Saturday, May 31, 1975

Τάκης Μαύρος : Το Άγιον Όρος (αναμνήσεις από επίσκεψη)

Ο Μάϊος είναι ο μήνας που αρχίζουν οι εκδρομές. Τεράστια αυτοκίνητα γεμάτα σκολιαρούδια καταφθάνουν στον τόπο μας, αλλά και πολλά τουριστικά, που στα παράθυρά τους βλέπει κανείς ξενικές φιγούρες, τις περισσότερες γέρικες, μερικές απ’ αυτές έχουν ξεπεράσει πια κι αυτό το «φράγμα των γεραμάτων», αρπαγμένες από τον ήλιο, έτσι που θυμίζουν γαρίδες βρασμένες. Όλοι. αυτοί έρχονται να μας δουν. Και καλά κάνουν. Η αλλαγή έστω και στο χειρότερο, αν είμαστε εμείς χειρότερα από αυτούς, είναι απαραίτητη. Ιδιαίτερα όταν οι όροι εργασίας και διαμονής στη χώρα τους είναι αποπνικτικοί. Το κέντρο βάρους του ταξιδιού πολλές φορές δεν βρίσκεται στο «εκεί που πηγαίνουμε», αλλά στο «από πού φεύγουμε».
        Και μια και μιλάμε για ταξίδια και πολλοί από μας κάτι θα σχεδιάζουν για το καλοκαίρι, ας μου συγχωρηθεί να δώσω κι εγώ μιαν ιδέα, όχι μια συμβουλή. Ρώτησα κάποτε έναν φίλο μου, που όχι μόνο είχε γυρίσει αλλά είχε «ιδεί» όλο τον κόσμο, ποιό μέρος του άρεσε περισσότερο. Μου απήντησε αδίστακτα: η Ταϊτή και η Ελλάδα.
        Εγώ, πάλι, θα μπορούσα να σας διαβεβαιώσω πως απ' την Ελλάδα το ωραιότερο μέρος είναι το Άγιον Όρος. Το αλλόκοτο αυτό ακρωτήριο, που ξεκινώντας από ύψος πάνω από τη θάλασσα πενήντα μέτρα, μέσα σε λίγα χιλιόμετρα, καμμιά τριανταριά νομίζω σ' ευθεία γραμμή ανεβαίνει στα δυο χιλιάδες μέτρα. Όλο καταπράσινο από μια πυκνή βλάστηση, με απότομες πριονωτές βουνοκορφές και μικροσκοπικά ακρογιάλια. Κάθε λίγο, σε κάποιο απ' αυτά κι ένα από τα μοναστήρια, τις σκήτες ή τούς ταρσανάδες.
        Για να σχηματίσετε μιαν ιδέα για τα μοναστήρια αυτά, δεν έχετε παρά να φαντασθείτε δυο-τρία Μετοχικά Ταμεία Στρατού ενωμένα κάπως μαζί. Εκείνα που λέγονται «σκήτες» έχουν λιγότερα κελλιά από τα μοναστήρια. Σπάνια ξεπερνούν τα εκατό. Ταρσανάδες - που σημαίνει ναυπηγεία - είναι κάτι κτίρια πού μοιάζουν μ' αποθήκες πάνω στην ακρογιαλιά.
        Να προσπαθήσω να σάς περιγράψω τα μοναστήρια αυτά το νομίζω ανώτερο των δυνάμεών μου. Θα πρέπει να τα ιδείτε τώρα, πριν ο τουρισμός καταπιαστεί μαζί τους, πράγμα που άρχισε σιγά σιγά να γίνεται. Εγώ θα μπορούσα ίσως να υποβοηθήσω την επίσκεψή σας υποδεικνύοντας τι θα πρέπει να φροντίσετε και τι όχι.
        Και πρώτα – πρώτα, είναι δυο οι διαδρομές, που μπορεί ν’ ακολουθήσει κανείς. Μία - της ανατολικής πλευράς του Άθω και η άλλη τής δυτικής. Οι τουρίστες προτιμούν τη δεύτερη. Από την Ουρανούπολη ξεκινούν κάτι μικρά καραβάκια και παραπλέοντας σε μικρή απόσταση τις ακτές επιτρέπουν στους επιβάτες να βλέπουν τα μονάστήρια, όσα απ' αυτά βρίσκονται στην παραλία. Κι είναι πολλά. Δεν τους επιτρέπεται να πρσεγγίσουν σε κανένα απ' αυτά κι αυτό γιατί συνήθως μεταξύ των επιβατών είναι και γυναίκες, για τις οποίες εξακολουθεί να απαγορεύεται η είσοδος στο Άγιον Όρος.
        Αν ακολουθήσετε το ανατολικό δρομολόγιο, που προορίζεται μόνο για άντρες, μπορείτε να επισκεφθείτε τη μονή της Μεγίστης Λαύρας, που βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο της χερσονήσου, ή οποιαδήποτε άλλη θελήσετε. Συνήθως κατεβαίνουν στη μονή Ιβήρων, όπου ένα μικρό παμπάλαιο λεωφορείο τους περιμένει για να τους οδηγήσει στις Καρυές, ένα είδος μισοεγκαταλειμένου, μισοερειπωμένου διοικητικού κέντρου του Άθω και όπου μπορείτε να βρείτε όλα τα σκουπιδάκια, που πουλάνε στα καταστήματα Greek Art του Ναυπλίου, κάπως όμως ακριβότερα.
        Μη φροντίσετε για ξενοδοχείο. Κάποιος βγαίνει σ' ένα μπαλκόνι και σας φωνάζει πως πρέπει να μείνετε στο δικό του ξενοδοχείο «γιατί το άλλο είναι πανδοχείο». Στους δέκα επισκέπτες οι εννέα προτιμούν από πείσμα το «πανδοχείον», αν δεν φοβηθούν το βίαιο ύφος του ρεσεψιονίστ καλόγερου της μονής Κουτλουμουσίου. Αυτή η τελευταία βρίσκεται σχεδόν μέσα στις Καρυές και προσφέρει κι αυτή φιλοξενία έναντι κάποιας αμοιβής.
        Και για το φαγητό υπάρχει πάντα κάποια λύση, παρά τις φοβερές αγιορείτικες νηστείες. Θα βρίσκεται πάντα κάποιος διοικητικός υπάλληλος, που θα υποφέρει από το στομάχι του και ο μοναδικός μάγειρας της εργένικης μοναστικής πολιτείας θα «τού έχει μαγειρέψει λίγο κρεατάκι», από το οποίο περισσεύουν μερικές μερίδες και για σας.
        Είτε πιστεύετε είτε όχι, θα πρέπει να επισκεφθείτε το Πρωτάτο, τη μητρόπολη των Καρυών. Θα έχετε έτσι την ευκαιρία να δείτε πώς ήταν η εκκλησιαστική ζωγραφική στις αρχές του 16ου αι. Αποφύγετε το λάθος να τις θεωρήσετε βυζαντινές, δεν είναι. Αν είσαστε Έλληνας, καλό είναι να πιστεύετε ότι η ζωγραφική αυτή θεωρείται έργο του Πανσέληνου, αν πάλι ανήκετε στον δυτικοευρωπαϊκό κόσμο μπορείτε ανεμπόδιστα να πιστεύετε ότι είναι έργα εκτελεσμένα από τον Πανσέληνο, αλλά υπό την καθοδήγηση του Seraphini.
        Αλλά σ' οποιοδήποτε δόγμα κι αν ανήκετε θά πρέπει να παρακολουθήσετε μια από τις τόσες λειτουργίες, που γίνονται καθημερινά στο Πρωτάτο. Βέβαια, χρειάζεται κάποια προσπάθεια, γιατί οι λειτουργίες αυτές αρχίζουν κατά τις τρείς το πρωί και κρατούν περί τίς δυό - δυόμιση ώρες η κάθε μία. Μη παραξενευτείτε αν μπαίνοντας το πρωί στην εκκλησία ακούσετε το ρολόϊ της να χτυπά εννέα φορές. Δεν είναι χαλασμένο, αλλά το Άγιον Όρος ακολουθεί το βυζαντινό ωράριο, όπου η μέρα αρχίζει στις έξη το πρωί και η νύχτα στις έξη το απόγεμα. Μία μόνο μονή έχει εκσυγχρονιστεί κι ακολουθεί το σύγχρονο ωράριο.
        Ο ναός του Προδρόμου (Πρωτάτο) έχει ηλικία χιλίων χρόνων περίπου. Και μέσα σ’ αυτόν οι ψαλμωδίες ακούγονται έτσι όπως ψέλνονταν τότε. Τα περισσότερα κείμενα διαβάζονται κάτω από το φως ενός καντηλιού, που το φως του δεν το βλέπετε γιατί ένα χάλκινο αμπαζούρ το ρίχνει προς τα κάτω, έτσι που να φωτίζονται μόνο τα γράμματα. Οι ψάλτες, που κι αυτοί είναι μοναχοί, διαβάζουν ή ψέλνουν ταυτοχρόνως διαφορετικά κείμενα, σ' αυτούς ένας τρίτος μοναχός προσθέτει μιά στον ένα, μιά στον άλλο και τη δική του ανάγνωση ενός τρίτον κειμένου, κι αυτό, όσο και να φαίνεται παράξενο, δημιουργεί σιγά - σιγά μιαν αίσθηση αρμονίας ασυνήθιστης, της βυζαντινής αρμονίας, που δεν έχει καμμιά σχέση με τους αμανέδες των ψαλτάδων των δικών µας, τις ναπολιτάνικες τετραφωνίες και τους λαρυγγισμούς κεφαλονίτικων κανταδόρων, που ακούγονται στις δικές µας εκκλησίες. Χώρια την ώρα της ραδιοφωνικής εκπομπής «για τη διάδοση της βυζαντινής μουσικής», που με τον κοφτό τρόπο που τελειώνει το στίχο κάνει τα αριστουργήματα αυτά να µοιάζουν με στρατιωτικά εμβατήρια.
        Ευτυχώς δεν υπάρχει ακόμα ηλεκτρικό στις Καρυές. Έτσι αποφεύγουν, προς ώρας, τον πειρασμό να ηλεκτροφωτίσουν την εκκλησία με σταυρούς, λαμπιόνια, λαμπιονάκια και προπαντός με µεγάφωνα, που τα φάλτσα των ψαλτάδων, αντί να τ’ αφήνουν να παραμένουν μια μικρή ενδοοικογενειακὴ ατυχία, τα διατυμπανίζουν σ᾿ όλους τους ανύποπτους περίοικους.
        Η λειτουργία τελειώνει. Ένας απὸ τους μοναχούς, δεν ξέρω το βαθµό του, κρατώντας ένα ασηµόδετο Ευαγγέλιο προχωρεί στο κέντρο του ναοῦ ακολουθούμενος από έναν διάκο, που κρατά ένα κηροπήγιο, ίσως δυὸ µέτρα μακρύ, μ᾽ ένα κερί αναμμένο. Η ανάγνωση των προσευχών συνεχίζεται σε χαμηλώτερο τόνο που µοιάζει με ψίθυρο μάλλον. Ένας - ένας οι μοναχοί, ακολουθώντας κάποια ιεραρχία, κατεβαίνουν από τα στασίδια τους και ασπάζονται το Ευαγγέλιο. 
        Όταν τελειώσουν οι μοναχοί, έρχεται η σειρά των λαϊκών. Ο μοναχός, που κρατά το Ευαγγέλιο, προχωρεί προς τον νάρθηκα και ο διάκος με μια ευγενικιά χειρονομία που θύμιζε την κίνηση που κάνει με το χέρι του ο ψυχοπομπός Ερμής στον τάφο των Λευκακίων για να δείξει στην ψυχή του νεκρού ότι πρέπει να προχωρήσει προς τον Κριτή, με την ίδια χάρη, με την ίδια σταθερότητα καλεί τώρα έναν - έναν τους κοσμικούς να πλησιάσουν και ν’ ασπασθούν το Ευαγγέλιο. Από όσες σκηνές έχω παρακολουθήσει στις εκκλησίες μας νομίζω ότι αυτή θα μου μείνει αλησμόνητη. Το σκοτάδι, οι μαύρες καλύπτρες, η απόλυτη σιγή, που την τάραζε ο ψίθυρος των προσευχών, οι ωραιότατες αγιογραφίες που μόλις θαμποδιακρίνονταν, μου έδιναν το αίσθημα συμμετοχής σε μια μυσταγωγία.
        Στο Πρωτάτο, ένας μοναχός από τον τόπο μας τιμά το σχήμα τον και την πατρίδα του για τον καθαρό τρόπο, με τον οποίο εκθέτει τις γνώσεις του γύρω από το Άγιον Όρος. Τον θαύμασα ακόμη για την καρτερικότητα με την οποία απαντούσε στις ανόητες ερωτήσεις.
        Ασφαλώς θα έχετε διερωτηθεί τί χρειάζονταν ο δρόμος και το λεωφορείο σε μια περιοχή που καταβάλλεται προσπάθεια να παραμείνει έτσι όπως ήταν εδώ και χίλια χρόνια και να κρατηθεί μακρυά από κάθε τουριστική μαγάρα. Αν ρωτήσετε θα σας απαντήσουν «για να μεταφέρονται τα ξύλα», γιατί το δάσος υλοτομείται, τουλάχιστον άλλοτε συστηματικά. Αν ρωτήσετε πού είναι τα ξύλα θα σας πουν ότι δεν υπάρχούν εργάτες να τα κόψουν.
        Δεν χρειάζεται να διαβάσετε κάτι για το Άγιον Όρος πριν ξεκινήσετε για την εκδρομή σας. Στην Ουρανούπολη πουλάνε κάτι μικρούς οδηγούς, που δίνουν μερικές πληροφορίες για τα διάφορα μοναστήρια και περιγράφουν με κάθε λεπτομέρεια πόσα κόκκαλα Αγίων έχει το καθένα απ’ αυτά.
        Παρ' όλον ότι πρόκειται περισσότερο για προσκύνημα και λιγότερο για εκδρομή, μπορείτε αν θέλετε να πάρετε μαζί σας τα μαγιώ σας. Και όσο μικρότερα είναι, τόσο περισσότερο θα είσαστε μέσα στη μόδα. Οι άνδρες μπορούν να κάνουν μπάνιο στις μικρές ακρογιαλιές, οσοδήποτε κι αν είναι προσβλητικό αυτό και για τον τόπο και για το ανθρώπινο περιβάλλον. Δεν πειράζει. Το κάνει όλη ή ευρωπαϊκή αληταρία που επισκέπτεται τον Άθω. Οι γυναίκες, αν δεν ντρέπονται λίγο, μπορούν να κυκλοφορούν με τα μαγιώ μέσα στο καραβάκι, που όπως είπαμε πλησιάζει τα μοναστήρια σ' απόσταση πενήντα μέτρων. 
        Εκείνο όμως πού πρέπει οπωσδήποτε να έχετε μαζί σας είναι ένα αγγλοελληνικό λεξικό. Αν θελήσετε να διασχίσετε το Άγιον Όρος με τα πόδια, θα συναντάτε κάθε λίγο κάτι αγγλόφωνες, αγγλόγραπτες μάλλον πινακίδες, πάνω στις οποίες μπορείτε να διαβάσετε The forest is God’s present, ή Prevent the fire, ή ακόμη God gave the forest as a present to you. Και κάτι άλλα τέτοια.
        Στη Δάφνη αποχαιρετάτε πια το Άγιον Όρος με πραγματική συγκίνηση, παρ’ όλες τις προσπάθειες που καταβάλλουν τα λιμενικά όργανα να κάμουν τον έλεγχο των αποσκευών σας όσο μπορούν πιο βάναυσα.
        Και το περίεργο ξέρετε ποιο είναι; Ότι θέλετε να ξαναπάτε.

[Δημοσιεύτηκε στον εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 31/5/1975]

Thursday, May 22, 1975

Τάκης Μαύρος : Ο λόγος

Ακούγεται συχνά το παράπονο πως δεν μπορούμε να εκφραστούμε σωστά γιατί μας φταίνε ποτέ οι δάσκαλοι, πότε η γλώσσα μας που είναι διχασμένη σε δημοτική και καθαρεύουσα, πότε τα ελλιπή σχολικά βιβλία, πότε οι λίγες ώρες διδασκαλίας, πότε το ακατάλληλο και στενάχωρο των σχολικών κτιρίων, και πότε δεν ξέρω τι άλλο. Ποτέ όμως δεν ακούγεται το παραμικρό για την εσωτερική μας φτώχεια. Ποτέ το ότι στο νόημα που γεννήθηκε μέσα μας δεν δώσαμε τον απαιτούμενο χρόνο που χρειάζεται να ωριμάσει για να αποκτήσει, όταν γεννηθεί, τον τίτλο του σωστού λόγου. Ιδέες που συνελήφθησαν επιπόλαια και βιαστικά, αντί να τις αφήσουμε να ωριμάσουν μέσα μας και να πάρουν τη σωστή τους φόρμα, βιαζόμαστε να τις παρουσιάσουμε στον κόσμο, με αποτέλεσμα τις περισσότερες φορές να έχουν την σφραγίδα του «θνησιγενούς».
        Βέβαια, υπάρχουν και οι προικισμένοι από την φύση με ταλέντο, που έχουν την ικανότητα του γρήγορου, σωστού, και ξεκάθαρου λόγου, που οσοδήποτε να φορτωθεί με σχήματα, άλλοτε πετυχημένα κι άλλοτε όχι, με ασυνταξίες και σολοικισμούς, παραμένει πάντα ζωντανός, ζεστός, ξεκάθαρος. Αντίθετα άλλων, λιγότερο ή καθόλου προικισμένων, γεννιέται ανόρεκτος και ατροφικός και πλακωμένος κάτω από το βάρος των στολιδιών του λογιοτατισμού, δεν ανασαίνει.
        Θα παραθέσω δύο κείμενα, αποσπάσματα από απομνημονεύματα των αγωνιστών του 21, που δείχνουν καλύτερα αυτό που θέλω να πω. Το πρώτο είναι από το «Γκιορνάλε δια την ανεξαρτησίαν του Έθνους» του Αλέξανδρου Δ. Κριεζή, καπετάνιου και απλοϊκού ανθρώπου, που περιγράφει με χάρη και ζωντάνια την εμπειρία του από ένα επεισόδιο της Επαναστάσεως [1]. Γράφει λοιπόν ο Υδραίος καπετάνιος: 
«… Την άλλην ημέραν αναχωρήσαμε (από Πέτρας εις Θήβας) · μας επροβόδησαν με πυροβολισμούς έως μίαν ώραν. Προς το βράδυ, 2 ώρας βασιλεύοντας του ηλίου, εφθάσαμεν εις εν μοναστηράκι, 7 ώρας μακρυά από τας Θήβας, εξεπεζεύσαμεν και εμβήκαμεν εις προσκύνησιν των αγίων. Μας εδέχθη ο ηγούμενος εις τον οντά του με μεγάλας υποδεξιώσεις, έμαθε παρά του Μηνά ποίος ήμιν · εξετάζοντάς τον τα περιστατικά αγροικώ να μας λέγη, ότι είναι μισή ώρα που ανεχώρησεν ο πασάς απ’ εδώ δια τας Θήβας, όπου είχε την κατοικία του. Αγροικώντας εγώ πασά, ήρχισα να ενθυμούμαι την αναχώρησιν από το πλοίον μου · δεν έδωσα όμως να καταλάβουν. Ήρχισεν ο ηγούμενος ετοιμάζοντας τράπεζαν απ’ έξω του μοναστηρίου εις τα χόρτα. Εκαθήσαμεν τρώγοντας και πίνοντας με ωραίον φεγγάρι και γαλήνη. Και από τη μνήμη μου δεν έβγαινεν ο λόγος του ηγουμένου.
        Επάνωθεν από ταις πλάταιες επαρατήρησα δύο αξιόλογα βουνά, με πολλούς πεύκους υψηλούς και άλλα δένδρα... εσηκώθην εις τα ποδάρια και ανεβαίνοντας το πρόποδον των δύο βουνών, με λέγει ο ηγούμενος:
-     Κύριε Κριεζή, χαΐρολα (= ώρα καλή).
Τον απεκρίθην:
-     Πηγαίνω ολίγον να ξεμουδιασθώ.
        Έτρεξαν όλοι κατόπι μου και οι στρατιώται, καθώς και ο ηγούμενος. Ήτο εν τέταρτον της ώρας μακρυά από το μοναστήρι, επαρατήρησα την θέσιν κατάλληλον δια την ασφάλειαν και τους λέγω:
-     Ιδού κατοικία δια να απεράσωμεν την καλήν νύκτα.
        Εδιώρισα, έτρεξαν να μου φέρουν τα στωσίματα εδώ. Εγύρευσεν ο ηγούμενος δυο και τρεις φοράς να με εμποδίση και πού εγώ να πεισθώ εις τα λόγια του ηγουμένού! Έτρεξαν οι στρατιώται και έφεραν όλα τα αναγκαία, ως να ήμην εις το πλοίον μου, και αήρ καθαρός
».
        Καθώς βλέπετε, δεν του λείπουν τα μαργαριτάρια της καθαρεύουσας, ούτε η ελευθερία στη σύνταξη, αλλά αυτό που θα μπορούσε να είναι ελάττωμα για ένα άλλο κείμενο, εδώ όχι μόνο δεν αφαιρεί, αλλά αντίθετα δίνει χάρη και ψυχή στον λόγο του Κριεζή.
        Και ένα τώρα ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Αντώνη Α. Μιαούλη «Συνοπτική ιστορία των υπέρ της ελευθερίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος κλπ.» :
        «… Τέλος πάντων περί τας 3 τρεις ώρας πνεύσας ο άνεμος ευνοϊκώτερον και φουσκοθέντων υπ’ αυτού των πανίων μας, εκινήθημεν κατά της φρεγάτας και του βρικίου κανονοβολούντες αυτά, τα οποία μας εκανονοβολούσαν, αβλαβώς όμως, από την πρωΐαν ακόμη · τα δε άλλα πλοία μας κατιδόντ ημάς ότι επέσαμεν πλέον εις τον άνεμον και ότι αρχήσαμεν να κτυπώμεν κρατερώς την φρεγάταν και τα βρίκια … (από τα δύο πυρπολικά) … το εν επλησίασεν τόσον πολύ εις μιαν φρεγάτα … ώστε παρ’ ολίγον το εμπροσθηνόν κατάρτι του πυρπολικού δεν συνεπλέχθη με τα καλώδια (σχοινία) του ατέρμονος της φρεγάτας, η οποία εδόθη εις φυγήν, διαφυγούσα χάρις εις την ταχύτητα των ποδών της κλπ. κλπ.».
        Το δεύτερο κείμενο δεν έχει ψυχή, οι ασυνταξίες και οι λεκτικές ακροβασίες το κάνω να παγώνει μόλις βγαίνει. Καμμιά ζεστασιά, καμμιά ζωντάνια. Το κείμενο του Μιαούλη στερείται, με λίγα λόγια, του τόσο απαραίτητου, του θείου δώρου του ταλέντου.
        Και πού καταλήγουμε : στην επανάληψη μιας γνώμης. Αν δεν πετάει ο λόγος, αν δεν πάει ρέοντας, ίσως είναι προτιμότερο να τον αφήνουμε να ωριμάζει πρώτα και μόνο αν κρίνουμε ότι είναι οπωσδήποτε απαραίτητο και υποχρεωτικό, τότε μόνο να αποτολμούμε την κάθοδο στον στίβο. Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πως ωριμάζοντας η σκέψη θα πάρει τα χαρακτηριστικά του καλού λόγου.
        Κατά κάποιον τρόπο, ξαναγυρίζουμε στο «σπεύδε βραδέως».
        (Δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Αλεξάνδρου Δ. Κριεζή, Απομνημονεύματα (Γκιορνάλε δια την ανεξαρτησίαν του Έθνους). Επιμ. Έκδ. Εμμανουήλ Γ. Πρωτοψάλτης. ΕΚδ. Βιβλιοθήκη Γ. Τσουκαλά και Υιού, Αθήναι 1956.
  2. Αντώνιος Α. Μιαούλης, Συνοπτική ιστορία των υπέρ της ελευθερίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος γενομένων ναυμαχιών διά των πλοίων των τριών νήσων Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών εν όλω τω διαστήματι του Ελληνικού αγώνος. Εκ της Τυπογραφίας του Κωνσταντίνου Τόμπρα Κυδωνιέως και Κωνσταντίνου Ιωαννίδου Σμυρναίου, Εν Ναυπλίω, 1833.
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 22/5/1975].

Saturday, May 10, 1975

Τάκης Μαύρος : Ετυμολογικά : (Τ)σιγάρο, ταμπάκο

Όλοι μας σχεδόν γνωρίζουμε τα σιγαρέτα. Το όνομα αυτού έχει καθιερωθεί και υποδηλώνει ένα είδος μικρού [τ]σιγάρου. «Σιγάρο», άλλοτε αλλά ακόμα και σήμερα στις ξένες γλώσσες, λέγεται το πούρο.
        Ίσως να ήταν η πρώτη μορφή, με την οποία παρουσιάστηκε στην Ευρώπη ο καπνός. Εκτός όμως από τα σιγάρα και τις πίπες (τσιμπούκια), γίνονταν μεγάλη χρήση και καπνού σε σκόνη για εισπνοές, το περίφημο «ταμπάκο». Καπνός κονιορτοποιημένος, κατά τις περιστάσεις και τις ποιότητες αρωματισμένος, μέσα σε μικρά κουτιά λιγότερο ή περισσότερο πολυτελή, τις «ταμπακιέρες», που ήταν απαραίτητο εξάρτημα των κυρίων και κυριών της εποχής. Γιατί φαίνεται πως η συνήθεια αυτή ήταν περισσότερο διαδεδομένη σε εκείνους, που είχαν κάποια ηλικία, χωρίς διάκριση φύλου.
        Φυσικά υπήρχαν εκλεκτές ποιότητες, που ήταν ευχάριστες όχι μόνο σ’ εκείνους που τον χρησιμοποιούσαν, αλλά και στους διπλανούς τους. Υπήρχαν όμως και ποιότητες φθηνές, που φαίνεται θα ήσαν δυσάρεστες κι ενοχλητικές.
        Οι Τσάμηδες, λοιπόν, της Αλβανίας, που πολλούς από αυτούς είχε την τιμή να γνωρίσει η Πελοπόννησος και πριν και κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως [του 1821] φαίνεται πως χρησιμοποιούσαν ταμπάκο, που ποιος ξέρει πόσο ενοχλητικά θα μύριζε, ώστε μετά τόσα χρόνια να έχει μείνει ακόμη η φράση, όταν θέλουμε να δηλώσουμε κάτι το πολύ ενοχλητικό: «Τσάμικος ταμπάκος μου έγινε»!

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 10/5/1975].

Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...