Sunday, January 26, 1975

Τάκης Μαύρος – Το πράσινο

Κάποτε, νομίζω, επί Γιάννη Μεταξά, έπιασε τον Δήμο Αθηναίων η μανία των αναδασώσεων και δενδροφυτεύσεων κι άρχισαν να δενδροφυτεύουν τα πάντα. Δεν γλίτωσε ούτε η Ακρόπολη.
        Λίγα χρόνια αργότερα, αμέσως μετά την Κατοχή, ένας Άγγλος καθηγητής του Βρετανικού Συμβουλίου, λάτρης της Ελλάδας αλλά και ανελέητος είρων, δημοσίευσε ένα χαριτωμένο αλλά και πικρό για τις αλήθειές του βιβλίο για την Ελλάδα της εποχής του, και φυσικά δεν άφησε να του φύγει η ευκαιρία ν’ ασχοληθεί με δηκτική ειρωνεία και με τα φυτεμένα δέντρα στον λόφο της Ακρόπολης. Χρειάστηκε ένας Πικιώνης (1958-59;) για να μπορέσει να δώσει λίγο γούστο στο δασάκι και στην περιοχή με τη γνωστή καλαισθησία του.
        Η ασυλλόγιστη αυτή μανία να φυτεύονται δέντρα, οποιαδήποτε και οπουδήποτε, δεν περιορίστηκε μόνο στην Αθήνα. Η Πάργα έχει πάνω από την πόλη ένα ωραιότατο κάστρο, πολύ καλά διατηρημένο. Εφύτεψαν πεύκα, τόσα και έτσι, που να μην διακρίνεται πια από την πόλη. Το ίδιο και με το κάστρο του Αγίου Γεωργίου στην Κεφαλονιά. Εκεί, μάλιστα, προχώρησαν φυτεύοντας και μέσα στο κάστρο. Το ίδιο και στη Ζάκυνθο και στη Ναύπακτο, και σε πολλά άλλα μέρη, που δεν τα έχω πρόχειρα τώρα.
        Το ίδιο έγινε και με την Ασπίδα του Άργους. Ευτυχώς, όμως, ο θεός της πόλης σέβεται το τοπίο πιο πολύ από τους ανθρώπους κι ελπίζω ότι θα κρατήσει τα μικρά δεντράκια κακορίζικα και ατροφικά όσο μπορέσει περισσότερο.
        Οι απρογραμμάτιστες αυτές και βιαστικές δενδροφυτεύσεις γίνονται γιατί τις σχετικές πρωτοβουλίες παίρνουν πρόσωπα ενθουσιώδη πιθανόν αλλά τελείως αναρμόδια. Και όχι μόνο στο Άργος. Είδα ωραιότατους δρόμους (Αθηνών – Κορίνθου), με μοναδική θέα προς τη θάλασσα, όσο οι διάφορες βιομηχανικές εγκαταστάσεις επιτρέπουν αυτή τη θέα, να είναι πυκνά δενδροφυτευμένοι με ροδοδάφνες, έτσι που σε λίγα χρόνια οι ταξιδιώτες δεν θα βλέπουν παρά μόνο δάφνες.
        Έξω από το Άστρος, προς τον Άγιο Ανδρέα και δίπλα στον δρόμο, υψώνεται ένας λοφίσκος. Στην κορυφή του βρίσκεται ένα μικρό αλλά παλιό εκκλησάκι, οι Άγιοι απόστολοι, και σε μικρή απόσταση σώζεται σε καλή κατάσταση ένα κτήριο, αντιπροσωπευτικό μνημείο της λαϊκής αρχιτεκτονικής των αρχών του 17ου αι. Μνημεία σπάνια πια για την περιοχή. Κάποιος κάποτε δενδροφύτευσε τον λοφίσκο, τα πεύκα μεγάλωσαν και σήμερα δεν φαίνεται πια ούτε ναός ούτε κτήριο.
        Κάτι παρόμοιο έγινε και με την Αρβανιτιά του Ναυπλίου. Από τον αγαπημένο αυτό περίπατο ντόπιων και ξένων, δεν φαίνεται πια η θάλασσα και σε λίγο καιρό δεν θα φαίνεται και το Παλαμήδι.
        Θα ήθελα να κάναμε μια σύγκριση με το αυστηρό και επιβλητικό μέσα στη γύμνια των βράχων του κάστρο της Ακροκορίνθου, τον Μυστρά μέσα στην ερημιά του, την Τίρυνθα, τις Μυκήνες. Θα ήταν καλύτερα αν ήσαν πνιγμένα μέσα στο πράσινο τον πεύκων, των ευκαλύπτων και των κυπαρισσιών; Ειδικά για τις Μυκήνες θα ήθελα να σημειώσω ότι είδα πέρυσι [1974] να προβάλλουν δειλά-δειλά στην αρχή τα πρώτα πευκάκια. Ρώτησα: ποιος σας είπε να τα φυτέψετε; Μου δόθηκε μια αόριστη απάντηση. Άλλο πράγμα η ανάγκη σε πράσινο των πόλεων κι άλλο τα μνημεία και οι αρχαιολογικοί χώροι. Το Ναύπλιο πιθανόν να θέλει πράσινο, όχι όμως η Αρβανιτιά ούτε το Παλαμήδι. Το ίδιο και το Άργος. Βρίσκεται μέσα σε μια καταπράσινη πεδιάδα, αλλά το ίδιο δεν έχει ούτε πάρκα ούτε δενδροστοιχίες, και ίσως θα ’πρεπε να δενδροφυτευθούν, όχι όμως και η Λάρισα.
        Και μια κι αναφέραμε την ακρόπολη αυτή του Άργους, ας προσθέσουμε ότι στην παλιά οχυρωματική η πρώτη φροντίδα του καστροφύλακα ήταν η αποψίλωση της γύρω από το κάστρο περιοχής.
        Πράσινο, λοιπόν. Σύμφωνοι. Αλλά μόνον εκεί όπου πρέπει και όπως πρέπει.

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αργειακόν Βήμα στις 26/1/1975].

Sunday, January 19, 1975

Τάκης Μαύρος : Ο χορός

Τις μέρες αυτές τις γιορτινές βρέθηκα σε ένα φιλικό σπίτι. Ατμόσφαιρα εγκάρδια και ήσυχη, και όλα πήγαιναν καλά, ώσπου κάποιο πικάπ, στην αρχή διακριτικά και έπειτα πιο έντονα, άρχισε να σκορπάει στην κορεσμένη από καπνούς ατμόσφαιρα διάφορους σκοπούς, άλλους παλιούς γνωστούς κι άλλους μοντέρνους άγνωστους, άλλους λαϊκούς κι άλλους λιγότερο λαϊκούς.
        Κάποιος έκανε την αρχή και έπειτα από λίγο όσοι νόμιζαν τον εαυτόν τους ικανό άρχισαν να χορεύουν. Γρήγορα ξεχώρισε ανάμεσα στους χορευτές μια νεαρή κυρία. Ψυχή, ρυθμός, μουσική, χορός, όλα στις κινήσεις της είχαν γίνει ένα. Και όχι μόνο σε ένα είδος χορού · σε όλους. Εγκαταλείφθηκαν τα πάντα, και όλοι πέρασαν το υπόλοιπο της βραδιάς τους παρακολουθώντας τον χορό, στην πραγματικότητα τον χορό αυτής της κυρίας. Τελικά, μετά τα «και του χρόνου» κλπ. καταλήξαμε ο καθένας στο σπίτι του.
        Την επόμενη βραδιά ξανασυναντηθήκαμε σ’ άλλο σπίτι και γενικό θέμα ήταν αυτός ο χορός. Μερικοί θυμήθηκαν τον χορό της Σαλώμης, άλλοι άλλους. Η συζήτηση κατέληξε στην ανάλυση. Τι είναι εκείνο που κάνει τους ανθρώπους να παρακολουθούν έναν άλλον άνθρωπο, που χορεύει. Γιατί;
        Να μην σας τα πολυλογώ, κατόπιν «μακράς και θορυβώδους συζητήσεως», κάποιος κατέληξε πως ο χορός είναι ένας πανάρχαιος τρόπος εκφράσεως, ένα μέσο επικοινωνίας περισσότερο παλιό και από τον άνθρωπο, γιατί τον έχουν και πολλά άλλα ζώα. Δεν διέπεται από τη λογική · ο Βούδας είχε πει ότι «τίποτα δεν είναι πλησιέστερο προς την τρέλα από τον χορό», δεν περιορίζεται από τα όρια της, και για αυτό σαν μέσο επικοινωνίας είναι πιο στέρεος από τον λόγο. Η κατανόηση είναι πιο άμεση κι αποκλείει την παρανόηση, την Αχίλλειο αυτή πτέρνα του λόγου, γι’ αυτό και συναρπάζει. Ο χορευτής δεν «ψεύδεται». Κι αυτά βέβαια για τους λαϊκούς χορούς. Αντίθετα, ο χορός μπαλέτου, ο κατασκευασμένος στο στούντιο, μπορεί να έχει μια αισθητική τελειότητα, όταν την έχει, αλλά δεν συναρπάζει, παρά μόνο όταν είναι στηριγμένος πάνω σε λαϊκά «μοτίβα» : δηλαδή όταν απευθύνεται στις ψυχές των θεατών και όχι στην αισθητική τους κατάρτιση.
        Αυτά. Ελέχθησαν βέβαια και πολλά άλλα, αλλά αυτά θα τα πούμε άλλη μέρα. Εκείνο που ενδιαφέρει τώρα, και για αυτό γράφονται όλα αυτά, είναι το αν θα είναι δυνατό ή όχι να προσκληθεί ο όμιλος της κυρίας Ντόρας Στράτου και να δώσει κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού μερικές παραστάσεις στο αρχαίο θέατρο της πόλης του Άργους. Από τεχνικής πλευράς δεν φαίνεται να είναι απραγματοποίητο, γιατί στις αρχές του ξεκινήματός του ο όμιλος αυτός έδινε παραστάσεις στο αρχαίο θέατρο του Πειραιώς, που δεν ήταν καλύτερο από το του Άργους. Η οικονομική πλευρά του θέματος νομίζω ότι είναι εξασφαλισμένη, μόνον ο ντόπιος κόσμος χωρίς να υπολογιστούν οι ξένοι, θα το συντηρήσει το θέαμα αυτό. Μένει το ξεκίνημα και η οργάνωση του.

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αργειακόν Βήμα στις 19/1/1975].





Saturday, January 11, 1975

Τάκης Μαύρος : Οι Αρβανίτες της Αργολίδας [Κουτσοπόδι]

Όταν κατά το 1884 ο Αντων. Μηλιαράκης επεσκέφθη τον δήμο Μυκηνών, που είχε πρωτεύουσα το Κουτσοπόδι, διεπίστωσε ότι «πάντες οι κάτοικοι ήσαν Αλβανοί».
        Αυτό δεν έχει πια καμμιά σημασία και δεν θα το έγραφα, αν δεν ήθελα να το συσχετίσω με μιαν άλλη πληροφορία που ενδεχομένως να έχει σχέση με την προέλευση των φύλων αυτών, που τρεις τουλάχιστον γνωστές φορές κατέβηκαν στο Μοριά.
        Παλιότεροι Κουτσοποδιότες μου έλεγαν πως διατηρούσαν την παράδοση ότι είχαν έλθει από την περιοχή Πατρών. Οι ίδιοι συνήθιζαν να έχουν τρυπημένο το ένα τους αυτί, κι όταν τους ρώτησα αν είχαν κρεμάσει ποτέ σκουλαρίκι, μου απάντησαν «Όχι, αλλά έτσι ήταν το έθιμο».
        Διάβαζα προ ημερών για τους Αλβανούς Μπεκτασήδες, την οθωμανική αυτή θρησκευτική αίρεση, που για να ξεχωρίζουν από τους άλλους Αλβανούς κρεμούσαν ένα σκουλαρίκι στο ένα τους αυτί. Έκανα λοιπόν τη σκέψη ότι θα μπορούσε ενδεχομένως να συσχετισθούν οι δυο αυτές πληροφορίες κι οι Αλβανοί του Μηλιαράκη να προέρχονται εν όλω ή εν μέρει από τους Μπεκτασήδες αυτούς της Αλβανίας. Δυστυχώς περισσότερα στοιχεία δεν μπόρεσα να συγκεντρώσω. Ίσως αν γινόταν μια προσπάθεια στους γεροντότερους και προπαντός στις γερόντισσες των χωριών εκείνων όπου ακούγονται ακόμη τ' αρβανίτικα, να μπορούσαν να συγκεντρωθούν περισσότερες πληροφορίες.
        Θα μου πείτε τώρα. Βυζαντινολογίες. Τι νόημα έχουν όλα αυτά; Φαίνεται πως έχουν κάποιο νόημα κι όσα περισσότερα γνωρίζουμε για την ιστορία του τόπου μας, τόσο το καλύτερο για μας.

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αργειακόν Βήμα στις 12/1/1975]

Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...