνηση της καταστολής μιας επιδημίας λέπρας, που είχε προσβάλει τότε την Ισλανδία. Ακόμη, ότι ο αετός ή το γεράκι που σκοτώνει ένα δράκο ή φίδι είναι άγνωστο σαν θέμα στη λαϊκή παράδοση της Δανίας.


Το πιάτο με το γεράκι και το φίδι, του Arnold Krog.

        Ανατρέχοντας, όμως, ο αναγνώστης στους Βυζαντινούς συγγραφείς και στους «Θεοφάνους οι Συνεχίζοντες», που όπως είναι γνωστό πραγματεύονται γεγονότα από το 813 μέχρι το 963 μ.Χ., θα σταθεί ίσως στο εδάφιο εκείνο [[1], σ. 450], όπου η περιγραφή που κάνει ο συγγραφέας της κρήνης του Χρυσοτρίκλινου στ’ ανάκτορα της Κωνσταντινούπολης ταυτίζεται με τόση ακρίβεια στο θέμα της εικόνας του υπ’ όψιν πιάτου, ώστε να του γεννιέται η εύλογη απορία: ο Βυζαντινός κατασκευαστής της κρήνης είχε στο νου του κάποια μακρινή Σκανδιναβική παράδοση, κάποιος σκανδιναβικό διακοσμητικό μοτίβο; Ή μήπως ο Krog είχε άμεση ή έμμεση γνώση του βυζαντινού κειμένου; 
        Ας δούμε όμως το κείμενο. Γράφει ο Συνεχιστής:

«Σελ. 450 … τας δεν αργυράς πύλας του Χρυστρικλίνου ο φιλόκαλος Κωνσταντίνος εδείματο…»
«Σελ. 451 … και πορφυράν φυλακήν έμπροσθεν του κοιτώνος αυτού εδείματο, δοχείον των υδάτων δημιουργήσας, ην στήλοις μαρμαρίοις περιεκύκλωσεν λειότητος αυτοίς υπαυγαζούσης, τι ουν η μεγαλόφρων ψυχή; … αετόν εξ αργύρου τη του ύδατος αφίστησιν αυλώ ουκ ορθόν βλέποντα αλλ’ απεστραμμένον κατά πλάγιον, υψαυχενούντα και σοβαρευόμενον ως από τινος θήρας, όφιν δε τοις ποσίν περιειληθέντα και πνίγοντα…»

        Η ταύτιση του φιδιού ή του δράκου με την έννοια του κακού είναι τόσο παλιά όσο και ο άνθρωπος. Είναι άλλωστε γνωστός ο τρόμος που νιώθουν και τα ζώα ακόμα μπρος σ’ ένα φίδι. Αντίθετα, ο αετός, και φυσικά στις χώρες όπου δεν υπάρχουν σε αφθονία αετοί, κάποιο άλλο πουλί, στη συγκεκριμένη περίπτωση το γεράκι, εκπροσωπεί τη δύναμη του ισχυρού. Και στον ρωμαϊκό στρατό, άλλωστε, και προ του Μαρίου η χρήση ομοιωμάτων αετών αντί για σημαίες ήταν συνηθισμένη. Αυτό δείχνει πως μια παράδοση σχετική και παρόμοια είναι ενδεχόμενο να μπορούσε ν’ αναπτυχθεί παράλληλα σε διαφορετικούς και απομακρυσμένους λαούς, χωρίς κοινά μέτρα πολιτισμού, που ήθελαν όμως να εκφράσουν τα ίδια συναισθήματα, της ίδιας αντιδράσεις. Αλλά άραγε, στη συγκεκριμένη περίπτωση ισχύει αυτό; Ή μήπως ανάμεσα στους παλιότερους Δανούς και στους απομακρυσμένους Βυζαντινούς υπήρχαν περισσότερες σχέσεις, επαφές και συναλλαγές από όσες σήμερα νομίζουμε;
        Το ότι ο ένας λαός δεν ήταν άγνωστος στον άλλον είναι βέβαιο. Σε μια προσπάθεια να καταδειχθεί η σχέση που πιστεύουμε ότι υπήρξε ανάμεσα σε αυτούς τους δύο λαούς, θα δανειστούμε μερικά αποσπάσματα, κυρίως από το έργο του Μιχ. Δένδια [[2]]. Ο Προκόπιος, ο από την Καισάρεια, ο ιστορικός των Γοτθικών πολέμων, γνωρίζει τους Δανούς. Αναφερόμενος στην φυλή των Γότθων, γράφει [[3], σ. 25]:

«Οι Έρουλοι Λογγοβαρδών ηττηθέντες τη μάχη … ωκήσαντο ες τα εν Ιλλυριοίς χωρία, οι δε άλλοι … ες αυτάς που τας εσχατιάς της οικουμένης ιδρύσαντο … μεθ’ ους δη και Δανών τα έθνη παρέδραμον οι βιαζόμενοι σφας των τήδε βαρβάρων. Ενθένδε τε ες ωκεανόν αφικόμενοι εναυτίλλοντο, Θούλη τε προσχόντες τη νήσω αυτού έμειναν».

Η Θούλη του Προκόπιου είναι ασφαλώς η σημερινή Σκανδιναβία, η οποία επί μακρόν εθεωρείτο ως νήσος [[4], σ. 17]. Ακόμη και οι στην Ιταλία εγκατασταθέντες Έρουλοι εθεωρούσαν τη Θούλη «οιονεί μητρόπολη». Στο Βυζάντιο «υπήρχον αείποτε, πλην όχλου πολλού Γότθων οπλιτών, και Γότθοι πολίται και ευγενείς, οι οποίοι είτε ηγούντο των μισθοφόρων, είτε εμπορίαν παρέμενον» [2, σ. 153].
        Είναι επίσης γνωστό πως οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες συντηρούσαν τμήματα μισθοφόρων Βαράγγων. Τους προτιμούσαν μάλιστα για σωματοφύλακες.
    • Tους Βαράγγους αυτούς, ο Du Cange [5] τους θεωρούσε «Αγγλοδανούς».
    • Και ο Reiske [6] πιστεύει ότι οι λέξεις Βαράγγοι και Φράγκοι είναι η μία παραλλαγή της άλλης. Και στο «Νουθετικόν» [7], προκειμένου περί Φράγκων, υπάρχει η γραφή Βράγγος. Στο ίδιο κείμενο υπάρχει η πληροφορία ότι η χώρα της Βαραγγίας είναι η σημερινή Νορβηγία [7].
    • Αντίθετη γνώμη για την προέλευση των Βαράγγων έχουν οι Ρώσσοι Gédéonov [8],[9] και Ilovaïski [10], οι οποίοι τους θεωρούν Σλάβους, τουλάχιστον κατά πολύ μεγάλο ποσοστό.
    • Ο Schlumberger [[11], σ. 47] θεωρεί τους Βαράγγους αδελφούς των Νορμανδών της Γαλλίας και της Ιταλίας. «Θεωρείται βέβαιο ότι τόσον οι Βαράγγοι, όσο και οι Νορμανδοί ωρμόντο αρχικώς εκ Σκανδιναβίας» [2, σ. 156].
    • Ο ιστορικός Σάξων ο Γραμματικός, 12ος αι., εις το έργον του Historia Danica, μέχρι το 1184, βεβαιώνει [[12], τόμ. Β, σ. 579] ότι οι Βαράγγοι μιλούσαν Δανικά. Δανικά, όμως, μιλούσαν και μιλούν ακόμη εκτός από τους Δανούς, και οι Νορβηγοί [2, σ. 157].
    • Και ο Βρετανός Gibbon [12, σ. 579] δέχεται ότι «βραδύτερον, ανευρίσκομεν τους Βαράγγους στην Κωνσταντινούπολη. Ήσαν αυτοί αποικία Άγγλων και Δανών, οι οποίοι κατέφυγαν εκεί δια να αποφύγουν τον ζυγό των Νορμανδών». Μιλούσαν δανικά και αγγλικά.
    • Ο Σουηδός Geyer [4, σ. 17] υποστηρίζει ότι άλλοι από τους Bαράγγους προήρχοντο από τη Θούλη, τη σημερινή Σκανδιναβία, και άλλοι από τη Μεγάλη Βρετανία. Φαίνεται όμως ότι αυτοί οι δεύτεροι δεν ήσαν Άγγλοι αλλά Δανοί. Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει τον Ordericus Vitalis, ο οποίος υποστηρίζει ότι πολλοί από τους Δανούς της Αγγλίας, όταν ο Γουλιέλμος ο Κατακτητής κατέλαβε την Αγγλία, την εγκατέλειψαν και κατέφυγαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου ανέλαβαν υπηρεσία στα Ανάκτορα.
        Το κύριο όπλο των Βαράγγων ήταν ένα είδος πέλεκυ, γνωστού στην Αγγλία με το όνομα «δανικός πολεμικός πέλεκυς» [2, σ. 177]. Τη χρησιμοποίηση του πέλεκυ σαν οικείου όπλου των Βαράγγων σημειώνει και ο Κίνναμος [[13], τόμ. 8, σ. 146]: «…έθνος εστί τούτο Βρεττανικόν, βασιλεύσι Ρωμαίων δουλεύον ανέκαθεν πελέκεσιν επιστάντες διακοπτέον αυτούς». Της ίδιας γνώμης με τον Geyer είναι και ο Du Cange, ο οποίος δέχεται ότι οι Βαράγγοι ήταν Αγγλοδανοί, που κατέφυγαν στο Βυζάντιο, μετά την κατάληψη της χώρας τους από τους Νορμανδούς της Γαλλίας [2, σ. 190].
        Ο Rambaud [[14], σ. 216] διακρίνει εις το σώμα των Βαράγγων σωματοφυλάκων των βυζαντινών ανακτόρων δυο εθνολογικώς συγγενικά στοιχεία. Πρώτον, το βαραγγορωσσικό, και δεύτερον, μετά την κατάκτηση της Αγγλίας από τους Νορμανδούς, το αγγλοσαξωνικό στοιχείο. Τα δυο αυτά στοιχεία φαίνεται ότι για κάποιο χρονικό διάστημα συνυπήρξαν στην Κωνσταντινούπολη στην ίδια ή υπηρεσία.
        Αλλά και Νορμανδούς είχαν στρατολογήσει οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες κατά τη διάρκεια των πολέμων τους εναντίον των Σαρακηνών της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας, κατά τους 11ο και 12ο αιώνες [2, σ. 150]. Και ο Reiske [6, τόμ. II, σσ. 474-476] παραδέχεται τους Βαράγγους ως Άγγλους. Την παρουσία Νορμανδών στο Βυζάντιο σημειώνει και ο επίσκοπος Κρεμώνης Liutprand [[15], τόμ. V, σ. 6], ο οποίος γράφει: «Graeci vocant Russos nos vero Normannos». Και ο Rambaud δέχεται ότι οι Ρως ήσαν Σκανδιναβοί [9, σ. 39]. Ας σημειωθεί ακόμη ότι από τους Νορμανδούς κατελήφθη και η Ισλανδία [2, σ. 154]. Νύξη ότι οι Νορμανδοί αυτοί ήσαν Δανοί απαντούμε και στο Χρονικόν του Kruse [2, σσ. 154-155], όπου ο Κάρολος ο Μέγας, κατά το 810, «ultimum contra Normannos, qui Dani vocantur… bellum suscepit».
        O Ch. Diehl υποστηρίζει ότι η φρουρά των Βαράγγων είχε συγκροτηθεί καταρχάς από Ρως, έπειτα όμως εστατολογήθηκαν διαδοχικά Σκανδιναβοί της Ρωσίας, Νορμανδοί της Ισλανδίας και τέλος και Αγγλοσάξωνες.
        Η παρουσία των Βαράγγων στην αυλή του Βυζαντίου δεν ήταν κάτι το συμπτωματικό. Όλες οι παραπάνω μαρτυρίες, αλλά και πολλές άλλες που δεν αναφέρθηκαν, δείχνουν ότι δεν έλειψαν ποτέ από την Κωνσταντινούπολη. Η Άννα η Κομνηνή [[16], σσ. 16-20] γράφει σχετικά για αυτούς: «…οι δε γε επί των ώμων τα ξίφη κραδαίνοντες πάτριον παράδοσιν και οίον παρακαταθήκην τινα και κλήρων την εις τους αυτοκράτορας, πίστιν … άλλος εξ άλλου διαδεχόμενοι, την προς αυτόν πίστιν ακράδαντον διατηρούσι». Φαίνεται λοιπόν ότι η παρουσία Νορμανδών ή Βαράγγων ήταν κάτι το συνηθισμένο και μόνιμο στην Κωνσταντινούπολη.
        Από την φύση της υπηρεσίας τους, αν όχι όλοι, τα εκλεκτότερα τουλάχιστον τμήματα φαίνεται ότι παρέμεναν πάντα κοντά στα Ανάκτορα. «Οι μεν γαρ σωματοφύλακες και δορυφόροι (: Βαράγγοι) άπωθεν που του βασιλικού κοιτώνος κατηυνάζοντο» [[17], 448, 10-11]. «Οι μεν γαρ Βάραγγοι ευρίσκονται υπηρετούντες εις τε τας θύρας του κελλίου του βασιλέως, ειs το τρίκλινον» [[18], 37, 4 εξ.].
        Αλλά και από τους τίτλους που τους απέδιδαν μπορούμε να συμπεράνουμε ότι συνήθως έμεναν μέσα στα ανάκτορα. Ο αρχηγός των Βαράγγων λέγεται ακόλουθος, πρόξιμος (: δηλαδή που διέμενε κοντά στον Βασιλέα), ακόμη παρακοιμώμενος του κοιτώνος, παρακοιμώμενος της σφενδόνης, προκαθήμενος του κοιτώνος του βασιλικού, κλπ. [2, σ. 198].
        Από όσα εξετέθησαν παραπάνω, θα μπορούσε ίσως να βγει το συμπέρασμα ότι οι Βυζαντινοί με τους Δανούς δεν ήσαν άγνωστοι μεταξύ τους. Από τον Προκόπιο μέχρι την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204) η επικοινωνία μεταξύ των δυο λαών, έστω και με διάφορα ονόματα, δεν εσταμάτησε. Οι Βαράγγοι της Κωνσταντινούπολης, τουλάχιστον τα επίλεκτα τμήματα τους, υπηρετούσαν στα Ανάκτορα σαν σωματοφύλακες του Αυτοκράτορα, επομένως ήσαν συνεχώς μέσα στο περιβάλλον εκείνο, για τη διακόσμηση του οποίου είχε καταβληθεί ξεχωριστή φροντίδα. Και αν ο «υψιαυχενών και σοβαρευόμενος αετός» είχε προκαλέσει τόση εντύπωση στο βυζαντινό χρονογράφο, τον εξοικειωμένο με τα έργα τέχνης, και μάλιστα ποιας τέχνης, με τα οποία ήταν κατάφορτα όχι μόνο τα Ανάκτορα του Κωνσταντίνου του Πορφυρογένητου, αλλά και όλη η Κωνσταντινούπολη, γιατί ο επί «της αυλού» αετός να μην προκαλέσει τον θαυμασμό κάποιου νεαρού Βαράγγου; Τι εμποδίζει, ανάμεσα στον χρυσό που μετέφερε στην πατρίδα του ο Χάραλδ ο Αυστηρός (ή Μακρής), όταν έφυγε από την Ελλάδα και που χρειάστηκαν «οι ηράκλειοι ώμοι 12 στιβαρών νεαρών Νορβηγών» για να τον σηκώσουν [[19], τόμ. 4, σσ. 273-274], τι εμποδίζει να υπήρχε και κάποιο αντικείμενο, πάνω στο οποίο να εικονιζόταν ο αετός που είχε τόσο εντυπωσιάσει τον Συνεχιστή του Θεοφάνη; Διακοσμητικά μοτίβα δεν δανείστηκαν ανέκαθεν οι καλλιτέχνες και από ξένες χώρες; στις τοιχογραφίες της Σαντορίνης δεν βλέπουμε εκείνες τις θαυμάσιες αφρικανικές αντιλόπες, με τόση πειστικότητα ζωγραφισμένες, αν και φαίνεται πως στο νησί δεν υπήρξαν ποτέ;
        Δεν είναι άλλωστε και η μοναδική περίπτωση διατήρησης παλιών Βυζαντινών αναμνήσεων στις χώρες του Βορρά.

Στη μάχη της Βερόης (Stara Zagora, 1122) έλαβαν μέρος και «πελεκυφόροι» Βαράγγοι και η απήχηση αυτού του γεγονότος έφτασε μέχρι των Νορβηγικών θρύλων [[20], βλ. [21]]. Αλλά και στη Σουηδία δεν ανακαλύφθηκαν μέχρι σήμερα 52.000 αραβικά νομίσματα, και πλήθος άλλο σκευών και αντικειμένων καθημερινής χρήσεως, που μαρτυρούν τις πυκνές εμπορικές σχέσεις των Σκανδιναβών με τον αραβικό κόσμο;
        Οι απόψεις αυτές ενισχύονται και από τα όσα γράφει και ο Ι. Καραγιαννόπουλος [[22], σ. 217]: «Βυζαντινοί μετανάστες φεύγοντας τις αραβικές επιδρομές και αργότερα τους εικονομαχικούς διωγμούς, ήρθαν και ενίσχυσαν το βυζαντινό στοιχείο που βρισκόταν στη Σικελία, Κεντρική Ιταλία, Ρώμη». Το δεύτερο μισό του 7ου αι., ο επίσκοπος Ταρσού Θεόδωρος ήρθε στην Αγγλία. Λίγο αργότερα ως αρχιεπίσκοπος του Canterbury, ίδρυσε επισκοπικές σχολές και φρόντισε για την εκμάθηση και διάδοση της ελληνικής [γλώσσας] κλπ. «Βυζαντινοί μετανάστες δίδαξαν και σ’ άλλες αγγλικές επισκοπικές σχολές την ελληνική, και όλη αυτή η δραστηριότητα επέτρεψε τη διάδοση της ελληνικής και κατέστησε δυνατή τη μετάφραση του Ψευδο-Διονυσίου Αρεοπαγίτου από τον Johannes Scottus Erigena τον 9ο αι. … 
        Εκτός όμως από αυτό, αρκετοί Δυτικοί έρχονταν στην Κωνσταντινούπολη και πολλοί από αυτούς εσπούδαζαν. … Ακόμη βορειότερα, η αγγλοσαξωνική τέχνη προδίδει έκδηλα τη Βυζαντινή επίδραση που μέσω Ιταλίας ήρθε στη χώρα αυτή. … Το αυτό παρατηρούμε στην τεχνική των αγγλικών μικρογραφιών, ιδίως του 12ου αι. Η βυζαντινή επίδραση εδώ έφτασε μέσω των Νορμανδών της Σικελίας, με τους οποίους η Βόρειος Γαλλία (Νορμανδία) και η Νορμανδική Αγγλία διατηρούσαν δεσμούς … Γενικά η βυζαντινή επίδραση διευκολυνόταν από την πολιτική εξάρτηση ξένων χωρών από το Βυζάντιο, από την παρουσία Ελλήνων μοναχών και εμπόρων σε αυτές, και από τα κέντρα εκείνα που οι στενές εμπορικές και οικονομικές σχέσεις τους με το Βυζάντιο τα κατέστησαν μέσα διαδόσεως των Βυζαντινών πολιτικών αξιών».
        Όμως, μια τέτοια υπόθεση, ότι δηλαδή βυζαντινά καλλιτεχνικά πρότυπα έφτασαν μέχρι τη μακρινή εκείνη χώρα του βορρά, για να πάρει τη μορφή ιστορικού ντοκουμέντου, θα πρέπει να στηριχτεί σε περισσότερα στοιχεία. Θα πρέπει ίσως να ερευνηθεί συστηματικά η λαϊκή διακοσμητική τέχνη εκείνης της περιόδου, και σε εκείνες τις χώρες - Δανία και Νορβηγία, για τη Σουηδία είναι βέβαιο ότι είναι άγνωστα - για να διαπιστωθεί, αν διαπιστωθεί, ότι το θέμα του αργυρού «υψαυχενούντος και ουκ ορθόν βλέποντος αλλά κατά πλάγιον αετού», που πνίγει κάποιο φίδι ή δράκο, δεν ήταν άγνωστο στους τεχνίτες των χωρών αυτών.
        Σε μία τέτοια περίπτωση θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε κάπως περισσότερο στην αρχική μας υπόθεση ότι ο βυζαντινός πολιτισμός δεν είχε αφήσει ανέγγιχτη την τότε μακρυνή αυτή περιοχή του κόσμου. Μοιραίως, λοιπόν, θα πρέπει να περιορισθούμε στα όρια των εικασιών, περιμένοντας τυχερότερους ερευνητές και ισχυρότερα στοιχεία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  1. [1] Θεοφάνους οι Συνεχίζοντες, βιβλ. VI, De Constantino Porphyrogenneto, έκδ. Βόννης (1838).
  2. [2] Δένδιας Μιχ. Α., Οι Βάραγγοι και το Βυζάντιο. ΔΙΕΕ 9 (1926), σσ. 145-221.
  3. [3] Προκοπίου Καισαριέως, Bellum Gothicum, έκδ. Βόννης.
  4. [4] Geyer Erik-Gustav, Histoire de la Suéde (μεταφρ. J.F. de Lundblad), Éd. Parent-Desbarres, Paris (1839).
  5. [5] Du Cange (Charles du Fresne, sieur du Cange), Glossarium ad scriptores mediae et infimae Grecitatis, Leyden (1688), λήμμα «Βάραγγοι».
  6. [6] Reiske Johann Jacob. Υπομνηματιστής στα βιβλία για τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο.
  7. [7] Cecaumeni, Strategicon Et Incerti Scriptoris de Officiis Regiis Libellus, ed. B. Wassilievsky – V. Jernstedt, St. Petersbourg (1896).
  8. [8] Gédéonov S., Varjagi I Ruši, St. Petersbourg (1876). Βλ. παραπ. 9, σσ. 933-934.
  9. [9] A. Rambaud, Histoire de la Russie depuis les origines jusqu’à nos jours, 6η έκδ, Hachette, Paris (1914).
  10. [10] Ilovaïski, Recherches sur les Origines de la Russie, Moscou (1876). Βλ. παραπ. 9.
  11. [11] Schlumberger, Gustave Léon. Un empereur byzantin au dixième siècle, Nicéphore Phocas. Firmin-Didot, Paris (1890).
  12. [12] Gibbon E., Histoire de la décadence et de la chute de l'Empire romain (μετάφρ. François Guizot), Paris (1836).
  13. [13] Κίνναμου Ιωάννη, Ιστοριών Βιβλία, τόμ. Ζ, έκδοση Βόννης (1836).
  14. [14] Rambaud A., L’Empire Grec au Dixième Siècle. Constantin Porphyrogénète. Ed. Franck, Paris (1870).
  15. [15] Liutprand de Crémone, Antapodosis, seu rerum per Europam gestarum (1839).
  16. [16] Κομνηνής Άννας, Αλεξιάς, έκδ. Βόννης, τόμ. 1.
  17. [17] Χωνιάτη Νικήτα, Ιστορία, έκδ. Βόννης.
  18. [18] Γεώργιος Κωδινός ο Κουροπαλάτης, Περί τῶν ὀφφικιαλίων τοῦ Παλατίου Κωνσταντινουπόλεως και τῶν ὀφφικίων τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας (De officiis). Έκδ. Βόννης.
  19. [19] Παπαρηγοπούλου Κωνσταντίνου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.
  20. [20] Dawkins, Richard McGillivray. An Echo in the Norse Sagas of the Patzinak War of John II Komninos. Mélanges E. Boisacq. Annuaire de l'lnstitut de Philologie et d'Histoire Orientales et Slaνes, 5 (1937), σσ. 243-9.
  21. [21] Κων. Ι. Άμαντος, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τόμ. 2ος (1977), σ. 288.
  22. [22] Καραγιαννόπουλος Ιωάννης, Το Βυζαντινό Κράτος. Εκδ. Βάνιας (1983).

Τάκης Μαύρος : Μια Κερκυραϊκή διαθήκη

Έχει γίνει παράδοση πια, μια φορά τον χρόνο στις 27 Νοεμβρίου, ένας όμιλος από Κερκυραίους πολίτες να επισκέπτεται το Ναύπλιο και να κάνει ένα μνημόσυνο στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, όπου είχε γίνει η άγρια δολοφονία του μεγάλου Κερκυραίου, του Ιωάννη Καποδίστρια.
        Συγκινητική η ευλαβική επίσκεψη, γεννά σε μας, εκτός από τη βαθιά συμπάθεια, και την επιθυμία να ανταποδώσουμε στο μέτρο των δυνατοτήτων μας την ευγενική αυτή εκδήλωση.
        Με την ευκαιρία λοιπόν αυτή τους αφιερώνουμε το ακόλουθο έγγραφο, που αντιγράψαμε από το ιστορικό αρχείο της Κέρκυρας, κατά μια προ ετών επίσκεψή μας [1]. Πρόκειται για τη διαθήκη ενός καλόγηρου, χρονολογούμενη από το 1652. Tο κείμενο δημοσιεύεται με τη στίξη και την ορθογραφία του για να μη χάσει τίποτε από την επτανησιακή ιδιοτυπία και χάρη του.

«Εν το ονόματι του Χριστού ημών 1652: ημέρα 15 του Αυγούστου μηνός έσοθεν του οσπιτίου του τιμίου σιόρ Ζαχαρία ροδόσταμου εν τη περιοχή μονής της Υπαπαντής του Χριστού εις το Ιουδαϊκόν όρος ενό ηβρίσκετο ασθενής και κιτόμενος εν τη κλίνη αυτού ο παρόν οσιώτατος Ιερομόναχος κύριος Νεώφιτος Ροδόσταμος, αλά χάριτη Κυρίω τω Θεώ σόων γιάν έχη τον νου αυτού σην τας έτερας εσθίσεις και φωβιθής το τέλος του θανάτου μίπος έλθη επαυτόν και έβριτον αδιόρθωτον, κράξας εμέ τον υπογεγραμένον νοτάριον ήνα γράψω την παρούσα εσχάτη αυτού διαθίκι ενόπιον των κεκραγμένον μαρτίρον του ευλαβεστάτου παπά κυρ Αποστόλη Αντιώχου και του Τιμίου σιόρ Μπένου Ροδίτη ήτινες υπογράφουν, ήρξατο λέγων ούτος. Εγώ ο άνοθεν ιερομόναχος Νεώφιτος Ροδόσταμος εν πρότης κόπτο και ηλιώνο πάσης λογίς διαθίκι και Κοντίκιλο οπού να ήχα κάμη προλαβόν τόσο με το χέρι μου όσον και εις πάσα νοδάρον πράξες να μένουν όλα κομένα και ηλιωμένα ος ουδέν και τούτο έστοντας οπού εις αυτές είχα αφήσει τρία λάσα (: δωρεές), διότις τότες μου ηβρίσκονταν να έχο τινα σολδία, αμή έστοντας οπού τόρα ηβρίσκομε σκάρσος (: σε οικονομική δυσκολία) δια τους πολλούς εξόδους oπο;y έκαμα εις το μοναστήριον του Aγίου Iωάννου του Moραΐτη, δεν ηβρίσκομε αι εις σε κομοδιτά μήτε εις σε στάτο να αφίσο λάσα διότης δεν έχω. Και δια τούτο θέλο να μένουν κομένα και ηλιωμένα όλες η διαθίκες και κοντίκιλα οπού να ήχα κάμη προλαβόν, και με την μπαρούσα μου διαθήκη θέλω και ορίζω και αφίνο δια κληρονόμους εις ότη και αν έχω και αν μου ηβρίσκετε και με ακαρτερή παντίω τρόπω, τον αδελφό μου τον σιόρ Ζαχαρία Ροδόσταμο οπίος κιόλας αν μου ηβρεθή εις τον θάνατό μου ότη μου εβρεθή ας το πάρη και ας το δεχτή οσαν να ήτον πολή. Θέλω να με θάψουν εις το άνοθε μοναστίρη μου του Αγίου Ιωάννου εκί οπού εδούλεψα και οπού εκουναρίσθηκα (: μεγάλωσα), εις το μνήμα μου οπού έκαμα από πίσω από το άγιον βίμα, εις τις λεμονιές. Και ούτος θέλω και ωρίζω γενέστει. η γαρ παρούσα μου εσχάτη διαθήκη θέλω να έχει το ε άνωθεν μοναστήρι μου του αγίου ιωάννου εκεί όπου εδούλεψα και όπου έχουν αρίστηκα παρέδεση μεγάλωσα παρένθεση, της το μνήμα μου όπου έκαμα από πίσω από το άγιον βήμα, εις της λεμονιές. και ούτως θέλω και ορίζω γενέσθαι. Η γαρ παρούσα μου εσχάτη διαθήκη θέλο να έχη το στέρεο βέβεω εις τον έννα τον άπαντα κατά πανίδος (παν είδος;) διαθήκη και διορθώσεις.
Αποστόλης ιερεύς Αντίωχος μάρτιρας και υπόγραψα.
Μπένος Ροδίτης μάρτιρας και υπόγραψα.
Ευγάλθη από τας πράξης του ποτέ Γεωργίου Ασιμοπούλου Νοταρίου στις 11 Μαγίου 1756 Ε.Π.»

                                        Zuanne Vernizioti Cigalla Custode



ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Το έγγραφο βρίσκεται στην: Filza 27 Carta scrita no. 6 no. 55 volume 55 Argomenti diverse della Cittá di Corfú, dal 1755 al 1756.

Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...