Thursday, August 28, 1986

Νεοκλής Σαρρής : Τουρκικές ενδυμασίες [κιουλάχι, πιρπιρί]

[Από επιστολή του αειμνήστου Καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου Νεοκλή Σαρρή στον Τάκη Μαύρο]


Επειδή η δουλειά σου η σχετική με το λεξιλόγιο κέντρισε το ενδιαφέρον μου, έκρινα σκόπιμη την ανάλυση της πρώτης λέξης που κοσμούσε τον κατάλογο που μου ’χες στείλει: «Ακκιουλαχήδες». Σου είπα - και η απόδοση είναι σωστή - ότι σημαίνει «με άσπρο κιουλάχι». Τούτο όμως δεν λέει τίποτε, τουλάχιστον ως προς την απόδοση της κυριολεξίας.
        Έψαξα λοιπόν στις πηγές μου και ηύρα τα ακόλουθα ενδιαφέροντα, νομίζω, αναφερόμενα στις ενδυμασίες. Το κιουλάχι (külah) - φανερώνεται στα ελληνικά και ως κιούλαφι - είναι το εξέχον τμήμα του σαρικού, εκεί όπου τυλίγεται το κυρίως σαρίκι - σαρίκι σημαίνει τυλιγμένο, από το surmac, που σημαίνει τυλίγω. Το κιουλάχι είχε ύψος μισό ενταζέ - κάθε ενταζές αντιστοιχεί σε 65 εκατοστά. Μόνο το «Σελιμή», αυτό που είχε καθιερώσει ο Σελίμ Α' ο Σκληρός, είχε μήκος ή ύψος ένα ενταζέ. Το κιουλάχι, έξω από αυτό, είναι γενικός όρος. Για παράδειγμα, οι αξιωματικοί των γενιτσάρων φορούσαν λευκό κιουλάχι, με φούντα και κάτι σαν σκούπα ή φυσερό από πάνω. Στο «μπορκ» (börk) των γενιτσάρων - ανδρών - που ήταν σχήματος σάκου, λεγόταν «ουσκιούφ» (üsküf), δηλαδή σκούφος. Οι καλιγιντζήδες του ναυστάθμου και οι πυροβολητές φορούσαν το «πουσί» (Puşi) ή «πούσι». Οι σιδηρόφραχτοι φορούσαν το «ζερρίν κιουλάχ», δηλαδή ένα κράνος με κωνική την απόληξη. Οι φρουροί του σουλτάνου φορούσαν «τάσια», δηλαδή πλατσουλά, όχι κωνικά.
        Ψάχνοντας βρίσκει κανείς πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Το μπουρνούζι είναι το μπορνόζ (burnuz) και είναι ένδυμα με μανίκια και κουκούλα. Θυμάμαι και ο ίδιος έχω χρησιμοποιήσει μπουρνούζι από τα προικιά της θειάς μου, κατασκευασμένο από ελληνικό υφαντουργείο της Προύσσας, στις αρχές του [20ου] αιώνα - το αντίστοιχο «προσόψιον» έφερε και το ενδεικτικό «ενθύμιον Προύσης». [Το μπουρνούζι] είχε και κουκούλα. Και το μπουρνούζι για μωρό είχε και αυτό κουκούλα. Και χρησιμοποιούνταν το «μπορνόζ» για αδιάβροχο!
        Θα τελειώσω με το «Πιρπιρί» (pırpırı ή pirpiri), που είναι και επώνυμο. Κατά βάση είναι το στενό ένδυμα που φορούσαν τα σινάφια / εσνάφια και επαγγελματίες, αλλά και οι κιουλχάν μπέηδες, δηλαδή οι νταήδες όπως τους λέμε, παλικαράδες. Το πιρπιρί ήταν κόκκινος τζουμπές – ράσο, και το φορούσαν όταν ήταν στρατωνισμένοι οι Σαλαμά τσουχαντάρηδες, δηλαδή οι γενίτσαροι της μυστικής αστυνομίας, της ΚΥΠ [σήμερα, 2025, ΕΥΠ] σαν να λέμε, όταν δεν κυκλοφορούσαν στο κοινό, μεταμφιεσμένοι ή θα λέγαμε με πολιτικά.
        Και βέβαια τα περί ενδυμασιών και εξαρτημάτων δεν τελειώνουν εδώ. Θα μπορούσε να γίνει μια ενδιαφέρουσα διατριβή. Συμπληρώνω για τους σκούφους πως ο σκούφος των λεβέντηδων, δηλαδή των ναυτικών, κατά βάση ήταν η μπαράτα - περέτα, που είναι παρμένο ακριβώς από τους Ιταλούς.



[Ημερομηνία επιστολής 28/8/1986].

Thursday, August 14, 1986

Γιάννης Πιτσάκης : Ο μοναδικός Θ. Κωστούρος

Το διηγιόταν ο Θοδωρής ο Κωστούρος σε μια από τις ατέλειωτες κρασοκουβέντες, που γίνονταν στο μαγαζί του Χουντάλα, στην παραλία του Ναυπλίου.

«Είχαμε πάει σε ένα τσίρκο, στην Τρίπολη, με τον Σούλη τον Αναγνωστόπουλο (παλιός Ναυπλιώτης). Μεγάλο πειραχτήρι ο Σούλης, εντόπισε αμέσως ότι μπροστά καθόταν ένας ζοχάδας τύπος, που ξεφυσούσε και συνέχεια πηγαινοερχόταν στις κερκίδες. 
Κάνουν οι καλλιτέχνες του τσίρκου ένα κόλπο, θύελλα χειροκροτημάτων από πάνω – μόλις έπεφτε σιωπή:
- Πφφφ… το κάνω και εγώ !... ο Σούλης.
Την πρώτη φορά ο ζοχάδας έστησε αυτί.
Άλλο κόλπο, «Πφφφ … το κάνω κι εγώ» ο Σούλης.
Τη δεύτερη φορά, ο τύπος ξεφύσησε. Την τρίτη μουρμούρησε άγρια μέσα από τα δόντια του.
Την τέταρτη φορά, ακούστηκαν κάτι «χριστοπαναγίες». Οπότε, την πέμπτη φορά, που δυο καλλιτέχνες ισορροπούσαν στις μύτες τους (!), ο ένας δηλαδή πάνω και ο άλλος κάτω, και ο Σούλης πέταξε πάλι το «πφφφ… το κάνω κι εγώ», ξεσπάει ο ζοχάδας με βροντερή φωνή, που κάλυψε όλο το τσίρκο:
- Κάν’ το, ρεεε !... κάν’ το ρε μ..α! Κάν’ το γ… την Παναγία σου !...»

Αχ ρε Θόδωρε, τι το’ θελες εκείνο το μοιραίο μπάνιο [*]. Κι ο [Γιάννης] Καρώνης ξέρει ανέκδοτα, κι ο [Τάκης] Μαύρος ιστορίες. Αλλά με τον τρόπο σου, ποιος θα μας τα λέει πια;




Ο Θοδωρής Κωστούρος, με το χαρακτηριστικό τσιγάρο του

* Ο Θοδωρής Κωστούρος απεβίωσε στο Ναύπλιο στις 20/7/1986 από πνιγμό στη θάλασσα, στις λεγόμενες «μπανιέρες» του Ναυπλίου.

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 14/8/1986].

Tάκης Mαύρος : Ταχυδρομικά

Με συγκίνηση παρακολουθώ κάποιον δυστυχισμένο ταχυδρομικό να μου φέρνει καμμιά φορά κάποιο γράμμα. Συνήθως το γραμματόσημο είναι σφραγισμένο από το γραφείο απ’ όπου έφυγε 6-8 ημέρες πιο νωρίς, και με σφίξιμο στην καρδιά συλλογίζομαι το καημένο το παιδί, που χρειάστηκε τόσες μέρες για να μου φέρει ένα γράμμα από την Αθήνα, καμμιά φορά και από το Ναύπλιο.
        Πάντα το ταχυδρομείο, παρά τον τίτλο του, βραδυπορούσε. Έτσι, διαβάζουμε ότι ο πεζός ταχυδρόμος, ο Τάταρης, χρειαζόταν 9 ημέρες για να μεταφέρει ένα γράμμα από την Κωνσταντινούπολη στο Ναύπλιο, και τρεις αν χρησιμοποιούσε καΐκι.
        Μια και μιλήσαμε, όμως, για ταχυδρομίες, νομίζω ότι το ρεκόρ το έσπασε εκείνος ο Τούρκος αξιωματικός, που για να μεταφέρει το τμήμα του από ένα μέρος σε κάποιο άλλο, που βρισκόταν 12 ώρες μακριά, χρειάστηκε 40 (;) ημέρες [*]. Είναι όμως αλήθεια ότι ο καιρός ήταν βροχερός και ο εχθρός βρισκόταν πολύ κοντά στο σημείο προορισμού.

[*] Αθ. Κομνηνού – Υψηλάντου, Τα Μετά την Άλωση, σ. 656.

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 14/8/1986]

Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...