Friday, September 28, 1979

Τάκης Μαύρος : Ο θρύλος του «κρυφού σχολειού»

Οι περισσότεροι από όσους έχουν ασχοληθεί με το «κρυφό σχολειό», και δεν είναι λίγοι, δίνουν μια ρομαντική περιγραφή σ' αυτή την παράδοση. Μια παράδοση με την πιο ευρεία διάδοση στον ελληνικό χώρο και κυρίως στην ύπαιθρο.
        Είναι αλήθεια πως οι αναμνήσεις από σχετικές ιστορίες, που ακούγαμε όταν είμαστε παιδιά, το γνωστό σ' όλους τραγουδάκι για το φεγγαράκι που θα φώτιζε τα πρώτα βήματα για το σχολειό, που ίσως δεν υπάρχει μικρός που δεν το έχει τραγουδήσει, ζωγραφικοί πίνακες όπου εικονίζεται ένας καλοκάγαθος καλόγερος τριγυρισμένος από παιδιά, όλα αυτά έχουν τονίσει, έχουν καθιερώσει θα μπορούσε να πει κανείς, στη συνείδηση του σύγχρονου Έλληνα, μια ωραιοποιημένη παράδοση γύρω από το θρύλο αυτό του «κρυφού σχολειού».
        Μερικοί αμφισβήτησαν αν υπήρξε κι αν λειτούργησε ποτέ. Άλλοι υποστηρίζουν ότι το ν' αρνηθεί κανείς την ιστορική ύπαρξή του και τον σπουδαίο ρόλο που έπαιξε στη διάσωση του εθνικού χαρακτήρα και την έστω και υποτυπώδη διαπαιδαγώγηση του ελληνικού λαού είναι σαν να θέλει ν' αγνοήσει μιαν ιστορική πραγματικότητα.
        Με όσα εκτίθενται πάρα κάτω γίνεται μια προσπάθεια να καταδειχτεί η ιστορική αυτή πραγματικότητα, ν' αναζητηθούν οι ρίζες αυτής της παράδοσης, και αν είναι δυνατόν να φωτιστεί ο «θρύλος τού κρυφού σχολειού», από ιστορικής πια και όχι συναισθηματικο-ρομαντικής σκοπιάς.

Ανατρέχοντας στους αρχαίους χρόνους βλέπουμε ότι όπου τα οικονομικά το επέτρεπαν, σχολειά λειτουργούσαν, φανερά και επίσημα. Μετά τούς Έλληνες όμως και τους Ρωμαίους, για τους οποίους θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι ή ανθρωπότητα θα χρωστάει πάντα ευγνωμοσύνη, γιατί από προνόμιο του ιερατείου που ήσαν τα γράμματα τα κατέστησαν προσιτά σ' όποιον ήθελε και μπορούσε να πληρώσει, βλέπουμε στο Βυζάντιο να γίνονται βήματα προς τα πίσω και η παιδεία να περιέρχεται πάλι στα χέρια τού κλήρου.
        Επί Ιουστινιανού κλείνεται και η τελευταία σχολή ελεύθερων ελληνικών γραμμάτων, που λειτουργούσε ακόμη στην Αθήνα και οι πατέρες της Εκκλησίας με τούς κληρικούς αναλαμβάνουν σχεδόν αποκλειστικά την πνευματική διαπαιδαγώγηση τού Βυζαντινού λαού. Μερικά όμως φωτισμένα μυαλά κατόρθωσαν, παράλληλα με τα κείμενα των πατέρων, να μελετούν και τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και να αποκτούν την «θύραθεν» ή «έξωθεν» παιδεία, όπως αποκαλούσαν τότε τα ελληνικά γράμματα. «Ο Μιχαήλ Ψελλός, υπέρ της χριστιανικής παιδείας ων, εξ ίσου θεραπευτέαν έκρινε και την κλασσικήν εκπαίδευσιν» [1]. Και έτσι βλέπουμε λαϊκούς, αλλά κυρίως εκκλησιαστικούς συγγραφείς να χειρίζονται με εκπληκτική ευχέρεια τον ελληνικό γραπτό λόγο.
        Αυτά όμως συνέβαιναν στα μεγάλα κέντρα, όπου λειτουργούσαν σχολές. Βιβλιοθήκες είχαν σχηματιστεί στα μεγάλα μοναστήρια και βέβαια όσοι μοναχοί είχαν έφεση στα γράμματα είχαν και το χρόνο και τη δυνατότητα να τις χρησιμοποιήσουν. Αλλά με τον πολύ λαό τί γινόταν; Ο κόσμος της αγοράς, ο κόσμος της υπαίθρου, μάθαινε γράμματα;
        Φαίνεται πως ένας πολύ περιορισμένος αριθμός από αυτούς μάθαινε μια βασική τουλάχιστον ανάγνωση και γραφή και ίσως και στοιχεία αριθμητικής. Ας μη ξεχνούμε πως την εποχή εκείνη τα γράμματα δεν ήταν απαραίτητα, καλύτερα θα έλεγα δεν ήταν προσιτά και ότι δυο τουλάχιστον αυτοκράτορες στον θρόνο τής Κωνσταντινουπόλεως ήσαν αγράμματοι: ο Ιουστίνος Β' (565- 578) και ο Μιχαήλ ο Τραυλός (820-829). Ο πολύς όμως κόσμος έμενε μακρυά από αυτή την ανίερη απασχόληση, που οδηγούσε κατ' ευθείαν στον Αντίχριστο, αν δεν γινόταν από κληρικούς.
        Φυσικά όλα αυτά δεν αφορούσαν τις γυναίκες. Γι' αυτές τα γράμματα δεν χρειάζονταν. «Τας θυγατέρας σου ως καταδίκους έχε εγκεκλεισμένας και απροόπτους, ίνα μη υπό ασπίδος δηχθή», συνιστά ο στρατηγός Κεκαυμένος [2]. Υπήρχαν όμως και μερικές εξαιρέσεις. Ο Μιχαήλ Ψελλός γράφει για την κόρη του: «Εκτός μεν αυτή της αυξήσεως χρόνος ηρίθμητο», όταν την έστειλε στο σχολείο και ήταν τόσο καλή μαθήτρια ώστε «αι συμμαθητριών φέρειν τα πρώτα και υπερκείμενα» [3]. Από την περικοπή αυτή φαίνεται πως και σχολειά θηλέων λειτουργούσαν ακόμη στην Κωνσταντινούπολη, ασφαλώς σε πολύ μικρό αριθμό και μόνο για τα κορίτσια τής υψηλής κοινωνίας της εποχής. Το διδακτικό προσωπικό των σχολείων αυτών ήταν με επιμέλεια διαλεγμένο και "το επάγγελμα του διδασκάλου εντός των πόλεων ήτο απηγορευμένον εις τους μοναχούς» [4].
        Μπορούμε ακόμη να υποθέσουμε ότι τα ιδιωτικά εκείνα σχολεία δεν λειτουργούσαν δωρεάν και τα παιδιά των κατωτέρων κοινωνικών τάξεων δεν μπορούσαν να τα παρακολουθήσουν. Έτσι, αυτά τα τελευταία, καθώς και τα παιδιά της υπαίθρου, ήσαν υποχρεωμένα για κείνα τα λίγα γράμματα που ήθελαν να μάθουν να καταφύγουν στον παπά, αν ήξερε κι εκείνος, ή στον καλόγερο. Γι' αυτό και η τόσο βαθειά ριζωμένη παράδοση και ακόμη με μυστικισμό περικαλυμμένη πληροφορία, που ακούγεται σε πολλά μοναστήρια ότι «εδώ ήταν και κρυφό σχολειό».
        Η λύση του δάσκαλου — καλόγερου σύντομα δημιούργησε προβλήματα. Ας ιδούμε τί γράφουν εκείνοι που ασχολήθηκαν με το θέμα αυτό.
        «Αν τα μοναστήρια έπρεπε να δέχονται μικρούς παίδας προς διδασκαλίαν, ήτο ζήτημα όπερ κατά διαφόρους αιώνας απησχόλησε τους Βυζαντινούς, ών άλλοι ήσαν υπέρ και άλλοι κατά. Ούτως ο Μέγας Βασίλειος ήθελε το σχολείον να κείται εν ερημικοίς χώροις, χάριν της ησυχίας, και δη τοιούτον να είναι η μονή, περί μοναστηριακών δε σχολείων ομιλεί εις τους κανόνας του και ο Παχώμιος, και ο Χρυσόστομος δε προετίμα εν τη μονή επί μακρόν να μένωσι και να διδάσκωνται οι παίδες» [5]. Και συνεχίζει στη σελίδα 46: «Περί της υπάρξεως σχολείων εν μοναίς ομιλούσι και αγιολογικά κείμενα και τυπικά μονών, ως το του Γρηγορίου Πακουριανού (11ος αι.), εν ω πάλιν άλλα τυπικά απαγορεύουσι αυστηρώς τη φοίτησιν μικρών παιδίων εις μοναστήρια. Το τυπικόν λ.χ. της Κοσμοσωτείρας, παρά τον Αίνον, ορίζει να μη εισέρχωνται πρός διδασκαλίαν εις τήν μονήν παίδες κάτω των 24 ετών, διάταξις την οποίαν ακολουθούσι και άλλα τυπικά. Η απαγόρευσις εννοείται αυτή είναι αρκούντως παλαιά, ταύτην δε βραδύτερον επανέλαβεν ο πατριάρχης Νικηφόρος κατά τους κανόνας του οποίου, επετρέπετο να εγκαταλείπη μοναχός την μονήν, «αν παιδία κοσμικά εν τω κοινοβίω μανθάνωσιν». Υπήρχον τούτου ένεκα και οι συμβιβάζοντες τα πράγματα και μη δεχόμενοι παίδας εντός του περιβόλου της Μονής, αλλ' εν παρακειμένοις οικήμασι».
        Το Πατριαρχείο, υποχρεωμένο να διαλέξει ανάμεσα στις αντίθετες αυτές θέσεις, προτίμησε την απαγόρευση.
        Εδάφιο του Γεωργ. Παχυμέρη (13ος αι.) διαφωτίζει αρκετά αυτό το σημείο, το ότι δηλαδή η απαγόρευση της διδασκαλίας από μοναχούς προήρχετο από το Πατριαρχείο. Γράφει σχετικά ο βυζαντινός συγγραφεύς, που κι εκείνος ήταν κληρικός «ή μοναχός… ο μεν ουν Υάκινθος, μοναχός ην εκ Δύσεως, και γε Νικαίαθι γεγονώς, εν τινι του Αρχιστρατήγου ναώ, εγγύς του εκείσε πατριαρχείου προσκαθήσας ξένος τε και αγνώς τα πλείστα, παίδες τε επισυνάγει, και τούτους ενάγων τα εις προπαιδείαν, επορίζετο τας τροφάς. αλλά τω πατριάρχη προσαγγέλεται ως δήθεν ατακτών μοναχός παίδας διδάσκων...» [6].
        Φαίνεται όμως πως παρ' όλες τις απαγορεύσεις του Πατριάρχου, μακρυά από την πρωτεύουσα και τα μεγάλα αστικά κέντρα της εποχής δεν έπαψαν να λειτουργούν σχολειά «κρυφά» και για άλλους λόγους, αλλά κυρίως γιατί με τη διδασκαλία αυτή όσοι από τους μοναχούς ήξεραν λίγα γράμματα «επορίζοντο τας τροφάς». Γι' αυτόν ίσως το λόγο την παράδοση του «κρυφού σχολειού» θα την συναντήσουμε συνήθως σε μικρά και απόμερα μοναστήρια, σπάνια δε, αν όχι ουδέποτε, σε μεγάλα και κεντρικά.
        Από τούς αρχαιότερους και σημαντικότερούς γνωστούς παραβάτες των πατριαρχικών αυτών απαγορεύσεων φαίνεται πως ήταν και η μονή Φιλοσόφου της Γορτυνίας, για την οποία θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι από τότε πού ιδρύθηκε, περί το 964 μ.Χ., δεν έπαψε ποτέ να λειτουργεί σαν σχολείο [7]. Αλλά και σέ πολλά άλλα μοναστήρια διασώθηκε η παράδοση ότι λειτούργησαν «κρυφά σχολειά» και μάλιστα αποδίδουν την κρυφή αυτή λειτουργία στο φόβο των Τούρκων.
        Το ότι συστηματικά γινόταν παράβαση των πατριαρχικών εντολών, παρά τις απειλές και τις ποινές, το διαπιστώνουμε και από μιαν επιστολή, που ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Σωφρόνιος έστειλε το 1580 στο μοναστήρι του Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο. Κάνει συστάσεις για την εύρρυθμη λειτουργία της μονής και απαγορεύει να γίνονται δεκτά παιδιά στη μονή για διδασκαλία [8]. Αυτή ακριβώς η ανανέωση της απαγόρευσης μας κάνει να πιστεύουμε πως το «κρυφό σχολειό» εξακολουθούσε να λειτουργεί και πως δεν ήταν ένα «ιστορικό ψέμα», όπως το αποκάλεσαν μερικοί.

Εκεíνο που δεν φαίνεται ν’ ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα είναι η παράδοση ότι το σχολειό λειτουργούσε κρυφά για να μην υποπέσει στην αντίληψη των Τούρκων. Οι Τούρκοι δεν ενδιαφέρθηκαν για τίποτ’ άλλο πέρα από το πώς θα εισπράξουν περισσότερους φόρους [9]. Και συνεχίζει στην επόμενη σελίδα: «à fonder des écoles jamais le Turc ne protesta».
        Οι Τούρκοι δεν αναμίχτηκαν καθόλου στις υποθέσεις τής κοινότητας, η οποία μπορούσε ελεύθερα να χρησιμοποιήσει τις προσόδους της για την ανέγερση σχολείων και ιδρυμάτων αγαθοεργίας, να προστατέψει το εμπόριό της και να αναπτύξει το ναυτικό της, προνόμιο που ούτε οι Βυζαντινοί ούτε οι Ενετοί επέτρεψαν ποτέ στις κοινότητες... Στην ανέγερση σχολείων οι Τούρκοι δεν αντέδρασαν ποτέ. Το ότι αδιαφορούσαν για τα σχολεία το βλέπουμε και από το ότι αμέσως σχεδόν μετά την Άλωση επέτρεψαν τη λειτουργία της Μεγάλης του Γένους Σχολής, μέσα στην ίδια την πρωτεύουσά τους την Κωνσταντινούπολη. Και όχι μόνο στην πρωτεύουσα, αλλά και στη Χίο επετράπη σε ομάδα εμπόρων να ιδρύσουν σχολή στο νησί τους και «...εν τη πόλει των Ιωαννίνων... κατά τα αρχάς της ΙΣΤ’ εκατονταετηρίδος φαίνεται διδάσκαλος εγκαταστημένος εντός του Φρουρίου, ο ιερομόναχος Μανασσής Πλέσσας» [10].
        Ειδικά στην Ήπειρο, η φροντίδα για τα γράμματα δεν διακόπηκε. «Μετά δε την κατά τον 15ον και 16ον αι. επελθούσαν καταστροφήν, ου μόνον πάντα ταύτα τα πνευματικά φυτώρια απροσκόπτως διετηρήθησαν, έστω και ως προπαιδευτήρια των κληρικών, αλλά και τα πλείω εκ των της πρώτης κατηγορίας (μοναί Απολλωνίας, Αρδευούσης, Καμμένης, Παντανάσσης, Καρβασαρά, Άρτης, Βοτσάς, Βισσικού, Καλωτά, Προφήτου Ηλιού Ζήτσης), βαθμηδόν να συναγωνίζωνται έναμίλλως και από κοινού μετά των Καμιτσάνης κλπ. ήρξαντο. Ου μην αλλά και έτερα μετά σπουδαίων βιβλιοθηκών πνευματικά κέντρα εν άλλαις βραδύτερον ιδρυθείσαις Μοναίς, απ’ αυτής της ΙΣΤ' εκατοντ. συνεστάθησαν οία τα του Σωσίνου, της Αρτίστης, του Σπηλαίου εν τω τμήματι Βλαχ Γρεβενών και της Γκούρας. Εις δε τα κατά το Ζαγόριον ιερά σκηνώματα της εν Σκαμνελίω Αγίας Παρασκευής, του Αγίου Γεωργίου (Βησσαρίωνος του Μακρή) παρά τω χωρίω Λυγγιάδες, της εν Άνω Σουδενά Ευαγγελιστρίας και αλλαχού ίσως από του 1647 τουλάχιστον εδιδάσκοντο τα κοινά γράμματα εις τας παρακειμένας κοινότητας» [11].
        Ακόμη: «Εις την μονήν Σωσίνου (Πογδοριανή Ηπείρου) ελειτούργησε σχολή της τε θύραθεν και της ιεράς ημών παιδείας, από του 1592, οπότε ιδρύθη η Μονή, μέχρι του 1718 οπότε κατεστράφη» [12]. Και προηγουμένως: «Η εν τω τμήματι της Μικράς Μουζακιάς της Απολλωνίας μονή, επί των ερειπίων του πάλαι ποτέ ναού του Απόλλωνος ανεγειγερμένη επί Ανδρονίκου ανακαινισθείσα (1271), διετήρει από των μέσων του ΙΓ αιώνος προκαταρκτικήν τινα εστίαν εις ανώτερον εκπαιδευτήριον από του 1684 προαχθείσαν και μέχρι του παρελθόντος αιώνος διατηρηθείσαν [13].
        Αλλά και στον υπόλοιπο ελληνικό χώρο βλέπουμε την παιδεία, μεταξύ του τέλους του 15ου αι. μέχρι και τα μέσα του 16ου, να παίρνει μια νέα ώθηση. Η εκκλησία αντιλαμβάνεται ότι ο δάσκαλος και τα γράμματα είναι εκείνα που θα κρατήσουν ενωμένους τους Έλληνες σ’ εκείνα τα δύσκολα χρόνια και καταβάλλει προσπάθεια να ξαναπάρει την παιδεία στα χέρια της. Στη Σύνοδο που συγκροτήθηκε τον Φεβρουάριο του 1593 στην Κωνσταντινούπολη, με τον υπ’ αριθμ. 7 κανόνα ορίζονται τα εξής: «Ώρισεν η Αγία Σύνοδος έκαστον επίσκοπο εν τη αυτού παροικία φροντίδα και δαπάνην την δυναμένην ποιείν, ώστε τα θεία και ιερά γράμματα δύνασθαι διδάσκεσθαι, βοηθείν δε κατά δύναμιν τοις εθέλουσι διδάσκειν και τοις μαθείν προαιρουμένους, εάν των επιτηδείων χρείαν έχωσι» [14].
        Εδώ θα κουραστεί ο αναγνώστης με την παράθεση πολλών πληροφοριών για τα σχολειά, που λειτούργησαν κατά καιρούς στα διάφορα σημεία της ελληνικής γης, αλλά μόνον έτσι θα καταδειχθεί η ευρύτητα, η καθολικότητα της λειτουργίας σχολείων κάποιας στοιχειώδους ασφαλώς εκπαίδευσης, στα χρόνια της σκλαβιάς:
  • Στην Πελοπόννησο, και προ του κανόνα της Ιεράς Συνόδου, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα λειτουργεί στη Δαβιά της Αρκαδίας σχολή ζωγραφικής και μάλιστα περιώνυμη [15].
  • Στα χρόνια της Ενετοκρατίας, το Ναύπλιο αναδεικνύει εξέχοντες ανθρώπους των γραμμάτων, όπως τον Ιωάννη Ζυγομαλά (ή Σαγομαλά), που γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1498, όπου και παρακολούθησε εγκύκλια μαθήματα. Αργότερα τον συναντούμε να διδάσκει στην Ανδριανούπολη και κατόπιν στην Κωνσταντινούπολη. Τον Νικόλαο Μαλαξό, λόγιο που κι αυτός ανήκε σε οικογένεια, που είχε ήδη μια πνευματική ανάπτυξη. Ο πατέρας του ήταν παπάς στο Ναύπλιο. Τον Μανουήλ Μαλαξό, και αυτόν στον 12ο αιώνα.
  • Στην παράδοση μάλλον στηριζόμενος ο Αθηναγόρας, μητροπολίτης Παραμυθιάς και Πάργας [16] δέχεται ότι από το 12922 λειτουργεί σχολή στη μονή Φιλανθρωπινών στο νησί των Ιωαννίνων. Για τα επόμενα χρόνια, αναφέρει σειρά διδασκάλων, τον Μακάριο Φιλανθρωπινό (†1505), τον Νεόφυτο (†1534), τους Μαυρίκιο και Ιωάσαφ Φιλανθρωπινούς (περί το 1542), τον Ιωάννη Φιλανθρωπινό (1642). Στην ίδια σχολή και στις αρχές του 17ου αι. ή στα τέλη του 16ου φαίνεται ότι εδίδαξε και ο Μάξιμος ο Πελοποννήσιος [17]. Ο Νικόλαος Γλυκύς αναφέρεται ως «μαθητής της εν τω φρουρίω των Ιωαννίνων σχολής τω 1610 μετά του Επιφανίου ηγουμένου» [18].
  • Μετά την ολοκλήρωση της κατάληψης της Πελοποννήσου από τους Τούρκους (1540) εμφανίζεται μια σειρά αγιογράφων στην περιοχή της Αργολίδας. Σ’ αυτή την περίοδο ανήκουν:
    • ο άγνωστος ζωγράφος του καθολικού της μονής Αγιά-Σωτήρας Καραθώνας (1569)
    • οι κατοπινοί Κακαβάδες
    • οι Μόσχοι
    • οι δυο Μάρκου από το Άργος,
    • αργότερα ο Ιερεμίας από το Αδάμι της Ναυπλίας
  • και ίσως και άλλοι. 
Είναι δύσκολο να δεχτεί κανείς ότι όλα αυτά έγιναν χωρίς τη λειτουργία σχολείων, που και λόγος δεν υπήρχε και δεν ήταν δυνατόν να λειτουργούν κρυφά από τους Τούρκους. 
        Άλλωστε η Αργολίδα δεν ανέδειξε μόνον αγιογράφους στα χρόνια εκείνα. Τότε χρονολογείται και ο Μητροφάνης ο ρακενδύτης (†1600), λόγιος μοναχός και υμνογράφος, που ως καγκελάριος του ιεράρχη της Κεφαλληνίας Νικοδήμου Μεταξά συνέταξε την ακολουθία του Αγίου Γερασίμου [19]
        Δεν είναι όμως μόνο η Αργολίδα:
  • «Τα Ιωάννινα, κατά τον 18ο αι., έχουν την αξίωση με τα σχολειά τους να θεωρούνται το κέντρο της Ελλάδος, παραχωρώντας την ίδια τιμή και στην Αθήνα» [20]. 
  • Από το 1630 μέχρι το 1750 βεβαιώνεται η λειτουργία σχολείου στην Καλαμάτα [21]. 
  • Κατά το 1648 ο Επιφάνιος, Ηγούμενος εγκατεστημένος στη Βενετία, ιδρύει δύο σχολές, μία στα Ιωάννινα και μία στην Αθήνα. Των Ιωαννίνων άρχισε να λειτουργεί το 1658, και το 1676 ιδρύεται και δεύτερη, του Γκιούμα [22]. Τα σχολεία αυτά δεν λειτούργησαν αμέσως. Το 1688 αναφέρεται διδάσκαλος ο Ιωάννης Πρώιος [23]. 
  • Το σχολείο των Αθηνών λειτούργησε το 1683 [24]. Περί το 1665 ο Ευγένιος Ιωαννύλιος φροντίζει για τη λειτουργία σχολείου στο Αιτωλικό [25]. 
  • Το 1696, επί Ενετών, απαντάται στο Άργος συμβολαιογράφος ο Αναγνώστης Κεραμιράς, detto volgarmente Cheramidi [26]. 
  • Στα ίδια περίπου χρόνια (1662) ο Καστοριανός Μανουλάκης ιδρύει ελληνική σχολή στην Άρτα, η οποία λειτούργησε μέχρι το 1768 [27]. 
  • «Περί τα μέσα της ΙΖ’ εκατονταετηρίδος συνεστάθη και εν Βοσκοπόλει (Μοσχόπολις τής Αλβανίας) δημοσία Ελληνική Σχολή παρά των εν Ενετία, Αύστρία και αλλαχού εμπορευομένων Βοσκοπολιτών» [28]. 
  • «Από το 1681 ιδρύεται στην Παραμυθιά δημοσία σχολή μετά δυσκολίας συντηρηθείσα μέχρι το 1750. Στην ίδια πόλη αναφέρεται ελληνικό τυπογραφείο το 1740 [29,30]. 
  • Στις αρχές του 18ου αι. συναντούμε τον Αργείο ευπατρίδη Άγγελο Τηγανίτη να διαπρέπει ως σύνδικος της νομικής Ακαδημίας της Padova της Ιταλίας [31]. 
  • Σε χειρόγραφο χρονολογούμενο από τον 18ο αι., που ανήκει στη μονή Αγίου Αθανασίου Φίλια, μετόχι του Μεγάλου Σπηλαίου, υπογράφει «Χρύσανθος Γούναρης εξ Άρyους». Ο ίδιος χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως «παλαιόν» [32]. 
  • Επίσης κατά την διάρκεια τού 18ου αι., από το 1712, λειτουργεί το σχολείο στη μονή τού Αγίου Ιωάννου στο Μελέ της Μεσσηνιακής Αλαγωνίας, όπου δίδαξε και ο Θεοδόσιος Περγαμηνός από το Ναύπλιο [33]. 
  • Ο Θεδόσιος Καπελέτης, «εκ της δυστυχούς πόλεως του Ναυπλίου», αντιγραφεύς, βιβλιογράφος γνωστός - μουσικών κυρίως χειρογράφων - αναφέρεται μεταξύ του 1732 και του 1749 [34]. 
  • Το 1724, «προτροπή του Αχριδών πατριάρχου συνεστάθη το πρώτον και εν Κορυτσά Ελληνική σχολή» [35]. 
  • Το 1736 ιδρύεται ελληνική σχολή στο Ελμπασάν [36]. 
  • Το 1747 ο Σπυρ. Ρίζος ιδρύει «γραμματολογικόν και επιστημονικόν σχολείον, εις την χριστιανικήν συνοικίαν του Δελβίνου» [37].
  • Περί το 1750 σημειώνεται σχολή στην Κοζάνη γνωστή ως «Στοά» [38].
  • Ένα χρόνο αργότερα, το 1751, ο Πελοποννήσιος Ανδρέας Κασής αφήνει πλούσιο κληροδότημα για να ιδρυθεί γυμνάσιο στην Πάτρα [39].
  • Το 1757 ο Αθηναίος Ιωάννης Ντέκας αφήκεν ετήσιον κληροδότημα «εκ 200 δουκάτων υπέρ του διδασκάλου και δουκάτα 300 υπέρ 12 μαθητών πτωχών, σχολείου συσταθησομένου εις την πόλιν των Αθηνών» [40].
  • Τον Ιούνιο του 1845 ιδρύεται σχολείο στο μοναστήρι της Πάτμου, με φροντίδα του σωματείου των γουναράδων της Πόλεως [41].
  • Το 1759 παραχωρείται υπό της υψηλής Πύλης άδεια εις τους Μετζοβίταις προς επισκευήν της εκκλησίας, ίνα επί τη ευκαιρία ταύτη ανοικοδομήσωσι κτίρια δια τα σχολεία» [42].
  • «Εν Τρίκκη εδίδαξεν ο Τζερτζέλης από του 1736 μέχρι πιθανόν του 1748» [43].
  • «Εις τον Τύρναβον Λαρίσσης λειτούργησε σχολείον και προ του 1765» [44].
  • Κατά τον Μάιο του 1765 ο Πατριάρχης Κων/πόλεως Σαμουήλ Χατζερής απολύει πατριαρχικό σιγίλλιο περί «της αρτισυστάτου σχολής του Αγίου Ιωάννου Θυρέας... επειδή τοιγαρούν και τα νυν προσεκομίσθη ημίν κοινή αναφορά παρά των εν τη επαρχία Ναυπλίου ευρισκομένων χριστιανών ιερωμένων και λαϊκών, ότι εν τη χώρα αυτών εις χωρίον Άγιος Ιωάννης (Θυρέας - Κυνουρίας) καλούμενον, συνεκροτήθη και κατεστάθη εκ νέου φροντιστήριον και σχολείον ελληνικών μαθημάτων...» (παραχωρείται προς ενίσχυση του σχολείου κάποιο μετόχι τής μονής Λουκούς) [45].
  • Ο Αμυκλών Σεραφείμ από του 1795 συνηγορεί εις το Πατριαρχείον υπέρ της κατοχυρώσεως της σχολής του Αγίου Ιωάννου (Θυρέας - Κυνουρίας) [46].
  • Στην Τρύπη της Σπάρτης λειτουργεί σχολή το 1767 [47].
  • Σ' εκείνα τα χρόνια, το δεύτερο ήμισυ τού 18ου αι., διατρέχει την Ήπειρο η φωτισμένη φυσιογνωμία του Κοσμά του Αιτωλού. Οι Τούρκοι δεν παρεμβάλλουν κανένα εμπόδιο στην προσπάθειά του να πείσει τους Ηπειρώτες για την ανάγκη να ιδρυθούν σχολεία, αντίθετα με τους Ενετούς και με τους Έλληνες εκείνους, που συνέπρατταν μαζύ τους. Παρ' όλα τα εμπόδια, διέτρεξε μεταξύ 1760 και 1779 «τριάκοντα περίπου επαρχίας συστήσας ελληνικά σχολεία 30, κοινά δε 200» [48]. Λεπτομέρειες για τη δράση του πληροφορούμεθα από μιαν επιστολή του Προβλεπτού της Ενετίας στη Λευκάδα προς τον Γενικόν Προβλεπτή στην Κέρκυρα: «Εν Αγία Μαύρα τή 7 Μαΐου 1779 ... Τελευταίως ο καλόγηρος ούτος υπέβαλεν εις τους πολυαρίθμους ακροατάς του - εν ώ ευρίσκετο ακόμη εις τας θέσεις Φλάμπουρα και Μαυρομανδύλι, απεχούσας δίωρον από τα της Πρεβέζης σύνορά μας - την πρότασιν περί ιδρύσεως μιας Σχολής όπου νά διδάσκωνται τα γράμματα εις τα παιδιά των πτωχών οικογενειών, και τοσούτον ενεθουσίασε με την ευγλωττίαν του το ακροατήριον ώστε εντός βραχυτάτου διαστήματος κατώρθωσε να συλλέξη περί τας δέκα χιλιάδας γροσίων εις μετρητά, εις πράγματα και ασημικά, τα οποία έφεραν μαζύ των οι ακροαταί του, αμφοτέρων των φύλων... Έφθασε μάλιστα μέχρι του σημείου να κάμη και Τούρκους βαθμοφόρους να συνεισφέρουν τον οβολόν των υπέρ των αγαθοεργών τούτων Ιδρυμάτων...» [49]. Και συνεχίζει ο ευσυνείδητος προβλεπτής στη σελίδα 9: «Ήδη από τον Τούρκον Αγάν του Λούρου επληροφορήθη η Υμετέρα Εξοχότης πόσον ο ιερωμένος αυτός τον εβοήθησε δι επιστολών και ενεργειών του, διότι ο Τούρκος του υπεσχέθη να του δώοη 50 γρόσια υπέρ της εν τω Λούρω εγκαθιδρυθείσης σχολής».
  • Πολλοί έχουν επισημάνει την ανάπτυξη της παιδείας στην Πελοπόννησο στα χρόνια της δεύτερης Τουρκοκρατίας. Η πολιτική της Τουρκίας αυτή τη φορά ήταν ηπιώτερη από την προηγούμενη κι αυτό από ανάγκη. Γράφουν σχετικά: «Μόνον η εκ νέου υποταγή εις τους Τούρκους επέτρεψεν εις τούς Δημητσανίτας να επαναλάβουν την διακοπείσαν πνευματικήν και εκκλησιαστικήν δράσιν των» [50]. Για την ήπια τουρκική διοίκηση σ' αυτή την περίοδο ιδέ [51,52,53]. Ο Pouqueville σημειώνει [54]: «Εν τούτοις οι Έλληνες, κάτω από την Οθωμανική διοίκηση - πρόκειται για τη δεύτερη κατάληψη της Πελοποννήσου - δεν άργησαν ν' αυξηθούν πληθυσμιακά και να γίνουν περισσότεροι από όσοι ήσαν όταν παραδόθηκε η χώρα τους στον Σουλτάνο. Οι μπέηδες και οι αγάδες πού διαδέχτηκαν τους ευγενείς Ενετούς μεταχειρίστηκαν τους χωρικούς σαν χρήσιμα ζώα, αντί να τους καταπιέζουν, όπως καθόριζε η σκοτεινή πολιτική των προβλεπτών του Αγίου Μάρκου. Και αυτή (η μεταχείριση) είχε προκαλέσει αυτή τη βελτίωση. Οι πόλεις ξαναχτίστηκαν και η παιδεία ξαπλώθηκε...». 
  • Υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες ότι λειτουργούσαν σχολεία κατά τα προεπαναστατικά χρόνια στις πάρα κάτω πόλεις: Αθηνών (1807), Άνδρου (1818), Διδυμοτείχου, Θερμίων Κύθνου (1817), Θεσσαλονίκης, Ιθάκης (1811), Ιωαννίνων (1787), Μετσόβου, Μηθύμνης (1813), Μυτιλήνης, Νάξου (1817), Βυτίνης (1802), Δημητσάνης (1816, αλλά και παλαιότερα το 1764). 
  • Υπάρχουν έγγραφα που μαρτυρούν τη φροντίδα του Πατριαρχείου για την οργάνωση και λειτουργία σχολείων στα μοναστήρια της Μάνης, στη Μονεμβασιά (1803), στη Νεμνίτσα (1790), στη Στεμνίτσα (1790) · ως και μέσα σ' αυτή την Τρίπολη λειτουργούσε ελληνικό σχολείο από το 1766. Στη Σαντορίνη (1799), Σιάτιστα (1816), Σταγούς (1818) [55]. 
  • Η μονή Κανδήλας στη Μαντινεία ήταν υποχρεωμένη να καταβάλλει 200 γρόσια ετησίως για τη σχολή που λειτουργούσε στο χωριό Κανδήλα, πριν από την Επανάσταση [56]. 
  • «Ο εν Τεργέστη εμπορευόμενος φιλόμουσος ομογενής Δημήτριος Π. Καρυτσιώτης ίδρυσε ενταύθα (Κυνουρία) και κατά πάσαν πιθανότητα εν έτει 1796 σχολήν εις την οποίαν πλήν της Ελληνικής γλώσσης εδιδάσκοντο ξέναι γλώσσαι και αι φυσικαί επιστήμαι. Εν έτει 1817 ο Καρυτσιώτης απέστειλεν εκ Τεργέστης τον ανεψιόν του Προκόπιον δια την επιδιόρθωσιν του κτιρίου της Σχολής» [57].
  • «Ου μην αλλά και ο Αλής, πασάς ο Τεπελενλής ενεθάρρυνε πάντας προς ανάπτυξιν έστω και προς ένα μόνον σκοπόν, προτρέπων και τους αρχιερείς, ων οι πλείστοι ηδιαφόρουν και μόνον προς αργυρολογίαν κατά το παράδειγμα του τυράννου εμερίμνον. Ενεθάρρυνε τον διδάσκαλον Μπαλάνον ίνα διδάσκει την εμπιστευθείσαν αυτώ νεολαίαν, να τή δίδη το καλόν παράδειγμα, και να μην αμφιβάλη περί της προστασίας και υποστηρίξεώς του» [58]. «Άξιον δε πολλής απορίας είναι ότι ο παράδοξος Αλή πασάς καθ' όλον το διάστημα της σατραπείας αυτού, μετά την απώλειαν του σπουδαιοτέρου μέτρου του προικοδοτήματος της σχολής τούτης (είχαν εμπιστευθεί τα χρήματα του κληροδοτήματος στο σωματείο των γουναράδων στην Κωνσταντινούπολη), εχορηγήθη ενιαυσίως προς διατήρησιν αυτής γρόσια 1200» [59]. 
  • Όχι μόνον δάσκαλοι αλλά και δασκάλες ακόμη αναφέρονται στα χρόνια εκείνα. Έτσι στα 1790 και 1800 αναφέρονται αντίστοιχα από μια δασκάλα. Η Αγγελική, μη σημειουμένου επωνύμου, και η Ελένη Κοζομήτοβα [60]. 
  • Προεπαναστατικά λειτουργεί σχολείο στην Ανδρίτσαινα [61]. 
  • Στην Κορώνη το 1806 [62], στη Μικρομάνη επίσης [63]. 
  • Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός φοίτησε στο «κρυφό σχολείο», που λειτουργούσε στη μονή τής Παναγίας της κατακεκρυμμένης στο Άργος, από το 1798 [64]. 
  • Ο Pouqueville επισκέπτεται σχολείο (γυμνάσιο;) εν λειτουργία στο Άργος το 1815 [65]. Ο ίδιος συνιστά δάσκαλο σχολείου στον Άη Γεώργη της Νεμέας [66]. 
  • Ο Μ. Ambroise Firmin Didot, που πέρασε από το Λυγουριό της Ναυπλίας το 1817, είδε ένα μικρό υπαίθριο σχολείο [67].
        Χαρακτηριστικά επίσης για την κατάσταση της παιδείας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και στις παραμονές της Επαναστάσεως είναι και αυτά που γράφει η εφημερίδα «Αθηνά» [68]: Επί Τουρκοκρατίας ότε και φόροι ασυγκρίτω τώ λόγω επληρώνοντο ολιγώτεροι και εις τας δημοτικάς αρχάς δεν κατεποντίζοντο περίπου δέκα εκατομμύρια γρόσια, διετηρούντο Ελληνικά σχολεία και εις τας πρωτευούσας εκάστης των τότε πολυαρίθμων επαρχιών και εις αυτάς τας κωμοπόλεις. Επί Τουρκοκρατίας διετηρούντο εις εικοσιτέσσαρας επαρχίας της Πελοποννήσου τοσαύτα ελληνικά σχολεία, όσα δεν διατηρούνται σήμερον καθ' όλην την ελευθέραν Ελλάδα» [69].

Από τα παραδείγματα αυτά, που μπορούν να συνεχιστούν επί πολύ ακόμη, βγαίνει νομίζω το συμπέρασμα πως δεν ήταν ο φόβος των Τούρκων που οδηγούσε τα μικρά Ελληνόπουλα στο «κρυφό σχολειό», κάτω από το φεγγαράκι το λαμπρό. Τα σχολειά σ' όλην εκείνη την περίοδο λειτουργούσαν ελεύθερα, με εξαίρεση φυσικά τις έκτακτες πολεμικές καταστάσεις, τότε που τα πάντα ήσαν αναταραγμένα.
        Θα μπορούσε να καταλήξει κανείς στην αποδοχή της γνώμης ότι το «κρυφό σχολειό» ήταν κάποτε μια πραγματικότητα. Για τη γέννησή της ίσως πρέπει να ανατρέξει όν όχι στα χρόνια του Ιουστινιανού, τουλάχιστον στα χρόνια που οι Πατριάρχες στην Κωνσταντινούπολη απαγόρευαν στους μοναχούς να διδάσκουν γράμματα στα μικρά παιδιά.
        Τώρα, γιατί διασώθηκε τόσο επίμονα στον Ελληνικό λαό αυτή η παράδοση; Μια εξήγηση θα μπορούσε ίσως να είναι η ανάγκη που είχε ο κατά κάποιον οποιοδήποτε τρόπο καταπιεζόμενος Έλληνας της υπαίθρου να στηρίξει, να στερεώνει τις ελπίδες του και τα όνειρά του για μια κάποτε απελευθέρωση, γύρω από κάποιον άξονα, κάποιο στήριγμα. Κι αυτό το εύρισκε στα γράμματα και στην ιστορία του Έθνους του και των ηρώων του. Γιατί στο «κρυφό σχολειό» ο καλόγερος σπάνια ήξερε αρκετά γράμματα. Ήξερε όμως πολλές ιστορίες, που είχε ακούσει από τους γεροντότερούς του και μ' αυτές τις ιστορίες έδινε στα παιδιά το στήριγμα που χρειάζονταν για τις ελπίδες τους. Και φαίνεται πως ήταν τόσο καλά δεμένο αυτό το στήριγμα που, αν και πέρασαν από τότε χίλια ίσως χρόνια, ο θρύλος του «κρυφού σχολειού» εξακολουθεί ακόμη να ασκεί μια μαγεία, όχι μόνο στους μικρούς αλλά και στους μεγάλους. Φυσικά, τα μοναστήρια δεν είχαν κανένα λόγο ν' αφήσουν να ξεχαστεί ο μυστηριακός αυτός τίτλος που ενώ δεν έβλαψε κανέναν, αντίθετα εβοήθησε όλους τόσο πολύ.

Πυργέλα, Άργος, Σεπτέμβριος 1979.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Φ. Κουκουλέ, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, εν Αθήναις 1948, τόμ. Α', σ. 41. Δημητρίου Π. Πασχάλη, Η εν Κάστρω της Άνδρου Σχολή Ελληνικών γραμμάτων και η εν Κορθίω της Αγ. Τριάδος, ΔΙΕΕ τόμ. 9 (1926), σσ. 222-268.
  2. Κατακαλών Κεκαυμένος, Στρατηγικόν, ρκα', σ. 51, έκδ. Β. Wassiliewsky & V. Jernstedt, Amsterdam 1965.
  3. Μιχ. Ψελλού, Επιτάφιος λόγος εις την θυγατέρα Στυλιανήν προ ώραν γάμου τελευτήσασαν, εις: Κ. Σάθα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, Παρίσιοι 1876, τόμ. V, σσ. 65-66.
  4. Ι. Συκουτρή, Περί το σχίσμα των Αρσενιατών, Ελληνικά τόμ. Β (1929), τεύχος 2ον, σ. 305.
  5. Φ. Κουκουλέ, ό.π., σ. 45.
  6. Γεωργ. Παχυμέρη, Μιχαήλ Παλαιολόγος, τόμ. Ι, εκδ. Βόννης MDCCXXIX=[1729], σ. 294.
  7. Τάσ. Αθ. Γριτσόπουλου, Το κρυφό σχολειό, Παρνασσός, τόμ. Δ' (1962), σ. 67, όπου και πλουσιώτατη βιβλιογραφία.
  8. F. Μiklosich & I. Muller, Acta et diplomata graeca medii aevi sacra et profana 1860-1890, vol. VI, σσ. 77-78.
  9. Κ. Σάθα, Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμ. ΙV, σ. LXXXVI.
  10. Αραβαντινού, Χρονογραφία της Ηπείρου, 1856, τόμ. Β', σ. 275.
  11. Ιωάν. Λαμπρίδου, Ηπειρωτικά Αγαθοεργήματα και άλλα δημοσιεύματα, Ιωάννινα 1971, σσ. 40-41.
  12. Αυτόθι, σ. 73.
  13. Αυτόθι, σ. 69.
  14. Κ. Σάθα, Βιογραφικόν σχεδίασμα του Πατριάρχου Ιερεμίου Β’ (1572- 1594), σ. 91.
  15. Τάσ. Αθ. Γριτσόπουλου, Ιστορία της Τριπολιτσάς, τόμ. Α, Αθήναι 1972, σσ. 121-122.
  16. Η Σχολή των Φιλανθρωπινών εν Ιωαννίνοις, Ηπειρωτικά Χρονικά 4(1929), σ. 55.
  17. Σπ. Λάμπρου, Περί της παιδείας εν Ιωαννίνοις, Νέος Ελληνομνήμων τόμ. ΙΓ (1916), σ. 280.
  18. Κ.Δ. Μερτζίου, Η οικογένεια των Γλυκαίων ή Γλυκήδων, Ηπειρωτικά Χρονικά τόμ. 10 (1935), σ. 2.
  19. Ηλία Τσιτσέλη, Κεφαλληνιακά Σύμμικτα τόμ. Β, σ. 269.
  20. Κ. Σάθας, Μνημεία Ι, σ. VI.
  21. Βασ. Δ. Πατριαρχέα, Δίπτυχον της Εθνεγερσίας ιστορικόν και φιλολογικόν, έκδ. Β, Αθήναι 1972
  22. Σπ. Λάμπρου, ό.π., σσ. 273-317
  23. Κ. Δ. Μέρτζιου, Το εν Βενετία Ηπειρωτικόν Αρχείον, Ηπειρωτικά Χρονικά τόμ. ΙΙ(1936), σσ. 65-73.
  24. Κ.Δ. Μέρτζιου, ό.π., σ. 84.
  25. Μητροπολίτου Παραμυθίας Αθηναγόρα, Το Αιτωλικόν ή Ανατολικόν και η σχολή αυτού από του ΙΖ αιώνος. ΔΙΕΕ 1 (1928), σσ. 129-134.
  26. Σ.Β. Κουγέα, Η καταγωγή του Παναγιώτη Μπενάκη, Πελοποννησιακά τόμ. 6 (1968), σσ. 32-36.
  27. Ι. Λαμπρίδου, Ηπειρωτικά Αγαθοεργήματα, Ιωάννινα (1971), σ. 100.
  28. Ι. Λαμπρίδου, ο.π., σ. 103.
  29. Ν.Γ. Πολίτου, Περί του εν Μακεδονία λιμού εν έτει 1740, ΔΙΕΕ 10 (1883) τόμ. 2, σ. 268).
  30. Ι. Λαμπρίδου, ο.π., σ. 121.
  31. Σπ. Λάμπρου, Αντωνίου Στρατηγού ανέκδοτα ποιήματα, Νέος Ελληνομνήμων 5 (1908), σσ. 425, 440-442.
  32. Λίνου Πολίτη, Χειρόγραφα μοναστηριών Αιγαίου και Καλαβρύτων, Ελληνικά ΙΙ (1939), σ. 96.
  33. Β. Πατριαρχέα, Δίπτυχον, ό.π., σ. 740.
  34. Λίνου Πολίτη,  Γκίνος ιερεύς και οικονόμος Πωγωνιανής, Ελληνικά, 25 (1972), σ. 115.
  35. Ι. Λαμπρίδου, Ηπ. Αγαθ., ό.π., σ. 122.
  36. Αυτόθι, σ. 157.
  37. Ι. Λαμπρίδου, Ηπειρωτικά Μελετήματα Β', σ. 203.
  38. Κ.Δ. Μέρτζιου, Τό εν Βενετία Ηπειρωτικόν Αρχείον, Ηπειρωτικά Χρονικά ΙΙ (1936), σ. 182.
  39. Β. Πατριαρχέας, Δίπτυχον, ό.π., σ. 740.
  40. Κ.Δ. Μέρτζιου, Το εν Βενετία Ηπειρωτικόν Αρχείον, Ηπειρ. Χρον. ΙΙ (1936), σσ. 88-89.
  41. F. Μiklosich & I. Muller, Acta et diplomata graeca medii aevi sacra et profana 1860-1890, VΙ, σ. 336 κ.έ.
  42. Αγγελικής Χατζημιχάλη, Οι εν τώ Ελληνικώ σχολείω Μετσόβου διδάξαντες και διδαχθέντες, Ηπειρ. Χρον. 15(1940), σ. 60.
  43. Αυτόθι, σ. 107.
  44. Αυτόθι, σ. 117.
  45. Tασ. Αθ. Γριτσοπούλου, Μονή Λουκούς, ανάτυπον από τα Πελοποννησιακά, τόμ. ΣΤ, Αθήναι 1968, σ. 170.
  46. Τ. Αθ. Γριτσοπούλου. Η κατά την Κυνουρίαν μονή της Παλιοπαναγιάς, ανάτυπον εκ της Θεολογίας τόμ. ΚΒ (1951) σ. 9.
  47. Τάσ. Αθ. Γριτσόπουλου, Τουρκοκρατουμένη Λακωνία, ΗΩΣ τεύχ. 66-70, σ. 277.
  48. Ι. Λαμπρίδου, Κουρεντιακά και Τσερκοβιστικά, Ηπειρωτικαί Μελέται τόμ. Β', εν Αθήναις 1888, σ. 65.
  49. Κ.Δ. Μέρτζιου, Το εν Βενετία Ηπειρωτικόν Αρχείον, Ηπειρ. Χρον. 15(1940), σ. 7.
  50. Γ. Καρβελά, Η Δημητσάνα και τα τέκνα αυτής, Αθήναι 1972, σ. 115.
  51. Τάσου Αθ. Γριτσόπουλου, Ιστορία της Τριπολιτσάς, τόμ. Α' (1972), σ. 464.
  52. Του ιδίου, Τό κρυφό σχολειό, ο.π., σ. 75.
  53. Τ. Δεμοδού, Σύμμεικτα, Πελοποννησιακά, τ. 1 (1956), σσ. 455-456.
  54. Pouqueville, Voyage de la Grèce, IV, σ. 331
  55. Β. Μυστακίδη, Σχολεία μετά την Άλωσιν κατά κώδικας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Επετ. Εταιρ. Βυζ. Σπουδών, 13 (1937) σ. 150.
  56. Γεν. Αρχεία του Κράτους, Μοναστηριακά, φακ. 315.
  57. Καλ. Καλλούτση, Η εκπαίδευσις εν Κυνουρία κατά τον 10 αιώνα, Κυνουριακά (1930), σ. 104.
  58. Ι. Λαμπρίδου, Ηπειρ. Μελετ., τόμ. Β (Ιωάννινα 1971), σ. 69.
  59. Ι. Λαμπρίδου, Ηπειρ. Αγαθ. Τόμ. Α', σ. 100.
  60. Αθηναγόρα, μητροπολίτου Παραμυθιάς και Πάργας, Νέος Κουβαράς, Ηπειρ. Χρον. 4 (1929), σ. 26.
  61. Δ. Κόκκινου, Η Ελληνική Επανάστασις, έκδ. Γ, τόμ. Α' (1).
  62. Β. Πατριαρχέα, Δίπτυχον, ό.π., σ. 738.
  63. Αυτόθι, σ. 740.
  64. Ντ. Αντωνακάτου - Τ. Μαύρου, Ελληνικά Μοναστήρια, τ. Α' (Αργολίδα), σ. 103.
  65. Pouqueville, Voyage de la Grèce, V, σσ. 207-208.
  66. Αυτόθι, σσ. 307
  67. Αυτόθι, σσ. 237-238
  68. Εφημερίδα «Αθηνά», αριθ. φύλλου 680 (23.2.1839), σ. 3678
  69. Μίμη Φερέτου, Η παιδεία στην Καλαμάτα στην Τουρκοκρατία μέχρι τού 1835, Μεσσηνιακά Γράμματα (Καλαμάτα 1956), σ. 502.





Saturday, September 15, 1979

Τάκης Μαύρος : Ανάλογες περιπτώσεις με τους «Στρατώνες» [του Άργους] (Κέρκυρα)

Προβλήματα σαν κι αυτό με τους «Στρατώνες» δεν εμφανίζονται μόνο στο Άργος. Όλες οι μικρές ή μεγάλες πολιτείες έχουν κατά καιρούς να αντιμετωπίσουν κάποιο παρεμφερές θέμα.
        Ένα παρόμοιο είχε απασχολήσει, στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, την Κέρκυρα. Υπήρχε - και νομίζω ότι υπάρχει ακόμη - μια βενετσιάνικη πύλη, ούτε πολύ ωραία, ούτε πολύ άσχημη, που στεκόταν όμως εμπόδιο στα σχέδια κάποιων. Οι τελευταίοι εισηγήθηκαν στο δημοτικό συμβούλιο την «επαρίστερο» πρόταση να γκρεμιστεί η πύλη για να πάρει αέρα η πόλη.
        Ο τότε Δήμαρχος Κερκύρας, για να αποφύγει τις ενδεχόμενες κακοτοπιές, και για να μην ακούσει όσα συνήθως ακούνε όσοι ανακατεύονται σε αυτές τις δουλειές, αλλά και για να τα έχει καλά με τους ψηφοφόρους του, γιατί και τότε το Δημοτικό Συμβούλιο απετελείτο και εκείνο από ανυποψίαστους μικροεπαγγελματίες και είχε κηρυχθεί υπέρ της κατεδαφίσεως, κατέφυγε στο σοφό μέτρο της επιρρίψεως της ευθύνης στους ώμους εκείνων, που ίσως ξέρουν κάτι παραπάνω. Ζήτησε, λοιπόν, από δύο εξέχουσες φυσιογνωμίες της τότε Κέρκυρας, τον ιστορικό και αρχαιολόγο Κ. Ρωμαίο (σημ. Ι. στο αρχικό κείμενο) και τον ιστορικό Μάρκο Θεοτόκη, να πουν τη γνώμη τους γραπτώς. 
        Και παρατίθενται τα κείμενα των δύο γνωματεύσεων.

«Κύριε Δήμαρχε.

Ασμένως αναλαβόντες την δια του υπ’ αρ. 935 εγγράφου ανατεθείσαν ημίν εντολήν, λυπούμεθα, ότι δεν δυνάμεθα αμέσως ήδη να παράσχωμεν τας αιτηθήσας ιστορικάς ειδήσεις, μεθ’ όσης επιθυμούμεν ακριβείας, ως μη έχοντες έτι πρόχειρα πονήματα τινά απαραιτήτως αναγκαία προς συμπλήρωσιν των όσων ήδη γινώσκομεν περί του χρόνου της κατασκευής της Βασιλικής λεγόμενης Πύλης και του περιφήμου αρχιτέκτονος του ανεγείραντος αυτήν. Από τούδε όμως αδιστάκτως και μετά πεποιθήσεως αποφαινόμεθα ότι η Δημοτική της Κερκύρας Αρχή μετά βδελυγμίας δέον να απορρίψει εί τις εγένετο περί καθαιρέσεως του σεπτού μνημείου αβέλτερος και επαρίστερος πρότασις. Έχει δε τουναντίον το καθήκον να διατηρεί μετά στοργής και να διαφυλάττη αυτό εκ της φθοράς, ον, ως μη ώφειλε, το μόνον αξιόλογον καλλιτεχνικόν έργον το περισωθέν παρ’ ημίν εκ των αναποδράστων ύβρεων του χρόνου και της μισοκάλλου αμαθείας του ανθρώπου».

(Υπεγράφη από τον Κ. Ρωμαίον)

        Του δε ετέρου των εγγράφων το περιεχόμενον έχει ως εξής:

«Διά του υπ’ αρίθ. 935 και από 6 Ιουνίου υμετέρου επισήμου, διωρίσθην μέλος της Επιτροπής εις ην ανετέθη η γνωμοδότησις περί της αξίας της Βασιλικής Πύλης.
        Επί του αντικειμένου τούτου φρονώ ότι ουδέποτε Δημοτικόν Συμβούλιον Κερκυραίων ώφειλεν ουχί μόνον να παραδεχθή αλλ’ ουδ’ υπό συζήτησιν να θέση την καταστροφήν του κυριωτέρου και σημαντικωτέρου μνημείου του εγερθέντος επί Ενετοκρατίας και υπέρ τα μέγιστα συνετέλεσε, μάλιστα εις την πολιορκίαν του έτους 1716, όπως μη υποπέσει η Κέρκυρα εις τον σκληρότερον των ζυγών.
        Φρονώ επίσης ότι το μνημείον τούτο πρέπει να μη παραμελήται, μηδέ εγκαταλείπηται εις την φθοράν υπό της Δημοτικής Αρχής ήτις καθήκον έχει να διατηρήση, παραφυλάξη και καθωραΐση αυτό δια των αναγκαίων επισκευών και καλλωπισμών.
Εν Κερκύρα τη 17/7/1887.
Ευπειθέστατος
Μάρκος Θεοτόκης»

        Και καταλήγει ο ιστορικός της Κέρκυρας Σ. Λ. Βρονίκης: Κατόπιν των δύο αυτών γνωματεύσεων «… ο αξιότιμος Κύριος Α. Μεταξάς, τότε νομάρχης Κερκύρας, ο τα τοιαύτα γεραρά μνημεία εκ τε της Επτανησιακής ιστορίας … γινώσκων να σέβεται», και μάλιστα χωρίς ν’ ασχολείται με τα γράμματα, «το άριστον τούτο βούλευμα της εις νέον στάδιον δόξης επαναγωγής του μνημείου προσήκοντος ενέκρινε».

Αυτά, λοιπόν, για τους δύο Δημάρχους του Άργους. Αντί να συμβουλεύονται τους αθώους επαγγελματίες του Άργους, ίσως ήταν καλύτερα να ζητήσουν τη γνώμη των σοβαρών ειδικών. Κερδισμένοι θα έβγαιναν, και οι Δήμαρχοι, και οι Στρατώνες, και το Άργος

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 15/9/1979].

Saturday, September 1, 1979

Τάκης Mαύρος : Tο Άργος χρειάζεται ένα [Βυζαντινό] μουσείο

Με ικανοποίηση διαβάσαμε όλοι μας στις εφημερίδες την κυβερνητική απόφαση να προστατέψει επιτέλους τις βυζαντινές αρχαιότητες, που μέχρι τώρα είναι εκτεθειμένες στα διάφορα ερημοκλήσια και σε χώρους με ανεπαρκή επιτήρηση, και ανέθεσε μάλιστα στον Καθηγητή του Πανεπιστημίου και Επίσκοπο Ανδρούσης κ. Αναστ. Γιαννουλάτο να μελετήσει το θέμα και να υποδείξει τα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν. Είναι καιρός επιτέλους να εφαρμοστεί και στην Αργολίδα το μέτρο εκείνο, που σε άλλες περιοχές έχει ληφθεί από πολλά χρόνια. Αλλού, όχι μόνο φορητά αντικείμενα με την παραμικρή αξία, αλλά και ολόκληρες τοιχογραφίες έχουν αποκολληθεί και έχουν μεταφερθεί και εκτεθεί σε φυλασσόμενους χώρους, όπου η επίσκεψη και η μελέτη των εκθεμάτων είναι προσιτή σε ειδικούς και μη και η προστασία εξασφαλισμένη.
        Η Αργολίδα δεν είναι πλούσια σε βυζαντινά φορητά κειμήλια, είναι όμως σε μεταβυζαντινά μνημεία. Τα πιο ενδιαφέροντα, διάσπαρτα σε χώρους έρημους σχεδόν, είναι: 
  • οι αγιογραφίες του ναού της μονής Καραθώνας, οι αρχαιότερες με γνωστή χρονολόγηση στην Πελοπόννησο
  • οι αγιογραφίες της παλιάς μονής Ταλαντίου,
  • εκείνες του ενός παρεκκλήσιου της μονής Αγίων Αναργύρων Ερμιόνης
  • του ναού της Αγίας Τριάδας στην ίδια περιοχή,
  • του Αγίου Μερκουρίου στο Λιγουριό,
  • εκείνες που κοσμούν το εκκλησάκι του Δασκαλειού
  • της μονής Αγνούντος,
  • της μονής Καλαμίου,
  • της νέας μονής Ταλαντίου,
  • οι δεσποτικές της μονής Αυγού,
  • εκείνες που διακοσμούν ενοριακούς ναούς του χωριού Αδάμι,
  • του Αγίου Αδριανού,
και ασφαλώς και άλλες. Όλες αυτές οι αγιογραφίες, από τις οποίες μερικές παρουσιάζουν ξεχωριστό ενδιαφέρον, θα πρέπει το δυνατό συντομότερο να αποκολληθούν από ειδικά συνεργεία της Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και να μεταφερθούν για διαφύλαξη σε ειδικά μουσεία.
        Ένας τέτοιος χώρος, κατάλληλος κατά τη γνώμη μου για να γίνει μουσείο Βυζαντινής Τέχνης, κατάλληλος όχι μόνο για τη διαφύλαξη αλλά και για την προβολή των εκκλησιαστικών τοιχογραφιών, είναι τα ισόγεια των Στρατώνων του Άργους. Βρίσκονται σε κεντρικό σημείο της πόλης και του νομού «εκ κατασκευής» προσφέρονται για την τοποθέτηση τοιχογραφιών, που ως γνωστόν δεν πρέπει να έχουν πολύ φως, και το σπουδαιότερο, είναι ανέξοδα έτοιμοι. Μπορούν να στεγάσουν ένα μουσείο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών αρχαιοτήτων για έναν ορισμένο αριθμό ετών. Μπορούν επίσης οι χώροι αυτοί να χρησιμοποιηθούν για τη συγκέντρωση του αρχαιολογικού υλικού, που συγκεντρώνεται καθημερινά από τις ανασκαφές στην Αργολίδα και που σήμερα στοιβάζεται στα υπόγεια του Αρχαιολογικού Μουσείου, όσο δεν μαζεύεται σε σωρούς στην ύπαιθρο. Το υλικό αυτό, κάθε μέρα που περνάει, αυξάνεται και δημιουργεί πρόβλημα πια η συγκέντρωσή του.
        Η οργάνωση ενός τέτοιου μουσείου μέσα στο Άργος θα είναι προσωρινή, και εκτός από το γενικότερο πολιτιστικό και οικονομικό όφελος για την πόλη παρουσιάζει το πλεονέκτημα ότι θα επιτρέψει στους κατοίκους της να αρχίσουν κάποτε να σκέπτονται τι πρόκειται να χτίσουν, όταν θα έχουν γκρεμιστεί πια οι Στρατώνες και πού θα βρούνε τα απαραίτητα χρήματα.
        Εκτός πια και αν, εν τω μεταξύ, βρεθούν εξίσου κεντρικά οικόπεδα και ικανοποιηθούν κάπως οι ανάγκες τους σε … πράσινο.



[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αγώνας την 1/9/1979].



Τάκης Μαύρος : Απ' όσα παραλείπει η Ιστορία. Μια τουρκοπούλα Αρναούτογλου στό Άργος

Την κατάληψη της Τριπολιτσάς κατά την Επανάσταση στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, συνόδευσαν όπως ήταν φυσικό, πράξεις βίας και αντεκδικήσεως, αναπόφευκτες στις περιπτώσεις που ένας λαός, επί αιώνες καταπιεσμένος, βρίσκεται μια μέρα απόλυτος κύριος του χθεσινού τυράννου του.
        Με πολύ ζωηρά χρώματα περιγράφουν εκείνες τις στιγμές αυτοί που τις έζησαν και, παρ' όλο πού δεν ήσαν ασυνήθιστοι στη θέα του αίματος, δεν μπορούν ν' αποκρύψουν τον αποτροπιασμό τους για όσα έβλεπαν γύρω τους να γίνονται. Οι πράξεις όμως θηριωδίας εκείνο τον καιρό δεν ήσαν κάτι το ασυνήθιστο και μάλιστα όχι κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων. Μια τέτοια περίπτωση αναφέρει ο Πουκεβίλ (Pouqueville): «Λίγα χρόνια πριν (από το 1815) ο Αλή Φαρμάκης από το Λάλα, που είχε υποστεί μια ταπείνωση από τον Αρναούτογλου - Τούρκο προύχοντα τής Τριπολιτσάς - μη μπορώντας να τον εκδικηθεί κατά μέτωπο, διέταξε και έπιασαν έντεκα χριστιανούς που ήσαν άνθρωποι τού Αρναούτογλου και τους παλούκωσε για να εκδικηθεί πάνω τους το αφεντικό τους». Την ιστορία αυτή τήν διηγιόντουσαν σαν παληκαριά και σαν λεβεντιά οι Τούρκοι του Ναυπλίου.
        Θα πρέπει λοιπόν να θεωρηθεί σαν μια φυσική πολεμική συνέπεια το ότι από τις 34.000 ψυχές Τούρκων, Αλβανών, Ελλήνων και Εβραίων που η Επανάσταση στην αρχή της βρήκε κλεισμένους μέσα στην Τριπολιτσά, η εξάμηνη πολιορκία, οι καθημερινές συγκρούσεις, οι αρρώστιες, η αναχώρηση των 2.000 περίπου Αλβανών και τελικά η άλωση, δεν επέτρεψαν τη διάσωση παρά μόνο σέ 8.000 αιχμαλώτους. Και φυσικά οι περισσότεροι από αυτούς, αν όχι όλοι, ήσαν οι πλούσιοι και σημαντικοί, για τους οποίους υπήρχε η ελπίδα μιας επωφελούς αργότερα ανταλλαγής, και οι νεαρές και ωραίες γυναίκες. Γράφει σχετικά ό Τ. Γριτσόπουλος:
        «Στις 26.9.1821, μόλις εκόπασεν το 3ήμερον όργιον, ελήφθη η κατωτέρω απόφασις περί προστασίας των Χαρεμίων των Τουρκων αξιωματούχων δια πολλά ωφέλιμα τέλη της Πατρίδος.

Κοινῄ γνώμῃ δια το όφελος της Πατρίδος απεφασίσθησαν οι κάτωθι προσδιορισμοί:

8) Τα χαρέμια του Αρναούτογλου και των λοιπών σημαντικών Τούρκων νά μείνωσι φυλαγμένα εδώ χωρίς να πειραχθώσιν εις την ζωήν και την τιμήν των, το δέ πράγμα των να μείνη εις τας χείρας των έως δευτέρας κοινής σκέψεως.
…»
        Τι απέγινε με τα «Χαρέμια» αυτά; Όπως είναι γνωστό, ο Χουρσίτ πήρε τα δικά του. Άλλα διεφυλάχθησαν από τους σημαίνοντες και αργότερα αντηλλάγησαν με Έλληνες αρχηγούς. Πολλές όμως από τις αιχμάλωτες αυτές γυναίκες δέχτηκαν από ανάγκη τη θρησκεία των νέων κυρίων τους και ακολουθώντας άλλες εύκολα και άλλες δύσκολα μονοπάτια, αφομοιώθηκαν μέσα στη λοιπή μάζα τού ελληνικού λαού. Μιας τέτοιας νεαρής αριστοκράτισσας Τουρκοπούλας την τύχη θα ιδούμε εν συνεχεία.
        Στην Τριπολιτσά, προ της Επαναστάσεως, μια από τις καλύτερες Τουρκικές οικογένειες, άν όχι η καλύτερη, ήταν η οικογένεια Αρναούτογλου. Μεγάλοι γαιοκτήμονες, υπολογίζεται ότι κατείχε κτήματα δυναμικότητας 200 σπαθίων. Κατείχε ολόκληρα χωριά, τον Ψωριάρη, το Πέρα Μπεντένι, το Διάσελο, τό Πουγκάκι. Μερικά ακόμη από τα κτήματα της οικογενείας Αρναούτογλου βρίακονταν δυτικά από τον δρόμο Τρίπολης - Άργους και περί το Μούχλι και το Στενό. «Φυτείες του Αρναούτογλου» υπήρχε τοπωνύμιο περί την Τρίπολη. Και συνοικία «Αρναουτογλαίικα» υπήρχε μέσα στην Τρίπολη.
        Το σπίτι της οικογένειας αυτής βρισκόταν επί τής οδού Γορτυνίας και περί τούς σημερινούς Στρατώνες, διάφορα όμως μέλη της είχαν την έδρα τους σέ άλλες πόλεις, όπου είχαν και αξιώματα. Ένας, ο Σουλεϊμάν αγάς Αρναούτογλου ήταν βοεβόδας Καλαμών και με την κήρυξη της Επαναστάσεως παρεδόθη εις τον Πετρόμπεη Μαυραμιχάλη. Ένας άλλος, ο Ιμπραήμ, ήταν βοεβόδας Καλαβρύτων καί ιδιοκτήτης του χωριού Δάρα. Αυτός παρεδόθη από την αρχή στους πολιορκητές των Καλαβρύτων. Ένας τρίτος, ο Μουσταφάς, ήταν μεγαλογοκτήμων, ιδιοκτήτης του χωριού Βλαχοκερασιά. Από τους άλλους Αρναούτογλου, όσοι βρέθηκαν ζωντανοί κατά την κατάληψη της Τριπολιτσάς μετεφέρθησαν στη Σπάρτη και παρεδόθησαν στον Αναγνωσταρά [1].
        Κόρη αυτού του Μουσταφά, και όχι Αβδούλ μπέη, ήταν και η «περικαλλής μελαγχροινή Αντιλλέ, ήτις διεκρίνετο και δια την ευφυΐαν της». Την Αντιλλέ αυτήν, ως Χαρίκλεια (Νεόφυτον) πλέον «γέννημα καί θρέμμα Τριπόλεως Μαντινείας», την συναντούμε 18 χρόνια αργότερα παντρεμένη με τον ταγματάρχη του Βασιλικού Ιππικού Τάγματος της Δευτέρας Μοίρας (Αργολίς) Δημήτριο Τουρναβίτη «γέννημα θρέμμα Τουρνάβου» [2], να πωλεί δια συμβολαιογραφικής πράξεως ένα χωράφι που τής είχε παραχωρήσει η Ελληνική Κυβέρνηση στο Κουτσοπόδι του Άργους. Αυτό που αναφέρει ο Τ. Κανδηλώρος, αλλά επαναλαμβάνει και ο Τ. Τσακόπουλος, δηλαδή ότι η Κυβέρνηση της είχε παραχωρήσει εκτάσεις 1000 στρεμμάτων στην περιοχή των Μυκηνών, ίσως είναι λίγο υπερβολικά.
        Το συμβόλαιο, με αριθμό 1491, συνέταξε ο «συμβολαιογραφών» ειρηνοδίκης Άργους Νικόλαος Ζεγκίνης την 3 Ιανουαρίου 1839. Αγοραστής κατόπιν πλειστηριασμού εμφανίζεται ο από το Κουτσοπόδι καταγόμενος, οπλαρχηγός κατά την Επανάσταση και ήδη «λοχαγός της Δευτέρας Τετραρχίας» Αναστάσιος Νέζιος. Το χωράφι, εκτάσεως 6,5 παλαιών στρεμμάτων, επωλήθη αντί 133 αργυρών δραχμών το στρέμμα και από το συνολικό ποσόν των 864,50 δραχμών έγινε και μία έκπτωση 5% επειδή η πληρωμή έγινε τοις μετρητοίς. Φαίνεται όμως ότι τα χρήματα τα είχε πάρει ενωρίτερα, δανεικά ίσως, ο Τουρναβίτης, διότι όπως αναγράφει το συμβόλαιο η «πωλητής» ενώπιον μαρτύρων ομολογεί ότι παρέλαβεν την ποσότητα των χρημάτων και διότι δια του ιδίου συμβολαίου μεταβιβάζει ο Δ. Τουρναβίτης στη σύζυγό του Χαρίκλεια την κυριότητα μιάς, της μικροτέρας, εκ δύο οικιών των οποίων ήταν Ιδιοκτήτης και οι οποίες ευρίσκονται στο Άργος στην ενορία Αγίου Δημητρίου, έναντι της οικίας Τζαβάρα.
        Το συμβόλαιο υπογράφεται από τον Δημήτριο Τουρναβίτη, δια την αγράμματον γυναίκα του, τον Αναστάσιον Νέζιον, τους δύο μάρτυρας Αθανάσιον Ασημακόπουλον και Γεώργιον Ανυφιώτην έμπόρους, τον Δημόσιον Κήρυκα Θεοφάνην Ευσταθίου και τέλος τον συμβολαιογραφούντα ειρηνοδίκην Νικ. Ζεγκίνην. Εις το συμβόλαιο αυτό, γραμμένο σέ 4 σελίδες συνήθους χάρτου συμβολαίων, διαστάσεων 0,285 Χ 0,200 [μ], δεν αναφέρονται τοπωνύμια εκτός από ένα, τα «'Οφτά» στο Κουτσοπόδι.
        Εκείνο όμως που ίσως θα παρουσίαζε ενδιαφέρον είναι η μελέτη, η παρακολούθηση της διαδικασίας παραχωρήσεως γαιών εθνικών σε Τούρκους, που κατά έναν οιονδήποτε λόγο παρέμειναν στην ελεύθερη πιά Ελλάδα, δεδομένου ότι είχαν ληφθεί προστατευτικά μέτρα γι' αυτούς [3].
        Το συμβόλαιο αυτό, σε αντίγραφο όπως και περί τα 45 άλλα συμβόλαια και έγγραφα, ελληνικά και τουρκικά, αφορώντα κυρίως δικαιοπραξίες προ του 1850, προέρχονται από το ανέκδοτο αρχείο των Αναστασίου και Αδριανού Νέζιου, που έδρασαν σαν οπλαρχηγοί, κυρίως ο πρώτος, κατά την Επανάσταση, και που ο απόγονός τους κύριος Κωνσταντίνος Αριστοβούλου Νέζος είχε την καλωσύνη να μου επιτρέψει να φωτογραφίσω. Τα αρχεία των συμβολαιογράφων της εποχής εκείνης, που η μελέτη τους θα προσέφερε πολύτιμα στοιχεία στην ιστορία του τόπου, έχουν διαμοιραστεί στους σημερινούς συμβολαιογράφους του Άργους και η εναπόθεσή τους μέσα σε σάκους και σε αποθήκες δεν τούς εξασφαλίζει παρά τη σύντομη καταστροφή τους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

François Charles Hugues Laurent Pouqueville, Voyage de la Grèce, Paris, 1820-1822, tome V, p. 218.
Τάσου Αθ. Γριτσοπούλου, Ιστορία της Τριπολιτσάς, εκδ. Ένωσης Τριπολιτών Αττικής, Αθήνα 1972-1976, τόμ. Α' και Β'.
Ιωάννου Φιλήμονος, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1861, τόμ. Δ'.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
  1. Οι Αρναούτογλου σκοτώθηκαν όλοι (Τ.Κ. Κανδηλώρου, λήμμα «Αρναούτογλου», Μεγ. Ελλην. Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 5, σ. 627) . 
  2.  Λοχαγός Τουρναβίτης εγγράφεται συνδρομητής του «Στρατιωτικού Εφόρου» εκδιδομένου υπό του συνταγματάρχου Π. Γ. Ροδίου στο Ναύπλιο το 1835. Αναφέρεται ως Βούλγαρος, ενώ υπάρχει Τύρναβος και στη Θεσσαλία. 
  3. Β. Σκουβαρά, Δύο Τουρκόπουλα ζητούν προστασία από τον Καποδίστρια, Πελοποννησιακά, τόμ. Γ-Δ (1958 - 59), σσ. 408 - 411.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αγώνας (1/9/1979, 15/9/1979 και 29/9/1979)

Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...