Saturday, October 27, 1979

Τάκης Μαύρος : Θέματα Οργανώσεως

Μετά τους πρώτους ενθουσιασμούς και τις πατριωτικές εξάρσεις, τα μεγάλα έργα και τα μεγαλύτερα λόγια που έγιναν και ακούστηκαν στα πρώτα χρόνια της Ελληνικής Επαναστάσεως, ακολούθησε όπως ξέρουμε όλοι μας η περίοδος του εμφύλιου πολέμου. Μια περίοδος που έδωσε την ευκαιρία να ξεπεταχτούν και να λάμψουν, φωτίζοντας όλη την οικουμένη, οι πανάρχαιες αρετές των Ελλήνων.
        Ας ιδούμε λοιπόν τι γινόταν τότε.
        Βρισκόμαστε στα 1824, και στις 24 Δεκεμβρίου κάποιος Αποστόλης Χατζηπαρασκευάς στέλνει ένα γράμμα από την Τήνο προς τον ηγούμενο της μονής Αγίας Λαύρας του Αγίου Όρους [1], όπου μεταξύ των άλλων του γράφει:

«… εμείς, άγιε γέροντα, εφύγαμε από το Αϊβαλή ξυπόλητοι … (και όλα τα πράγματά μας) έμειναν εις χείρας των Ψαριανών και Υδριωτών. Τα έκαμαν πρέζαν (: τα κατάσχεσαν) χωρίς να μας δώσουν ούτε ψιλόν πράμα … ωμίλησα, επάσχισα, δεν εστάθη τρόπος. Μάλιστα οι άρχοντες (των Ψαρών) μας απεκρίθησαν: ‘αυτά ήθελαν να τα πάρουν οι Τούρκοι. Τα επήραμεν εμείς’… Ευρήκα εδώ τον Επίτροπον του Αγίου Παύλου ονόματι Θεόκλητον, και φεύγοντας από το Άγιον Όρος, τον έπιασαν οι Ψαριανοί εις Σκόπελον και επήραν τους θησαυρούς και τα άσπρα όπου είχεν υπέρ τα 100 πουγγεία [= 50.000 γρόσια = 10.000 πρόβατα - μόνον τόσες ήσαν οι οικονομίες του οσίου εκείνου πατρός] και όλα του τα ρούχα και τον άφησαν γυμνόν και από την πολλήν του πίκραν του εκατέβη ταμπλάς … έμαθε εργόχειρον και κάμει σκούφους και μ’ αυτούς ζη και αυτός και η συνοδεία του … Και ο Άγιος Αρχιμανδρίτης κύρ Βενέδικτος και αυτόν τον έγδυσαν οι Υδραίοι και επήραν και τον τίμιον Σταυρόν τον μέγαν, και ζει και αυτός με το εργόχειρον …» [2].

Αλλά έστι δίκης οφθαλμός. Δεν πέρασε ούτε ένας χρόνος, και παρουσιάζεται η Θεία Τιμωρία, αυτή τη φορά όχι στη θάλασσα αλλά στη Σπάρτη. Διαβάζουμε στο υπ’ αριθμ. 689 έγγραφο της 22.8.1826 [3]:

«Προς τον εκλαμπρότατον και Γενικόν Αρχηγόν του κατά του Αιγυπτίου εχθρού στρατοπέδου Κύριον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην.
        Ο κύριος Ιωάννης Ανδρέου Βώκου Υδραίος [4], απερχόμενος εκ της επαρχίας Μιστρός ελαφυραγωγήθη παρά του εκεί πολιτάρχου και των συντρόφων αυτού δι’ ο και έδωκεν αναφοράν εις το της αστυνομίας Υπουργού, μη δυνάμενον να ενεργήση τι περί του ρηθέντος πολιτάρχου, ως πολεμικού, ανέφερε την υπόθεσιν ταύτην εις τον υπουργείον τούτο.
        Το Υπουργείον τούτο λοιπόν, επειδή ο πολιτάρχης ευρίσκεται ήδη εις το υπό την οδηγίαν σου Γενικόν Στρατόπεδον, σας προσκαλεί δια της παρούσης, εγκλείον και αναφοράν του ρηθέντος Ιωάννου Ανδρέα Βώκου και κατάλογον των όσων πραγμάτων του ηρπάχθησαν, όπως εξετάσαντες εύρητε τον ρηθέντα πολιτάρχην και υποχρεώσητε αυτόν να επιστρέψη εις τον αναφερόμενον τα όσα ήρπασεν.
        Εάν δε προφασιζόμενος αποποιηθή μερικά εξ αυτών θέλετε σφραγίσει με την σφραγίδα σας τα όσα εύρητε και θέλετε εξαποστείλη αυτά εις το Υπουργείον τούτο ομού με τον ρηθέντα πολιτάρχην, όπως εξεταζόμενος παρά του Υπουργείου απολογηθή περί τούτων και περί της κακοπραγίας του.
        Εν Ναυπλίω τη 22 Αυγούστου 1825»
        (ανυπόγραφον)

        Μπορεί να μη θαυμάσει κανείς την αξίωση που διατύπωνε το «Υπουργείον τούτο» στον Κολοκοτρώνη; Μέσα στη λαίλαπα του Ιμπραήμ, η μόνη βοήθεια που μπορούσαν να του προσφέρουν ήταν να του ζητήσουν ν’ ασχοληθεί με το τι απέγιναν οι βαλίτσες του «κυρίου Ιωάννου Ανδρέου Βώκου». Τι σοφή, τι λεπτολόγος οργάνωση; Από τότε ίσως έμπαιναν οι βάσεις για τη μέχρι σήμερα εύρυθμη λειτουργία των Υπουργείων μας.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
  1. Αρχείον, ε θ. β. Φ. 1824.
  2. Γ. Αλεξάνδρου Λαυριώτου (Λαζαρίδου), Έγγραφα Αγίου Όρους της Μεγάλης Ελληνικής Επαναστάσεως 1821-1832, τ. Α’, Αθήναι 1966, σσ. 170-172.
  3. Ι. Θεοφανίδου, Ιστορικόν Αρχείον, τ. Γ’, σσ. 135-136.
  4. Ήταν κι αυτός γιος του Ανδρέα Δ. Βώκου (Μιαούλη), από τους πλοιάρχους που διέτρεχαν τότε το Αιγαίον πέλαγος.

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 27/10/1979].

Thursday, October 25, 1979

Τάκης Μαύρος : Πότε χτίστηκε το «Βουλευτικό» στο Ναύπλιο

Όσοι ασχολήθηκαν με την ιστορία του Ναυπλίου, την ανέγερση του [μεγάλου] τζαμιού [Βουλευτικό] της κεντρικής πλατείας του Συντάγματος, επειδή δεν υπάρχουν περισσότερα στοιχεία, την προσδιορίζουν στα αμέσως προηγούμενα χρόνια της Ελληνικής Επαναστάσεως.
        Με όσα γράφονται εν συνεχεία δεν φωτίζεται περισσότερο το συζητούμενο θέμα. Απλώς, μόνο, περιορίζονται κάπως τα όρια μέσα στα οποία πρέπει ν’ αναζητηθεί η χρονολογία, που άρχισε να ανοικοδομείται το τουρκικό αυτό τέμενος.
        Από ένα έγγραφο του Ραγκή ή Ραγκίπ πασσά, μουχαφούζη (: muhafiz, φρούραρχου;) Ναυπλίου, προς τους προεστούς της Ύδρας και με χρονολογία Μάρτιος 1816, πληροφορούμεθα ότι τότε δεν είχε αρχίσει ακόμη το κτίσιμο του τζαμιού. Επομένως, σαν αρχαιότερη χρονολογία ανεγέρσεως θα πρέπει ίσως να δεχθούμε το φθινόπωρο ή χειμώνα του 1816.
        Παρατίθεται εν συνεχεία το έγγραφο του Ραγκή πασσά, με την ελπίδα ότι κάποιος άλλος, τυχερότερος του γράφοντος, θα μπορέσει να προσφέρει περισσότερες στοιχεία για μια ακριβέστερη χρονολόγηση του μνημείου.

«Τοις προεστώσιν της Ύδρας
        Ευγενέστατοι περιπόθητοι φίλοι μου ακριβοί προεστώτες καπετάν Νικόλαε και επίλοιποι, φιλικώς και ακριβώς σας χαιρετώ, ερωτώ το επιθυμητό μου χατήρι σας.
        Μετά τον ακριβόν μου φιλικόν χαιρετισμόν, ερωτώ δια την ευτυχή υγείαν σας οπού μού είναι επιθυμητή, αν ερωτάτε και δια μέρος μας, με την χάριν του Θεού υγιαίνομεν, όθεν σας φανερώνω, φίλοι μου, ότι πολλές φορές σας ενόχλησα με γράμματά μου, και πολλές δούλεψες και καλοσύνες είδα από το χέρι σας, και έμεινα … υποχρεωμένος, όθεν και τώρα με θάρρος σας γράφω, ότι με το να ηκολούθησεν και έχω νιγέτι (: πρόθεση), ισαλά (: πρώτα ο Θεός) να φτιάσω ένα τζαμί εδώ εις την πατρίδα μου εις το Ανάπλι και έστειλα μαξούς (: επίτηδες) και ήφερα τους παρόν μαστόρους από την πόλιν, λοιπόν με το να μην είχε ινταρέ (: πρόβλεψη) από κερεστέ (: ξυλεία), πάλι τους στέλνω μαξούς εις βασιλεύουσαν, δια να φέρουν ότι κερεστές χρειάζεται του τζαμίου, και με να μην έφτασε καΐκι οκαζιόν να μισεύουν από εδώθεν, τους στέλνω αυτού, οπού μπορεί να τύχη καράβι να μισεύση ή καμμίαν σακολέβαν δια βασιλεύουσαν, δια τούτο κάνω ριτζά (: ζητώ, παρακαλώ) προς τους ακριβούς φίλους μου, οπού δια χατήρι μου, αμέσως οπού τύχη κανένα καΐκι ή καράβι να προστάξετε με το μέσον σας να πάρουν και αυτούς τους μαστόρους, δια να πάνε σιγούρως εις την Πόλιν, και είμαι βέβαιος εις την στενή φιλίαν οπού έχομεν, καθώς και άλλες φορές μου εκάματε την χάριν, και τώρα να επιτύχω της αιτήσεως, μάλιστα οπού είναι εδική μου χρεία, και μεγάλως με υποχρεώνετε και ελπίζω ως φίλοι μου, ως σας γράφω, να ακολουθήσετε, και τα κουσούρια (τις ζημιές, τα έξοδα) αφι (: άφεριμ, καλά: δηλαδή ό,τι έξοδα γίνουν, βάλτε τα στον λογαριασμό μου), γράφοντάς μας την καλήν σας υγείαν.
        Ταύτα και μένω.
        1816 Μαρτίου Ανάπλι.

Τον ενδοξοσοφολογιώτατον αδελφόν μου Ισούφ Χόντζα τον ακριβοχαιρετώ, ερωτώ το χατήρι σερίφι του (: την πολύτιμη υγεία του).

        Ηγαπημένος σας
        Ραγκή πασσάς μουχαφούζης Αναπλίου» [1]

        Ο Ραγκή πασσάς, σημαντική φυσιογνωμία του Τουρκοκρατούμενου Ναυπλίου, είναι γνωστός και από το ανέκδοτο Αρχείο του οπλαρχηγού της Επαναστάσεως Αναστασίου Νέζου, όπου αναφέρεται σαν Ραγκίπ πασσάς, ιδιοκτήτης εκτεταμένων χωραφιών στην μεταξύ Κουτσοποδίου και Πασσά περιοχή.
        Και μία λεπτομέρεια, που είχε την καλοσύνη να μου δώσει ο εκ των απογόνων του οπλαρχηγού, ποιητής και καλλιτέχνης Γεώργιος Νέζος. Μια στενή φιλία συνέδεε, κατά την οικογενειακή παράδοση, τον Ραγκίπ πασσά και τον Τάσο Νέζο, πριν εκραγεί η Επανάσταση.

ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ

Βλ. επίσης το σχετικό (μεταγενέστερο και πληρέστερο) άρθρο, «Βουλευτικό – Πότε χτίστηκε το μεγάλο Τζαμί «Βουλευτικό» στο Ναύπλιο», που δημοσίευσε ο Χ.Ι. Πιτερός [2].

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
  1. Αρχείον της Κοινότητας Ύδρας 1778-1832, τ. 5 (1813-1817), εν Πειραιεί 1924, σ. 256.
  2. https://argolikivivliothiki.gr/2012/01/06/vivliothiki-3/ (ανάγωνση 30/6/2025)

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 25/10/1979].

Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...