Friday, September 26, 1986

Τάκης Μαύρος : Πηνελόπεια

Η συμπεριφορά της Πηνελόπης σε όλη τη διάρκεια της απουσίας του Οδυσσέα απασχόλησε πολλών και τoν θαυμασμό και την πένα. Αφοσιωμένη σύζυγο την θέλουν οι περισσότεροι, πιστή στη μνήμη του άντρα της. Αυτή, βέβαια, είναι μια καθαρά ανδρική θέση, που στηρίζεται μάλλον στο πώς θέλουμε να είναι ο ήρωας, παρά πώς στην πραγματικότητα είναι. Υπάρχουν και σκεπτικιστές, όμως, που παρακολουθούν τη στάση της Πηνελόπης στα είκοσι χρόνια της απουσίας του άνδρα της με κάποια ανησυχία. Αποδείξεις χειροπιαστές απιστίας της δεν αναφέρει ο Όμηρος, αλλά ενδείξεις ανάρμοστης συμπεριφοράς δυστυχώς υπάρχουν πολλές.
        Ας ακολουθήσουμε μια σειρά στην περιγραφή των γεγονότων, έτσι όπως την κάνει ο Όμηρος στην Οδύσσεια, αυτή τη φορά όμως αρχίζοντας από το τέλος.
        Στο σ 258, η Πηνελόπη διηγείται τη σκηνή του αποχαιρετισμού της με τον Οδυσσέα, όταν έφευγε να πάει να πολεμήσει στην Τροία. Δεν την παίρνει στην αγκαλιά του, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά:

δεξιτερὴν ἐπὶ καρπῷ ἑλὼν ἐμὲ χεῖρα προσηύδα
(έσφιξε τότε το δεξί μου χέρι στον καρπό και είπε)

Μια χειρονομία, που θα την έκαναν δυο που μάλλον συμφωνούν κάτι, παρά δυο νιόπαντροι, που αποχωρίζονται. Εν πάσει περιπτώσει, της λέει:

- Άκου να δεις, τώρα που φεύγω,
«να νοιάζεσαι τη μάνα μου το γέρο μου πατέρα
σαν τώρα και καλύτερα, ενόσω εγώ θα λείπω».

Από τους στίχους αυτούς φαίνεται πως ο Οδυσσέας είχε λόγους να ανησυχεί για τη συμπεριφορά της γυναίκας του προς τους γονιούς του, κατά τη διάρκεια της απουσίας του. Και ίσως να μην είχε άδικο, γιατί δεν είχε προλάβει να στρίψει τη γωνιά του σπιτιού του, και η μεν μάνα του η Αντίκλεια πεθαίνει κάτω από ανεξιχνίαστες συνθήκες - το πιστοποιητικό θανάτου της (λ 201) αναφέρει «από τον καημό της για τον Οδυσσέα», αν ήταν ποτέ δυνατόν να πεθάνει μια βασίλισσα, επειδή πήγε ο γιος της στρατιώτης – ο δε πατέρας του ο Λαέρτης, που αν και ήταν τέως βασιλιάς και πατέρας βασιλιά, εγκαταλείπει τα ανάκτορα, πάει κάθεται στο αμπέλι του και δεν ξανακατεβαίνει στην πόλη (α 189). Γιατί; Τι ήταν εκείνο που του έκανε τη ζωή ανυπόφορη στ’ ανάκτορα; Ο Όμηρος δεν δίνει καμμιά ερμηνεία στην αναχωρητική αυτή διάθεση, που κατέλαβε ξαφνικά τον Λαέρτη. Ενώ ήταν φυσικό, κατά τη διάρκεια της απουσίας του γιου του, να ασκήσει αυτός την αντιβασιλεία και όχι ν’ αφήσει ένα κοριτσόπουλο να φροντίζει το εγγόνι του και το βασίλειό τους. Εντούτοις, τον βλέπουμε να φεύγει, ρίχνοντας μαύρη πέτρα πίσω του. Ένας πονηρός νους θα έκανε την απλή υπόθεση ότι δεν του άρεσαν αυτά που έβλεπε να γίνονται στ’ ανάκτορα, αλλά για κάποιο λόγο δεν μπορούσε δεν μπορούσε ν’ αντιδράσει.
        Ανάπηρος πάντως δεν ήταν, γιατί όταν οι μνηστήρες αποφάσισαν να σκοτώσουν τον Τηλέμαχο, και η Πηνελόπη τα χρειάστηκε, η πρώτη της σκέψη ήταν να στείλει να τον φωνάξουν (δ 735-738):

ἀλλά τις ὀτρηρῶς Δολίον καλέσειε γέροντα,
δμῶ᾽ ἐμόν, ὅν μοι δῶκε πατὴρ ἔτι δεῦρο κιούσῃ,
καί μοι κῆπον ἔχει πολυδένδρεον, ὄφρα τάχιστα
Λαέρτῃ τάδε πάντα παρεζόμενος καταλέξῃ

(… Μα τώρα κάποια πρόθυμα τον γέροντα Δολίο να καλέσει,
δικό μου δούλο — μου τον χάρισε ο πατέρας μου τότε που ξεκινούσα
νά ᾽ρθω εδώ, κι αυτός φροντίζει το πολύδεντρό μου περιβόλι.
Όσο μπορεί πιο γρήγορα να τρέξει στον Λαέρτη …)

        Η ψυχική σκληρότητα της Πηνελόπης εναντίον του πεθερού της φαίνεται καθαρά και από το ότι του δίνεις σαν συντροφιά του μια δούλα, της ίδιας με αυτόν ηλικίας, αν όχι και μεγαλύτερη του.
        Η ζωή στ’ ανάκτορα κυλά ήρεμα. Γύρω από την Πηνελόπη έχει συγκεντρωθεί ένας σημαντικός αριθμός νεαρών (π 247). Εκατόν δέκα αναφέρει ο Όμηρος και 10 παραγιούς, που και αυτοί παιδιά ήσαν. Και τι παιδιά (ο 330-333):

νέοι, χλαίνας εὖ εἱμένοι ἠδὲ χιτῶνας,
αἰεὶ δὲ λιπαροὶ κεφαλὰς καὶ καλὰ πρόσωπα,
οἵ σφιν ὑποδρώωσιν …

Που θα πει:

(… είναι νιοί μ’ αρχοντικούς χιτώνες και χλαμίδες,
Που στάζει μόσχο (μπριγιαντίνη) η κόμη τους,
το πρόσωπό τους λάμπει …)

Από τους μνηστήρες:
  • 52 ήσαν από το Δουλίχι (δεν είναι εξακριβωμένο ποιο ήταν ακριβώς, ίσως η Παλλική της Κεφαλονιάς),
  • 24 από τη Σάμη
  • 20 από τη Ζάκυνθο
  • 12 ήσαν από την Ιθάκη
  • 1 ο Μέδοντας
  • 1 τραγουδιστής
Σύνολο 110. Όλοι αυτοί οι νεαροί φαίνεται ότι δεν διανυκτέρευαν στ’ ανάκτορα. Εκεί μαζεύονταν κάθε πρωί. Έτρωγαν, έπιναν, έπαιζαν, και όταν νύχτωνε πήγαιναν στα δωμάτια, που θα είχαν νοικιάσει στο Θιάκι και κοιμόνταν. Τότε (υ 6):

… ταὶ δ᾽ ἐκ μεγάροιο γυναῖκες
ἤϊσαν, αἳ μνηστῆρσιν ἐμισγέσκοντο πάρος περ,
ἀλλήλῃσι γέλω τε καὶ εὐφροσύνην παρέχουσαι. …

(… και έβγαιναν απ’ το παλάτι οι δούλες,
όσες πλαγιάζανε από πριν με τους μνηστήρες,
όλες με γέλια και χαρές …)

και πήγαιναν και συναντούσαν τους Μνηστήρες.
        Στα φαγοπότια αυτά, η Πηνελόπη φαίνεται πως αντιδρούσε με χλιαρό τρόπο, δεδομένου ότι βλέπουμε και τον Τηλέμαχο να λαβαίνει μέρος σε αυτά, τουλάχιστον μέχρι τις ενηλικιώσεως του:

… μή τί τοι ἄλλο
ἐν στήθεσσι κακὸν μελέτω ἔργον τε ἔπος τε,
ἀλλά μοι ἐσθιέμεν καὶ πινέμεν, ὡς τὸ πάρος περ.

(σταμάτα πια
να σκέφτεσαι μέσα σου το κακό, με λόγο κι έργο·
έλα μαζί μου, όπως άλλοτε, να φάμε και να πιούμε.

του λέει ο Αντίνοος (β 303). Το γιατί η Πηνελόπη επέτρεπε στο γιό της, ένα μικρό παιδί, να τρώει και να πίνει με τους μνηστήρες μαζί είναι λίγο σκοτεινό. Έπειτα από όλα αυτά, είναι φυσικό οι Μνηστήρες να έχουν αποθρασυνθεί, κι έχουν αρχίσει να δίνουν και αυτοί διαταγές στο προσωπικό των ανακτόρων.
        Σ’ ένα σημείο (δ 682), διερωτάται η Πηνελόπη, απευθυνόμενη σε έναν κήρυκα. «Γιατί ήρθες;», τον ρωτά:

ἦ εἰπέμεναι δμῳῇσιν Ὀδυσσῆος θείοιο
ἔργων παύσασθαι, σφίσι δ᾽ αὐτοῖς δαῖτα πένεσθαι;

(… ή μήπως για να πεις στις δούλες του Οδυσσέα
Ν’ αφήσουν κάθε τους δουλειά, τραπέζι να ετοιμάσουν…)

        Εν τω μεταξύ τα χρόνια περνούν, ο Τηλέμαχος μεγαλώνει και αρχίζει ν’ ανησυχεί για το καθημερινό φαγοπότι των Μνηστήρων, που γινόταν φυσικά εις βάρος της περιουσίας του, και που κρατούσε τρία χρόνια τώρα. Σε μια τέτοια συγκέντρωση, τους λέει (β 63):

οὐ γὰρ ἔτ᾽ ἀνσχετὰ ἔργα τετεύχαται, οὐδ᾽ ἔτι καλῶς
οἶκος ἐμὸς διόλωλε· νεμεσσήθητε καὶ αὐτοί, …

(… δεν είναι αυτές δουλειές κανείς να τις βαστάξει
και πάει το σπίτι του χαμού. Ντραπείτε πια μονάχοι …)

Και οι Μνηστήρες, δια στόματος του Αντίνοου, του απαντούν (β 85):

… σοὶ δ᾽ οὔ τι μνηστῆρες Ἀχαιῶν αἴτιοί εἰσιν,
ἀλλὰ φίλη μήτηρ, ἥ τοι περὶ κέρδεα οἶδεν.
ἤδη γὰρ τρίτον ἐστὶν ἔτος, τάχα δ᾽ εἶσι τέταρτον,
ἐξ οὗ ἀτέμβει θυμὸν ἐνὶ στήθεσσιν Ἀχαιῶν.
πάντας μέν ἔλπει, καὶ ὑπίσχεται ἀνδρὶ ἑκάστῳ,
ἀγγελίας προϊεῖσα· νόος δέ οἱ ἄλλα μενοινᾷ.
ἡ δὲ δόλον τόνδ᾽ ἄλλον ἐνὶ φρεσὶ μερμήριξε·
στησαμένη μέγαν ἱστὸν ἐνὶ μεγάροισιν ὕφαινε,
λεπτὸν καὶ περίμετρον· ἄφαρ δ᾽ ἡμῖν μετέειπε·
κοῦροι, ἐμοὶ μνηστῆρες, ἐπεὶ θάνε δῖος Ὀδυσσεύς,
μίμνετ᾽ ἐπειγόμενοι τὸν ἐμὸν γάμον, εἰς ὅ κε φᾶρος
ἐκτελέσω, μή μοι μεταμώνια νήματ᾽ ὄληται,
Λαέρτῃ ἥρωϊ ταφήϊον

(Όχι, οι Μνηστήρες δεν σου φταίνε, μόνο η γλυκιά σου μάνα
που άλλη καμμιά στις πονηριές γυναίκα δεν την φτάνει.
Όλους μ’ ελπίδες τους πλανά και στον καθένα τάζει
παραγγελιές της στέλνοντας, μα ο νους της άλλα βάζει.
Κι ακόμα αυτό το τέχνασμα σοφίστηκε μέσα στ’ άλλα.
Τον αργαλειό της έστησε στον πύργο της να υφάνει
διπλό ψιλόδιαστο πανί, κι έτσι έξαφνα μας είπε.
Αγόρια, αφού πια πέθανε ο θεϊκός Δυσέας,
έχετε λίγη υπομονή, κι ας βιάζεστε για γάμο,
όσο να υφάνω το πανί, να μη μου πάν χαμένα
τα νήματα, ένα σάβανο να κάμω του Λαέρτη)

Εδώ, η κατηγορία του Αντίνοου είναι σαφής και απροκάλυπτη (β 91):

… ὑπίσχεται ἀνδρὶ ἑκάστῳ, ἀγγελίας προϊεῖσα· …
(Ελπίδες δίνει σ᾽ όλους και στον καθένα χωριστά υποσχέσεις στέλνοντας …)

        Όπως βλέπει ο αναγνώστης, η Πηνελόπη κάνει ό,τι μπορεί για να κρατήσει γύρω της τους Μνηστήρες, αλλά η ιδέα του γάμου δεν φαίνεται να την ενθουσιάζει. Τίποτα δεν δείχνει ότι η Πηνελόπη ήταν αφελής, παρά το νεαρόν της ηλικίες της, γιατί όταν έφυγε ο Οδυσσέας, αυτή πρέπει να ήταν γύρω στα 20, το πολύ 25 ετών. Βάλε 30. Και δεν είχε κανένα λόγο να αφήσει 110 νεαρά πριγκιπόπουλα, χώρια τους 10 παραγιούς, και να περιοριστεί σ’ έναν μόνο σύζυγο. Γι’ αυτό (π 126):

ἡ δ᾽ οὔτ᾽ ἀρνεῖται στυγερὸν γάμον 
οὔτε τελευτὴν ποιῆσαι δύναται

(Κι εκείνη μήτε αρνείται τον μισητό της γάμο
μήτε μπορεί να βάλει τέλος στην υπόθεση)

Άλλωστε, είχε την ειλικρίνεια να δηλώσει ότι (δ 819):

τοῦ δὴ ἐγὼ καὶ μᾶλλον ὀδύρομαι ἤ περ ἐκείνου.
(γι’ αυτόν [τον Τηλέμαχο] πονώ το πιο πολύ, παρά για κείνον [τον Οδυσσέα])

Αλλά και του Οδυσσέα φαίνεται πως θα αισθήματα ήσαν ανάλογα (ι 34):

ὡς οὐδὲν γλύκιον ἧς πατρίδος οὐδὲ τοκήων
γίγνεται, εἴ περ καί τις ἀπόπροθι πίονα οἶκον
γαίῃ ἐν ἀλλοδαπῇ ναίει ἀπάνευθε τοκήων.

(τίποτε άλλο πιο γλυκό από πατρίδα και γονιούς,
έστω κι αν κάποιος κατοικεί σε τόσο πλούσιο σπίτι
αλλά σε τόπο ξένο, απόμακρο, απ᾽ τους δικούς του χωρισμένος)

Την Πηνελόπη δεν την αναφέρει. Αλλά και στη σύγκριση που κάνει με την Καλυψώ, δηλώνει απερίφραστα (ε 216):

… οὕνεκα σεῖο περίφρων Πηνελόπεια
εἶδος ἀκιδνοτέρη μέγεθός τ᾽ εἰσάντα ἰδέσθαι…

(… και εγώ το ξέρω
σαν πόσο φαίνεται άσχημη μπροστά σου η Πηνελόπη
στ' ανάστημα και στη μορφή)

        Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η Πηνελόπη στην προσπάθεια της να παρατείνει το ευχάριστο αυτό παιχνίδι, εφευρίσκει τον γνωστό «ιστόν», το σάβανο του Λαέρτη. και εδώ βλέπουμε μια Πηνελόπη να βιάζεται κάπως για τον θάνατο του πεθερού της, που πρέπει να ήτανε τότε μεταξύ 45-55 ετών. Και για να σκάβει αμπέλι, θα πει πως ήταν και γερός, και ασφαλώς ο ίδιος δεν θα βιαζόταν να πεθάνει, για την ώρα τουλάχιστον.
        Δεν είναι μόνο οι Μνηστήρες, που την πιέζουν να παντρευτεί. Η κατάσταση έχει γίνει επικίνδυνη και δι’ άλλους λόγους. Η Αθηνά προειδοποιεί τον Τηλέμαχο (ο 14):

ἀλλ᾽ ὄτρυνε τάχιστα βοὴν ἀγαθὸν Μενέλαον
πεμπέμεν, ὄφρ᾽ ἔτι οἴκοι ἀμύμονα μητέρα τέτμῃς.
ἤδη γάρ ῥα πατήρ τε κασίγνητοί τε κέλονται
Εὐρυμάχῳ γήμασθαι· ὁ γὰρ περιβάλλει ἅπαντας
μνηστῆρας δώροισι καὶ ἐξώφελλεν ἔεδνα·
μή νύ τι σεῦ ἀέκητι δόμων ἐκ κτῆμα φέρηται.
οἶσθα γὰρ οἷος θυμὸς ἐνὶ στήθεσσι γυναικός·
κείνου βούλεται οἶκον ὀφέλλειν ὅς κεν ὀπυίῃ,
παίδων δὲ προτέρων καὶ κουριδίοιο φίλοιο
οὐκέτι μέμνηται τεθνηότος οὐδὲ μεταλλᾷ.

(… Μον’ ζήτα απ’ τον βροντόφωνο Μενέλαο
να σε στείλει να βρεις ακόμα σπίτι σου την ακριβή σου μάνα,
γιατί της λέν’ τ’ αδέρφια της κι ο γέρος της πατέρας
να πάρει τον Ευρύμαχο, που τους Μνηστήρες όλους
περνά στα δώρα, κι έδωσε χιλιάδες γαμοπροίκια,
μη σου τ’ αδειάσει φεύγοντας το σπίτι άθελά σου.
Γιατί την ξέρεις την καρδιά πώς είναι της γυναίκας.
Το σπίτι εκείνου προσπαθεί να τ’ αρχονταίνει
μόνο που θα την πάρει, και ξεχνά τα πρώτα τα παιδιά της
και μήτε πια τον νοιάζεται τον πεθαμένο άντρα…)

Η ίδια λέει στον Οδυσσέα, που δεν τον έχει αναγνωρίσει ακόμα (τ 157):

νῦν δ᾽ οὔτ᾽ ἐκφυγέειν δύναμαι γάμον οὔτε τιν᾽ ἄλλην
μῆτιν ἔθ᾽ εὑρίσκω· μάλα δ᾽ ὀτρύνουσι τοκῆες
γήμασθ᾽, ἀσχαλάᾳ δὲ πάϊς βίοτον κατεδόντων,
γιγνώσκων…

(… τώρα τον γάμο δεν μπορώ να τον ξεφύγω ξένε,
μήτε άλλη βρίσκω πρόφαση. Με βιάζουν οι γονεί μου
να παντρευτώ, και ο γιόκας μου θυμώνει
που το βιός του το τρώνε …)

        Φαίνεται πως οι γονείς της Πηνελόπης ήσαν σοβαροί άνθρωποι από τη Λακωνία, και δεν θα ήσαν καθόλου ευχαριστημένοι με τα καμώματα της κόρης τους, γι’ αυτό και την πιέζουν να ξαναπαντρευτεί (ο 16-17), μήπως και ηρεμήσει. Άλλωστε, και ο ίδιος ο Τηλέμαχος δηλώνει (υ 341) ότι:

οὔ τι διατρίβω μητρὸς γάμον, ἀλλὰ κελεύω
γήμασθ᾽ ᾧ κ᾽ ἐθέλῃ, ποτὶ δ᾽ ἄσπετα δῶρα δίδωμι.
αἰδέομαι δ᾽ ἀέκουσαν ἀπὸ μεγάροιο δίεσθαι
μύθῳ ἀναγκαίῳ

(δεν φέρνω εγώ της μάνας μου στον γάμο της εμπόδια,
μον' πάντα την παρακινώ να πάρει όποιον θελήσει
και δώρα δίνω αμέτρητα. Μα το ’χω σε ντροπή μου
να την προστάξω μόνος μου να φύγει από το παλάτι,
αν δεν το θέλει η γνώμη της)

        Όχι μόνο οι γονείς της Πηνελόπης προβληματίζονται με τις συμπεριφορά της, αλλά και ο Τηλέμαχος αρχίζει να ανησυχεί (π 73):

μητρὶ δ᾽ ἐμῇ δίχα θυμὸς ἐνὶ φρεσὶ μερμηρίζει,
ἢ αὐτοῦ παρ᾽ ἐμοί τε μένῃ καὶ δῶμα κομίζῃ,
εὐνήν τ᾽ αἰδομένη πόσιος δήμοιό τε φῆμιν,
ἦ ἤδη ἅμ᾽ ἕπηται Ἀχαιῶν ὅς τις ἄριστος
μνᾶται ἐνὶ μεγάροισιν ἀνὴρ καὶ πλεῖστα πόρῃσιν.

(… κι η μάνα μου στα στήθια της δυο γνώμες αναδεύει,
εδώ μαζί μου αν θα σταθεί να κυβερνά το σπίτι,
τον άντρα της σεβούμενη και την ντροπή του κόσμου,
ή ν’ ακολουθήσει όποιον βρεθεί των Αχαιών ο πρώτος
απ’ τους Μνηστήρες, και ακριβά θα της χαρίσει δώρα…)

Η Πηνελόπη βλέπει την ανησυχία του Τηλέμαχου να μεγαλώνει και αρχίζει να ανησυχεί και αυτή (τ 524):

ὣς καὶ ἐμοὶ δίχα θυμὸς ὀρώρεται ἔνθα καὶ ἔνθα,
ἠὲ μένω παρὰ παιδὶ καὶ ἔμπεδα πάντα φυλάσσω,
κτῆσιν ἐμήν, δμῳάς τε καὶ ὑψερεφὲς μέγα δῶμα,
εὐνήν τ᾽ αἰδομένη πόσιος δήμοιό τε φῆμιν,
ἦ ἤδη ἅμ᾽ ἕπωμαι Ἀχαιῶν ὅς τις ἄριστος
μνᾶται ἐνὶ μεγάροισι, πορὼν ἀπερείσια ἕδνα,
παῖς δ᾽ ἐμὸς ἧος ἔην ἔτι νήπιος ἠδὲ χαλίφρων,
γήμασθ᾽ οὔ μ᾽ εἴα πόσιος κατὰ δῶμα λιποῦσαν·
νῦν δ᾽ ὅτε δὴ μέγας ἐστὶ καὶ ἥβης μέτρον ἱκάνει,
καὶ δή μ᾽ ἀρᾶται πάλιν ἐλθέμεν ἐκ μεγάροιο,
κτήσιος ἀσχαλόων, τήν οἱ κατέδουσιν Ἀχαιοί.

(… έτσι κι εμένα εδώ κι εκεί στριφογυρίζει ο νους μου
πότε με το παιδί μου εδώ να μείνω, να προσέχω
το βιός μου και τις δούλες μου και το ψηλό μου σπίτι,
σεβόμενη τον άντρα μου και του λαού τη γνώμη,
και πότε έναν άλλο Αχαιό, τον πιο καλό να πάρω
που θέλει να με παντρευτεί και πλούσια δώρα δίνει.
Κι ενόσω ακόμα είναι μικρός και ανήξερος ο γιος μου
δεν μ’ άφηνε να παντρευτώ, τον άντρα μου ν’ αφήσω.
Μα τώρα που μεγάλωσε και τον στολίζει η νιότη
στο σπίτι του πατέρα μου παρακαλεί να φύγω,
γιατί λυπάται που του τρων το βιός του εδώ οι Μνηστήρες)

        Στους στίχους που ακολουθούν, ο αναγνώστης μπορεί να θαυμάσει τη σοφία της Πηνελόπης που δεν αφήνει να πάει χαμένο τίποτε. Τίποτα ανεκμετάλλευτο. Αποφασίζει να κάνει μια τελευταία επίδειξη της ομορφιάς της στους Μνηστήρες, την τελευταία στιγμή πριν αποφασίσει ποιον θα πάρει. Σκοπός αυτής της πρόκλησης, πλην άλλων, είναι και να τους αποσπάσει ό,τι δώρα είχε μαζί του ο καθένας, πριν διαλυθούν και πάει ο καθένας σπίτι του. Ο νους της Πηνελόπης δεν πετάει πιο μακριά από τα άμεσα μικροσυμφεροντάκια της (σ 159):

… Τῇ δ᾽ ἄρ᾽ ἐπὶ φρεσὶ θῆκε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη,
κούρῃ Ἰκαρίοιο, περίφρονι Πηνελοπείῃ,
μνηστήρεσσι φανῆναι, ὅπως πετάσειε μάλιστα
θυμὸν μνηστήρων ἰδὲ τιμήεσσα γένοιτο
μᾶλλον πρὸς πόσιός τε καὶ υἱέος ἢ πάρος ἦεν.
ἀχρεῖον δ᾽ ἐγέλασσεν ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζεν·
«Εὐρυνόμη, θυμός μοι ἐέλδεται, οὔ τι πάρος γε,
μνηστήρεσσι φανῆναι, ἀπεχθομένοισί περ ἔμπης

(Τότε έβαλε η θεά Αθηνά στο νου της Πηνελόπης
μπρος στους μνηστήρες να φανεί τον πόθο τους ν’ ανάψει,
κι έτσι από πριν ποιος σεβαστή («τιμήεσσα») στον άνδρα της να γίνει
και στο παιδί της. Γέλασε άκαιρα («αχρείον δ’ εγέλασσεν») τότε κι είπε:
Θέλει η ψυχή μου ό,τι ποτέ δεν θέλησε η Ευρυνόμη (μια δούλα)
μπρος στους μνηστήρες να φανώ, κι ας τους σιχαίνομαι έτσι)

        Η Ευρυνόμη την συμβουλεύει να πλυθεί, λίγο τουλάχιστον, και να μην παρουσιαστεί σε αυτά τα χάλια. Η Πηνελόπη όμως αρνείται με πείσμα. Αποσύρεται στο δωμάτιό της, αποκοιμιέται, και κατά τη διάρκεια του ύπνου της η Αθηνά (σ 192):

κάλλεϊ μέν οἱ πρῶτα προσώπατα καλὰ κάθηρεν
ἀμβροσίῳ, οἵῳ περ ἐϋστέφανος Κυθέρεια
χρίεται, εὖτ᾽ ἂν ἴῃ Χαρίτων χορὸν ἱμερόεντα·
καί μιν μακροτέρην καὶ πάσσονα θῆκεν ἰδέσθαι,
λευκοτέρην δ᾽ ἄρα μιν θῆκε πριστοῦ ἐλέφαντος.

(Με ουράνιο μύρο πάστρεψε το ωραίο πρόσωπό της
που μόνο η καλοστέφανη αλείβεται Αφροδίτη
όταν στον ποθητό χορό πηγαίνει με τις Χάρες,
και πιο ψηλή την έκαμε, πιο λιγερή τη δείχνει…)

Η θεά εξαφανίζεται. Η Πηνελόπη ξυπνά και (σ 201):

ἦ με μάλ᾽ αἰνοπαθῆ μαλακὸν περὶ κῶμ᾽ ἐκάλυψεν
(… αχ, τι γλυκιά αποκάρωση την άμοιρη με βρήκε)

Εύχεται να πεθάνει για να πάψει:

αἴθε μοι ὣς μαλακὸν θάνατον πόροι Ἄρτεμις ἁγνὴ
αὐτίκα νῦν, ἵνα μηκέτ᾽ ὀδυρομένη κατὰ θυμὸν
αἰῶνα φθινύθω, πόσιος ποθέουσα φίλοιο
παντοίην ἀρετήν

(να λιώνει πιά στα κλάματα και να ποθεί τις χάρες
τ' άντρα της …)

        Κατεβαίνει με δύο δούλες και πάει και στέκεται δίπλα στην κολώνα του σπιτιού και τότε (σ 212):

τῶν δ᾽ αὐτοῦ λύτο γούνατ᾽, ἔρῳ δ᾽ ἄρα θυμὸν ἔθελχθεν,
πάντες δ᾽ ἠρήσαντο παραὶ λεχέεσσι κλιθῆναι.

(… τα γόνατα τους λύθηκαν, και από καημό η ψυχή των
πιάστηκε, και όλοι οι ευχήθηκαν κοντά της να πλαγιάσουν)

Ο Ευρύμαχος τής κάνει ένα κομπλιμέντο (σ 244):

Εὐρύμαχος δ᾽ ἔπεσσι προσηύδα Πηνελόπειαν·
«κούρη Ἰκαρίοιο, περίφρον Πηνελόπεια,
εἰ πάντες σε ἴδοιεν ἀν᾽ Ἴασον Ἄργος Ἀχαιοί,
πλέονές κε μνηστῆρες ἐν ὑμετέροισι δόμοισιν
ἠῶθεν δαινύατ᾽, ἐπεὶ περίεσσι γυναικῶν
εἶδός τε μέγεθός τε ἰδὲ φρένας ἔνδον ἐΐσας

(Ω Πηνελόπη φρόνιμη του Ικάριου θυγατέρα,
αν όσοι κάθονται Αχαιοί σε βλέπανε όλοι,
θα τρέχανε αύριο πιο πολύ στο σπίτι σου μνηστήρες
να τρώνε εδώ, γιατί περνάς κάθε άλλη εσύ γυναίκα 
στην ομορφιά στ’ ανάστημα και στην περίσσια γνώση)

και η Πηνελόπη του απαντά με μετριοφροσύνη (σ 251):

Εὐρύμαχ᾽, ἦ τοι ἐμὴν ἀρετὴν εἶδός τε δέμας τε
ὤλεσαν ἀθάνατοι, ὅτε Ἴλιον εἰσανέβαινον
Ἀργεῖοι, μετὰ τοῖσι δ᾽ ἐμὸς πόσις ᾖεν Ὀδυσσεύς

(Ευρύμαχε, τις χάρες μου, τα κάλλη το κορμί μου,
Μου ’σβησαν οι αθάνατοι από τον καιρό που πήγαν
οι Αχαιοί και ο άντρας μου μαζί τους για την Τροία)

        Τους εξηγεί την απόφαση της να παντρευτεί επιτέλους. Και ο Οδυσσέας άλλωστε είχε δώσει και εκείνος της συγκατάθεσή του να ξαναπαντρευτεί, μόλις ο Τηλέμαχος βγάλει γένια (σ 269). Με αξιοθαύμαστη διπλωματικότητα μπαίνει και στο κύριο θέμα, που την απασχολεί. Ένας άλλος καημός, που την δέρνει, είναι ότι οι μνηστήρες τρώνε το βιός του γιού της, ενώ σύμφωνα με τη συνήθειες του τόπου έπρεπε να φέρνουν δικά τους βόδια και παχιά αρνιά και να της τα κάνουν δώρο. Οι Μνηστήρες έρχονται στο φιλότιμο και συγκεντρώνουν τα δώρα τους (σ 301). Κυρίως χρυσαφικά, στα οποία φαίνεται η Πηνελόπη είχε κάποια προτίμηση. Η Πηνελόπη ανεβαίνει στα δωμάτια της, όπου οι δούλες συγκεντρώνουν και τα δώρα.
        Αφού εξασφαλίστηκαν τα χρυσαφικά, τότε η Πηνελόπη καλεί τους Μνηστήρες να λάβουν μέρος σε ένα αγώνισμα. Έπρεπε να περάσουν ένα βέλος από μέσα από τις 12 τρύπες 12 τσεκουριών. Το σύμβολο, καθαρά φαλικό, χαρακτηρίζει ίσως τις σκοτεινές επιθυμίες της αθλοθέτιδος (τ 571). Η Πηνελόπη εξηγεί στον Οδυσσέα, που δεν τον έχει αναγνωρίσει ακόμη, τα του αγώνος:

ἥδε δὴ ἠὼς εἶσι δυσώνυμος, ἥ μ᾽ Ὀδυσῆος
οἴκου ἀποσχήσει· νῦν γὰρ καταθήσω ἄεθλον,
τοὺς πελέκεας, τοὺς κεῖνος ἐνὶ μεγάροισιν ἑοῖσιν
ἵστασχ᾽ ἑξείης, δρυόχους ὥς, δώδεκα πάντας·
στὰς δ᾽ ὅ γε πολλὸν ἄνευθε διαρρίπτασκεν ὀϊστόν.
νῦν δὲ μνηστήρεσσιν ἄεθλον τοῦτον ἐφήσω·
ὃς δέ κε ῥηΐτατ᾽ ἐντανύσῃ βιὸν ἐν παλάμῃσι
καὶ διοϊστεύσῃ πελέκεων δυοκαίδεκα πάντων,
τῷ κεν ἅμ᾽ ἑσποίμην, νοσφισσαμένη τόδε δῶμα
κουρίδιον …

(Φτάνει η καταραμένη αυγή που μέλλω από του Οδυσσέα
το σπίτι ν’ αποχωριστώ. Κι εδώ έναν αγώνα τώρα
θα βάλω. Αυτά τα δώδεκα τσεκούρια που κι εκείνος
στο σπίτι τα’ στηνε σειρά, σαν καραβιού φαλάγγια
κι όλα απ’ αλάργα ρίχνοντας σαΐτα, τα περνούσε,
τέτοιον αγώνα μελετώ να βάλω στους μνηστήρες
Κι εκείνον που ευκολότερα την κόρδα του τεντώσει
και θα περάσει δώδεκα πελέκια με σαΐτα,
θ’ ακολουθήσω αφήνοντας το νυφικό μου σπίτι…)

Στον αγώνα λαβαίνει μέρος και ο Τηλέμαχος, ο οποίος όμως προκαταβολικώς δηλώνει (φ 114):

εἰ δέ κεν ἐντανύσω διοϊστεύσω τε σιδήρου,
οὔ κέ μοι ἀχνυμένῳ τάδε δώματα πότνια μήτηρ
λείποι ἅμ᾽ ἄλλῳ ἰοῦσ᾽, ὅτ᾽ ἐγὼ κατόπισθε λιποίμην
οἷός τ᾽ ἤδη πατρὸς ἀέθλια κάλ᾽ ἀνελέσθαι.

(… κι αν το τεντώσω
και ανάμεσα από το σίδερο περάσω τη σαΐτα,
δεν θα χολιώ αν η μάνα μου το σπίτι της αφήσει
κι άλλον πάρει …)

Φέρνουν το τόξο του Οδυσσέα, το περιεργάζονται οι μνηστήρες και λέει ο καθένας το δικό του. Στη συζήτηση ανακατεύεται και η Πηνελόπη, η οποία λέει και εκείνη τη γνώμη της και επιμένει να λάβει μέρος στον αγώνα και ο ξένος - ο Οδυσσέας, που δεν τον έχει ακόμη αναγνωρίσει – αλλά που της φαίνεται (φ 334)

… μάλα μὲν μέγας ἠδ᾽ εὐπηγής…
(ψηλός και γεροδεμένος)

ώσπου οργίζεται ο Τηλέμαχος με τις προτιμήσεις τις μητρικές και την διώχνει από την αίθουσα, λέγοντας (φ 350):

… ἀλλ᾽ εἰς οἶκον ἰοῦσα τὰ σ᾽ αὐτῆς ἔργα κόμιζε…
(μον’ σπίτι πήγαινε και κοίτα τη δουλειά σου)

Οπότε

Ἡ μὲν θαμβήσασα πάλιν οἶκόνδε βεβήκει
παιδὸς γὰρ μῦθον πεπνυμένον ἔνθετο θυμῷ…

(Σάστησε αυτή και γύρισε στον πύργο της
γιατί της μπήκαν στην καρδιά τα λόγια του παιδιού της)

        Η κοινή γνώμη της εποχής διίσταται γύρω από την προσωπικότητα της Πηνελόπης. Ο χοιροβοσκός, ο Εύμαιος, εκφράζεται γι’ αυτήν με τα καλύτερα λόγια (ρ 390):

ἐχέφρων Πηνελόπεια ζώει ἐνὶ μεγάροις
(η Πηνελόπη, γνωστική και φρόνιμη)

Κάπως πιο διστακτικό είναι το πνεύμα του Αγαμέμνονος (λ 443):

ἀλλ᾽ οὐ σοί γ᾽, Ὀδυσεῦ, φόνος ἔσσεται ἔκ γε γυναικός·
λίην γὰρ πινυτή τε καὶ εὖ φρεσὶ μήδεα οἶδε
κούρη Ἰκαρίοιο, περίφρων Πηνελόπεια

(Μα, εσύ Οδυσσέα, από σφαγή γυναίκας δεν φοβάσαι
γιατί είναι φρόνιμη πολύ κι έχει καλή τη γνώμη
η Πηνελόπη η γνωστικιά του Ικάριου η κόρη)

Αλλά δέκα γραμμές παρακάτω, για καλό και για κακό, τον συμβουλεύει (λ 455):

κρύβδην, μηδ᾽ ἀναφανδά, φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν
νῆα κατισχέμεναι· ἐπεὶ οὐκέτι πιστὰ γυναιξίν

(κρυφά, ποτέ στα φανερά να μην αράξεις στη γλυκιά πατρίδα
το καράβι σου, γιατί πιστές γυναίκες δεν υπάρχουν πια)

        Και φτάνουμε στη σκηνή της συνάντησης Οδυσσέα – Πηνελόπης (ψ 90). Στην αρχή δεν θέλει να πιστέψει ότι γύρισε ο άντρας της, κι αποφασίζει να κατέβει κάτω να τον συναντήσει. Τον συναντά αλλά δεν του μιλάει (ψ 96):

Τηλέμαχος δ᾽ ἐνένιπεν ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζε·
«μῆτερ ἐμή, δύσμητερ, ἀπηνέα θυμὸν ἔχουσα,
τίφθ᾽ οὕτω πατρὸς νοσφίζεαι, οὐδὲ παρ᾽ αὐτὸν
ἑζομένη μύθοισιν ἀνείρεαι οὐδὲ μεταλλᾷς;
100οὐ μέν κ᾽ ἄλλη γ᾽ ὧδε γυνὴ τετληότι θυμῷ
ἀνδρὸς ἀποσταίη, ὅς οἱ κακὰ πολλὰ μογήσας
ἔλθοι ἐεικοστῷ ἔτεϊ ἐς πατρίδα γαῖαν·
σοὶ δ᾽ αἰεὶ κραδίη στερεωτέρη ἐστὶ λίθοιο».

(Μάνα μου, κακομάνα μου, που ’χεις καρδιά από πέτρα,
πώς έτσι από τον πατέρα μου σαν ξένηι αλλάργα στέκεις;
Καμμιά με τόση υπομονή δεν θα στεκόταν άλλη
έτσι μακριά από τον άντρα της, που πίκρες σαν περάσει
γυρίσει στην πατρίδα του στον εικοστό πια χρόνο.
Μα κι απ’ την πέτρα πιο σκληρή έχεις καρδιά εσύ πάντα)

Η Πηνελόπη εξακολουθεί να μη θέλει να πιστέψει στα μάτια της, οπότε ο Οδυσσέας λέει στον Τηλέμαχο (ψ 113):

Τηλέμαχ᾽, ἦ τοι μητέρ᾽ ἐνὶ μεγάροισιν ἔασον πειράζειν ἐμέθεν
(Άσ’ την, λοιπόν, Τηλέμαχε, τη μάνα σου μονάχη να μ’ εξετάσει)

Ο Οδυσσέας κάθεται σ’ ένα σκαμνί (ψ 165)

ἀντίον ἧς ἀλόχου, καί μιν πρὸς μῦθον ἔειπε·
«δαιμονίη, περὶ σοί γε γυναικῶν θηλυτεράων
κῆρ ἀτέραμνον ἔθηκαν Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες·
οὐ μέν κ᾽ ἄλλη γ᾽ ὧδε γυνὴ τετληότι θυμῷ
ἀνδρὸς ἀφεσταίη, ὅς οἱ κακὰ πολλὰ μογήσας
ἔλθοι ἐεικοστῷ ἔτεϊ ἐς πατρίδα γαῖαν.
ἀλλ᾽ ἄγε μοι, μαῖα, στόρεσον λέχος, ὄφρα καὶ αὐτὸς
λέξομαι· ἦ γὰρ τῇ γε σιδήρεον ἐν φρεσὶν ἦτορ.»

(… αγνάντια στη γυναίκα του και με καημό της είπε:
Καημένη απ’ όλες πιο πολύ τις άλλες τις γυναίκες
σκληρή καρδιά σου βάλανε στα στήθια σου οι Ουράνιοι.
Καμμιά με τόση υπομονή δεν θα στεκόταν άλλη
έτσι μακριά απ’ τον άντρα της, που πίκρες σαν περάσει
της έρθει στην πατρίδα του τον εικοστό πια χρόνο.
Μον’ έλα, βάγια, στρώσε μου κρεβάτι να πλαγιάσω,
κι αυτή στα στήθη την καρδιά την έχει σιδερένια)

Και του απαντά η Πηνελόπη (ψ 174):

δαιμόνι᾽, οὐτ᾽ ἄρ τι μεγαλίζομαι οὐδ᾽ ἀθερίζω
οὐδὲ λίην ἄγαμαι, μάλα δ᾽ εὖ οἶδ᾽ οἷος ἔησθα

(Καημένε, δεν ξιπάζομαι, μήτε περήφανη είμαι
μήτε σαστίζω, μον’ καλά πώς ήσουν σε θυμούμαι)

και γυρίζοντας στην Ευρύκλεια της λέει:

ἀλλ᾽ ἄγε οἱ στόρεσον πυκινὸν λέχος, Εὐρύκλεια,
ἐκτὸς ἐϋσταθέος θαλάμου …
(στρώσ’ του το κρεβάτι του έξω να κοιμηθεί)

και της απαντάει ο Οδυσσέας (ψ 183):

ὦ γύναι, ἦ μάλα τοῦτο ἔπος θυμαλγὲς ἔειπες.
τίς δέ μοι ἄλλοσε θῆκε λέχος;

(Γυναίκα, αυτός ο λόγος σου μου πλήγωσε τα σπλάχνα
ποιος πήγε το κρεβάτι μου να το παραμερήσει;

Και της περιγράφει το κρεβάτι, που το είχε φτιάξει ο ίδιος. Της Πηνελόπης της «κόβονται τα πόδια», όταν πια πείθεται ότι αυτός είναι ο Οδυσσέας. Βάζει τα κλάματα και (ψ 207):

δακρύσασα δ᾽ ἔπειτ᾽ ἰθὺς δράμεν, ἀμφὶ δὲ χεῖρας
δειρῇ βάλλ᾽ Ὀδυσῆϊ, κάρη δ᾽ ἔκυσ᾽ ἠδὲ προσηύδα·
αἰεὶ γάρ μοι θυμὸς ἐνὶ στήθεσσι φίλοισιν
ἐρρίγει μή τίς με βροτῶν ἀπάφοιτ᾽ ἔπεσσιν
ἐλθών· …

(… κι έτρεξε ευθύς απάνω του στα δάκρυα βουτηγμένη,
και του λέει: μη μου θυμώνεις άντρα μου
που δεν σε χάρηκα απ’ αρχής την ώρα καθώς σ’ είδα
γιατί έτρεμε η καρδούλα μου στα τρυφερά μου στήθια
μην έρθει εδώ με ψέματα κανείς και με γελάσει.)

Εδώ, ο ποιητής έχει ξεχάσει πως η Πηνελόπη έχει περάσει και την δεύτερη νεότητα και πάει για την Τρίτη. Ο Οδυσσέας, παρ’ όλον ότι ήταν παμπόνηρος, πείθεται, συγκινείται, την παίρνει στην αγκαλιά του (ψ 232):

κλαῖε δ᾽ ἔχων ἄλοχον θυμαρέα, κεδνὰ ἰδυῖαν.
(…κι έκλαιε την πιστή γυναίκα του κρατώντας)

Τελικά, βιαζόμενος από άλλους λόγους, ο Οδυσσέας λέει στην Πηνελόπη (ψ 254):

ἀλλ᾽ ἔρχευ, λέκτρονδ᾽ ἴομεν, γύναι, ὄφρα καὶ ἤδη
ὕπνῳ ὕπο γλυκερῷ ταρπώμεθα κοιμηθέντε.

(…μον’ έλα τώρα αγάπη μου, να πάμε στο κρεβάτι
να κοιμηθούμε, τον γλυκό τον ύπνο να χαρούμε.)

Η Πηνελόπη εξακολουθεί να έχει αντιρρήσεις, και να προσπαθεί να αναβάλει την κατάκλιση (ψ 257):

εὐνὴ μὲν δὴ σοί γε τότ᾽ ἔσσεται ὁππότε θυμῷ
σῷ ἐθέλῃς, ἐπεὶ ἄρ σε θεοὶ ποίησαν ἱκέσθαι
οἶκον ἐϋκτίμενον καὶ σὴν ἐς πατρίδα γαῖαν·
260ἀλλ᾽ ἐπεὶ ἐφράσθης καί τοι θεὸς ἔμβαλε θυμῷ,
εἴπ᾽ ἄγε μοι τὸν ἄεθλον

(Μόν’ έλα, αφού θυμήθηκες, τα βάσανά σου τώρα
πες τα κι εμένα)

Καθώς βλέπει ο αναγνώστης, η Πηνελόπη διάλεξε την πιο ακατάλληλη στιγμή για να ζητήσει από τον Οδυσσέα το curriculum vitae της τελευταίας εικοσαετίας του. Θιγμένος, ο Οδυσσέας της λέει (ψ 264):

δαιμονίη, τί τ᾽ ἄρ᾽ αὖ με μάλ᾽ ὀτρύνουσα κελεύεις εἰπέμεν
(ευλογημένη (όπως θα λέγαμε σήμερα) αυτά τι τα ζητάς; τι θέλεις να τα μάθεις;)

Υποκύπτει, όμως, τελικά για τους λόγους που αναφέραμε παραπάνω, αλλά πειραγμένος δεν της διηγείται τα βάσανα του, αλλά της αναγγέλλει ότι σύντομα πρέπει να ξεκινήσει πάλι για νέες περιπλανήσεις, σύμφωνα με τον χρησμό, που του έδωσε ο μάντης Τειρεσίας όταν είχε κατεβεί στον Άδη. Παγωμένη, η Πηνελόπη του απαντά (ψ 286):

εἰ μὲν δὴ γῆράς γε θεοὶ τελέουσιν ἄρειον,
ἐλπωρή τοι ἔπειτα κακῶν ὑπάλυξιν ἔσεσθαι.

(αφού είναι έτσι τότε στα γεράματά σου μπορείς να ελπίζεις
ότι θα πάψουν τα βάσανα σου.)

Εν τω μεταξύ, οι δούλες έχουν ετοιμάσει το κρεβάτι (ψ 296):

οἱ μὲν ἔπειτα ἀσπάσιοι λέκτροιο παλαιοῦ θεσμὸν ἵκοντο·

(… και κατόπιν εκείνοι
με λαχτάρα, τα συνήθεια του παλιού κρεβατιού θυμήθηκαν)

Αφού χόρτασε ο Οδυσσέας και τον ύπνο και την αγκαλιά της Πηνελόπης, θυμάται τα κοπάδια του που τα έχουν αποδεκατίσει οι Μνηστήρες, και λέει της Πηνελόπης (ψ 350):

νῦν δ᾽ ἐπεὶ ἀμφοτέρω πολυήρατον ἱκόμεθ᾽ εὐνήν,
κτήματα μὲν τά μοί ἐστι κομιζέμεν ἐν μεγάροισι,
μῆλα δ᾽ ἅ μοι μνηστῆρες ὑπερφίαλοι κατέκειραν,
πολλὰ μὲν αὐτὸς ἐγὼ ληΐσσομαι, ἄλλα δ᾽ Ἀχαιοὶ
δώσουσ᾽,
ἀλλ᾽ ἦ τοι μὲν ἐγὼ πολυδένδρεον ἀγρὸν ἔπειμι,
ὀψόμενος πατέρ᾽ ἐσθλόν, ὅ μοι πυκινῶς ἀκάχηται·

(… Τώρα το πολυπόθητο σαν βρήκαμε κρεβάτι
εγώ θα πάω να αρπάξω ζώα, κι άλλα θα μας δώσει ο λαός
και θα ξαναφτιάξουμε τα κοπάδια μας.
Τώρα, όμως, θέλω να πάω να δώ τον γέρο μου πατέρα)

Απ’ όλη αυτή την ιστορία των ανακτόρων της Ιθάκης, εκείνο που φαίνεται πιο χαριτωμένο αλλά και βαθιά ανθρώπινο, είναι εκείνο που λέει ο Όμηρος (ψ 1-10): πως καθ’ όλη τη διάρκεια του φόνου των 110 μνηστήρων, των 10 παραγιών και το κρέμασμα των 12 κοριτσιών στο ισόγειο, η Πηνελόπη στον πρώτο όροφο … κοιμόταν!

[Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Εστία τεύχ. 1413, σσ. 669-674, 1986]

Wednesday, September 10, 1986

Τάκης Μαύρος : Η ημισέληνος

Είναι περίεργο πώς μερικές έννοιες απ' αλλού ξεκινούν και αλλού καταλήγουν. Παίρνω σαν παράδειγμα τον σταυρό. Που ενώ ξεκίνησε σαν όργανο μιας ταπεινωτικής ποινής, κατέληξε να γίνει σύμβολο θρησκευτικό της μισής ανθρωπότητας. Ακόμη το σφυροδρέπανο. Απλά εργαλεία της πιο σκληρής δουλειάς και τα δύο στην αρχή, έφτασαν σήμερα ν’ αποτελούν για τους μισούς ανθρώπους της γης το έμβλημα για τον αγώνα για τη βελτίωση των όρων εργασίας και ζωής.
        Έτσι και η ημισέληνος. Αλλού γεννήθηκε, άλλο σήμαινε και κατέληξε το θρησκευτικό σύμβολο ολόκληρου του ισλαμικού κόσμου. Ας παρακολουθήσουμε όμως πώς εξελίχτηκαν τα πράγματα γι’ αυτή την τελευταία, όσο μας είναι γνωστό.
        Οι παλαιότερες πληροφορίες προέρχονται από το Βυζάντιο. Οι Βυζαντινοί, τον Δ’ αι. π.Χ. απέκρουσαν μιαν επίθεση του Φιλίππου και σε ανάμνηση της νίκης τους εκδίδουν ένα ειδικό νόμισμα με ένα μισοφέγγαρο, έμβλημα της θεάς Εκάτης, που όπως πίστευαν οι κάτοικοι του Βυζαντίου είχε τη συνήθεια να πηγαίνει στις δουλειές της μέσα στα σκοτάδια, οδηγούμενη από το γαύγισμα των σκύλων.
        Αυτό το έμβλημα ήταν ακόμη δημοφιλές στο Βυζάντιο, όταν έπειτα από επτά περίπου αιώνες η πόλη ξαναχτίστηκε με το όνομα Κωνσταντινούπολις. Και όταν αργότερα έγινε το μεγάλο κέντρο του Ισλάμ, αυτό το μισοφέγγαρο της Εκάτης έγινε το σύμβολο της Οθωμανικής κυριαρχίας [1]. Βυζαντινή λοιπόν έχει, με τα σημερινά γνωστά δεδομένα, την προέλευσή της η ημισέληνος. Και με την ευκαιρία αυτή ας προσθέσουμε εδώ ότι το Βυζάντιο ήταν αποικία των Αργείων.
        Από τότε απαντούμε την ημισέληνο σαν έμβλημα με κάποια σημασία, ίσως όχι μόνο διακοσμητική, στο γνωστό μαρμάρινο εικονοστάσι της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, πάνω στο Φρούριο στο Γεράκι, που έχει καταφανή τα στοιχεία της φράγκικης τεχνικής, αν δεν είναι και φράγκικης κατασκευής. Ο αναγνώστης διακρίνει δεξιά του τόξου την ημισέληνο μεταξύ έξι αστέρων και επειδή στην αρ ιστερή εικονίζεται το ημίκρινο, που ήταν γνωστό φράγκικο οικόσημο, μπορούμε να υποθέσουμε ότι και η ημισέληνος ήταν έμβλημα κάποιας φράγκικης οικογένειας. Σε εικόνα επίσης πολιορκούμενης πολιτείας εικονίζονται οι πολιορκητές με φράγκικες στολές να κρατούν σημαία με την ημισέληνο.


Το μαρμάρινο εικονοστάσι της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, στο Φρούριο στο Γεράκι Λακωνίας. (a) φωτογραφία [πηγή: Castiñeiras Manuel, 2020. Crossing Cultural Boundaries: Saint George in the Eastern Mediterranean under the Latinokratia (13th–14th Centuries) and His Mythification in the Crown of Aragon. Arts 9(3), σ. 95; https://doi.org/10.3390/arts9030095].  (b) αποτύπωση [πηγή: Traquair, Ramsay. 1905–1906. Laconia. I. Medieval Fortresses. The Annual of the British School of Athens XII: 259–76].

        Ο Κ. Γ. Ζησίου αναφέρει την ημισέληνο και στην περιγραφή της εικόνας του Αγίου Γεωργίου στον ναό του Αγίου Ιωάννου στο Γεράκι [2]. Αλλά μια προσεκτικότερη ματιά στην εικόνα δεν αφήνει καμμιά αμφιβολία ότι αυτό που νόμισε ο Ζησίου σαν ημισέληνο δεν είναι παρά τα στηρίγματα του ιμάντα της ασπίδας που κρατά ο Άγιος. Άλλωστε είναι και στο εσωτερικό μέρος της ασπίδας.
        Ήδη όμως από την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τους Τούρκους η ημισέληνος αρχίζει να θεωρείται το θρησκευτικό έμβλημα των Οθωμανών. Περί αυτού έχουμε σχετική μνεία από βυζαντινή πηγή. Γράφει σχετικά ο Τ.Ε. Τυπάλδος [3]: «Η Άννα Νοταρά εις Ιταλίαν διασωθείσα και εκεί ονειρευθείσα να εγκαταστήσει γωνίαν Ελληνικήν εις το παρά την Σιένην παλαιόν Φρούριον Montacuto di Maremma εστερνίσθη τα ιταλικά έθιμα, δημιουργήσασα ίδιον οικόσημον με δύο εστεμμένους αντιμετώπους λέοντας, ών εκάτερος κρατεί δια μεν του υψωμένου δεξιού ποδός ξίφος ή σταυρόν, δια δε του αριστερού κρατούσιν αμφότεροι υπό τα δύο ξίφη ημισέληνον». Ο συμβολισμός είναι προφανής. Η ευχή, η ελπίδα να υποδουλωθεί ο ισλαμικός κόσμος στους δύο Χριστιανικούς.
        Αλλά παράλληλα δεν έπαψε να χρησιμοποιείται και από τους Έλληνες. Την ημισέληνο με έναν αστέρα την συναντούμε και στο θυρεό του Κροατικής πιθανόν καταγωγής Jacobi Christich στην Κέρκυρα το 1795 [4]. Επίσης, στο οικόσημο του Αντωνίου Βούλγαρη, το 1697 στην Κέρκυρα [5]. Τέλος, στην ταφόπετρα ενός Αθανασίου Κωνσταντίνου Ανδρούτση, που βρίσκεται εντοιχισμένη στον ναό της Παναγίας της Κασσωπίτρας στην Κέρκυρα, κάτω από τα ονόματα των μνημονευομένων νεκρών εικονίζεται ένας θυρεός με στέμμα και με παράσταση πύργου μεταξύ ημισέληνου αριστερά του και αστέρος δεξιά, με χρονολογία ΑΩΟΑ (:1871).
        Αυτά λοιπόν. Και ας τα έχουν υπ' όψη τους οι φίλοι μας οι Τούρκοι και σ' όσα άλλα μας χρωστάνε ας προσθέσουν και την ημισέληνο.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
  1. Weigall Arthur, Μέγας Αλέξανδρος. Eκδ. Πέλλα, σσ. 94-95.
  2. Κ. Ζ. Ζησίου, Επιγραφαί Χριστιανικών χρόνων της Ελλάδας, Βάτικα, ΒΥΖΑΝΤΙΣ Α, εν Αθήναις 1909, σ. 129.
  3. Τ.Ε. Τυπάλδος. Είχαν οι Βυζαντινοί οικόσημα; ΕΕΘΣ Γ (1926), σ. 222.
  4. Ι.Γ.Τυπάλδoυ - Λασκαράτου. Εραλδικά μνημεία των Κερκυραϊκών Καθολικών εκκλησιών Annunciata και Duomo, ΔΙΕΕ 23 (1980), σ. 452.
  5. Ι.Γ.Τυπάλδου - Λασκαράτου, Εραλδική εξέταση των ανεκδότων «Πρεσβειών» του Ιστορ. Αρχ. Κερκύρας, ΔΙΕΕ 25 (1932), σ. 461· αναφέρεται , αλλά στη φωτογραφία δεν διακρίνεται.

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 10/9/1986].

Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...