Ο Όμηρος ή οι Όμηροι δεν φαίνονται ν’ αγνοούν ότι το πρόσωπο εκείνου που κλαίει συσπάται και παραμορφώνεται. Γι’ αυτό και ο Οδυσσέας σκεπάζει το πρόσωπό του, για να μην βλέπουν οι Φαίακες το αντιαισθητικό θέαμα που παρουσίαζε με τα ασυγκράτητα κλάματά του (Οδ. ο, 86). Σ’ άλλο σημείο, όμως, ο γερο-Πρίαμος, αν και βασιλιάς, εμφανίζεται πασαλειμμένος με κοπριές, να κυλιέται καταγής (Ιλ. Ω, 164).
Με λίγη υπομονή μπορούν να μετρηθούν στους 27803 στίχους της Ιλιάδας και της Οδύσσειας 249 στίχοι, που εμφανίζουν κάποιον ήρωα, άντρα ή γυναίκα, να κλαίει. Κι όχι ψευτοδάκρυα. «Θαλερόν κατελείβετο δάκρυ παρειών», γράφει ο Όμηρος, που σημαίνει πως τα δάκρυα τρέχανε ποτάμι.
Ο αριθμός αυτός τον στίχων μας δίνει ένα ποσοστό περίπου 1%, που σημαίνει πως σε κάθε 100 στίχους υπάρχει κι ένας όπου κάποιος κωκύει, οδύρεται, οιμώζει «κλαυθμοίο τε γόοιό τε».
Ας προσπαθήσουμε τώρα ν’ αναλύσουμε αυτό το 1%.
Στην Ιλιάδα, ήρωες που κλαίνε σημειώνονται οι εξής:
|
Αχιλλέας: |
Α 360, Κ 522, Σ 235, Σ 315, Τ 338, Ψ 9, Ψ 10, Ψ 75, Ψ
23, Ω 49, Ω 507, Ω 511, Ω 591 |
φορές 14 |
|
Πρίαμος: |
Χ 33, Χ 79, Ω 510, Ω 696 |
φορές 4 |
|
Πάτροκλος: |
Ο 398, Π 3, Π 857 |
φορές 3 |
|
Αντίλοχος: |
Ρ 696, Σ 17 |
φορές 2 |
|
Αγαμέμνων: |
Ι 14 |
1 φορά |
|
Αίας |
Ρ 648 |
1 φορά |
|
Άρης (ο θεός του πολέμου): |
Ο 114 |
1 φορά |
|
Δόλων: |
Κ 377 |
1 φορά |
|
Θερσίτης: |
Β 263 |
1 φορά |
|
Πυλαιμένης: |
Ν 657 |
1 φορά |
|
Φαίνωψ: |
Ε 156 |
1 φορά |
|
Φοίνιξ: |
Ι 432 |
1 φορά |
|
Χρύσης: |
Α 42 |
1 φορά |
|
|
Σύνολο ανδρών που κλαίνε |
32 |
Οι γυναίκες
|
Θέτις: |
Α 413, Σ 51, Σ 66, Σ 71 |
φορές 4 |
|
Ανδρομάχη: |
Ζ 405, Ω 723 Ω 745 |
φορές 3 |
|
Βρυσηίς: |
Τ 284, Τ 300 |
φορές 2 |
|
Εκάβη: |
Ω 407, Ω 760 |
φορές 2 |
|
Ελένη: |
Γ 176, Ω 776 |
φορές 2 |
|
Αλκυόνη: |
Ι 590 |
1 φορά |
|
Λητώ: |
Φ 493 |
1 φορά |
|
Νιόβη: |
Ω 613 |
1 φορά |
|
Περσεφόνη: |
Ι 570 |
1 φορά |
|
|
Σύνολο γυναικών που κλαίνε |
17 |
|
Διάφορα άτομα γενικά |
Β 290, Θ 364, Λ 136, Σ 315, Σ 340, Τ 5, Χ 353, Χ 407, Χ
427, Χ 476, Χ 499, Χ 515, Ψ 108, Ψ 153, Ψ 211, Ω 160, Ω 162, Ω 165, Ω 328, Ω 722,
Ω 740, Ω 741, Ω 746, Ω 786, Ω 794 |
φορές 25 |
|
Τα άλογα: |
Ρ 425, Ρ 426 |
φορές 2 |
|
Τα σπουργίτια: |
Β 315 |
1 φορά |
|
|
Σύνολο στίχων με κλάματα |
76 |
Οι στίχοι αυτοί είναι σχεδόν κανονικά
διασπαρμένοι:
|
Α |
3 |
Ε |
1 |
Ι |
4 |
Ν |
1 |
Ρ |
3 |
Φ |
1 |
|
Β |
3 |
Ζ |
1 |
Κ |
2 |
Ξ |
|
Σ |
8 |
Χ |
8 |
|
Γ |
1 |
Η |
|
Λ |
1 |
Ο |
2 |
Τ |
4 |
Ψ |
7 |
|
Δ |
|
Θ |
1 |
Μ |
|
Π |
2 |
Υ |
|
Ω |
23 |
|
Σύνολο |
76 |
||||||||||
Καθώς βλέπει ο αναγνώστης, ενώ στην αρχή τα κλάματα είναι σχετικά αραιά, ο Ποιητής προχωρώντας τα πολλαπλασιάζει, για να καταλήξει στην κορύφωση, στην αιχμή, τότε δηλαδή που ο Αχιλλέας κλαίει κατά την ταφή του Πατρόκλου και οι Τρώες για τον θάνατο του Έκτορα, τα δυο αυτά σημαντικότερο γεγονότα του Έπους. Μια φορά μάλιστα παρουσιάζει και τα άλογα να κλαίνε και μια τα μικρά σπουργιτάκια, όταν λείπει η μάνα τους.
Τα ρήματα που χρησιμοποιεί είναι τα εξής:
|
δακρύω και παράγωγα του: |
Α 42, Α 413, Ζ 405, Ι 14, Ι 431, Ι 570, Κ 377, Ν 657, Π
3, Ρ 695, Σ 17, Σ 65, Σ 234, Φ 493, Χ 499, Ω 9, Ω 162, Ω 613, Ω 745, Ω 786, Ω
794 |
φορές 21 |
|
Κλαίω και παράγωγα του: |
Α 360, Β 263, Γ176, Θ 364, Λ 136, Ρ 425, Σ 340, Τ 5, Τ 330,
Τ 338, Χ 427, Χ 515, Ψ 9, Ω 4, Ω 510, Ω 511, Ω 746, Ω 776 |
φορές 18 |
|
Οδύρομαι: |
Β 290, Β 315, Ι 590, Χ 79, Ψ 223, Ω 165, Ω 740 |
φορές 7 |
|
Γοώ: |
Ε 156, Π 857, Σ 51, Σ 315, Σ 316, Χ 352, Χ 476, Ψ 10, Ψ
18, Ψ 153, Ω 160, Ω507, Ω 723, Ω 741, Ω 747, Ω 760 |
φορές 16 |
|
Οιμώζω: |
Κ 522, Χ 33, Ω 591, Ω 696 |
φορές 4 |
|
Ολοφύρομαι: |
Ο 114, Ο 398, Π 648, Ψ 75, Ω 328 |
φορές 5 |
|
Κωκύω: |
Σ 71, Τ 284, Χ 407 |
φορές 3 |
|
Αναστενάζω: |
Ψ 211 |
1 φορά |
|
Θρηνώ: |
Ω 722 |
1 φορά |
|
|
Σύνολο |
76 |
|
Οδυσσέας: |
α 55, δ 556, ε 152, ε 157, ε 158, ε 160, η 260, θ 33, θ
86, θ 88, θ 93, θ 522, θ 531, θ 540, θ 577, ι 13, κ 497, κ 499, λ 55, λ 87, λ
212, λ 214, λ 395, λ 466, ν 199, ν 219, ξ 280, π 191, π 215, π 216, π 219, π 220,
π 304, τ 212, φ 226, x 501, ψ 232, ω 234 |
φορές 38 |
|
Τηλέμαχος: |
α 243, β 81, δ 113, δ 114, δ 153, δ 185, π 188, π 214,
π 215, π 216, π 219, π 220, ρ 46 |
φορές 13 |
|
Μενέλαος: |
δ 100, δ 102, δ 103, δ 104, δ 185, δ 523, δ 544, δ 539,
δ 541, δ 554 |
φορές 10 |
|
Εύμαιος: |
ξ 40, ξ 174, π 22, φ ω 82, φ 90, φ 223, φ 226, φ 228 |
φορές 8 |
|
Λαέρτης: |
δ 740, π 145, ω 280, ω 323 |
φορές 4 |
|
Μνηστήρες: |
υ 349, ω 190, ω 438 |
φορές 3 |
|
Αγαμέμνων: |
α 391, α 466 |
φορές 2 |
|
Αιγύπτιος: |
β 23, β 24 |
φορές 2 |
|
Ελπήνωρ: |
λ 55, λ 72 |
φορές 2 |
|
Ευπείθης: |
ω 425, ω 438 |
φορές 2 |
|
Ευρύλοχος: |
κ 248, κ 265 |
φορές 2 |
|
Αχιλλέας: |
λ 472 |
1 φορά |
|
Πεισίστρατος (γιος του Νέστορα): |
δ 186 |
1 φορά |
|
Φιλοίτιος (αρχιεργάτης του Οδυσσέα): |
υ 204 |
1 φορά |
|
Σύνολο ανδρών που κλαίνε |
φορές 89 |
|
|
Πηνελόπη: |
α 336, α 363, β 376, δ 704, δ 718, δ 749, δ 758, δ 767,
δ 800, δ 801, δ 806, δ 828, ν 338, ξ 129, π 39, π 450, ρ 8, ρ 38, π 103, σ
173, τ 46, τ 204, τ 210, τ 249, τ 251, τ 264, τ 268, τ 514, τ 541, τ 596, υ
58, υ 59, φ 56, φ 57, φ 357, ψ 33, ψ 207, ψ 352 |
|
|
Ευρύκλεια: |
β 361, β 362, ρ 33, τ 362, τ 472 |
|
|
Αντίκλεια: |
λ 154, λ 212 |
|
|
Ελένη: |
δ 183 |
|
|
Κίρκη: |
κ 324 |
|
|
Ναύτες, δούλες, ανώνυμο πλήθος: |
γ 238, γ 260, δ 183, δ 194, δ 198, δ 212, δ 223, δ 259,
δ 494, θ 523, θ 527, ι 98, ι 467, κ 49, κ 55, κ 201, κ 209, κ 241, κ 398, κ
409, κ 415, κ 418, κ 454, κ 486, κ 567, κ 570, λ 5, λ 527, λ 558, μ 12, μ 234,
μ 309, μ 311, ξ 286, ο 355, π 16, τ 119, τ 209, χ 447, ω 46, ω 59, ω 61, ω 64
|
|
|
Ένα αηδόνι: |
τ 520 |
|
|
Σύνολο στίχων με κλάματα |
|
180 |
Οι στίχοι αυτή είναι διάσπαρτοι στην Οδύσσεια ως εξής:
|
α |
4 |
ε |
4 |
ι |
3 |
ν |
3 |
ρ |
6 |
φ |
8 |
|
β |
6 |
ζ |
1 |
κ |
18 |
ξ |
5 |
σ |
1 |
χ |
2 |
|
γ |
2 |
η |
|
λ |
14 |
ο |
1 |
τ |
16 |
ψ |
4 |
|
δ |
34 |
θ |
10 |
μ |
4 |
π |
12 |
υ |
4 |
ω |
11 |
|
Σύνολο |
173 |
||||||||||
Η διαφορά από το 173 έως το 180 οφείλεται στο ότι σε μερικούς στίχους αναφέρονται περισσότερα του ενός πρόσωπα να κλαίνε.
Η ανάλυση του πίνακα αυτού παρουσιάζει τα πράγματα πιο συγκεχυμένα απ’ όσο ο αντίστοιχος της Ιλιάδας. Καταρχήν, ανάμεσα στους άντρες, πρώτος στα κλάματα παρουσιάζεται ο Οδυσσέας, η προσωποποίηση της πανουργίας και της πονηριάς, με 42 φορές, και από τις γυναίκες η Πηνελόπη, με 38 φορές. Αντίθετα, η «πέτρα του σκανδάλου» όλης αυτής της περιπέτειας, του Τρωικού πολέμου, η Ελένη, δεν κλαίει παρά μίαν και μόνο φορά (Οδ. δ 183), και εκείνη μάλλον ανόρεχτα.
Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι στην Οδύσσεια η αιχμή του κλάματος είναι στη [ραψωδία] δ, ακριβώς τότε που ο Μενέλαος γιορτάζει στο παλάτι του γιατί παντρεύει την κόρη του. Εξάλλου, δε, οι μνηστήρες γλεντάνε στο παλάτι της Πηνελόπης. Αυτό δεν είναι καθόλου περίεργο και μας ξαναθυμίζει το απόσπασμα από τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, που αναφέρεται ήδη στην προμετωπίδα.
Τα ρήματα που χρησιμοποιεί ο Ποιητής είναι:
- δακρύω και παράγωγα φορές 56
- κλαίω και παράγωγα φορές 39
- οδύρομαι φορές 27
- γοώ φορές 24
- ολοφύρομαι, ολολύζω, ολοή φορές 15
- κωκύω φορές 4
- αχνύμενος φορές 3
- στενάζω, στεναχίζω φορές 3
- θρηνώ 1 φορά
- οιμώζω 1 φορά
- Σύνολο φορές 173
Το «κλάμα», με τη συχνότητα που επαναλαμβάνεται στα Ομηρικά Έπη, οδηγεί σε ορισμένες υποθέσεις.
Ο Ποιητής φαίνεται πως ήταν υποχρεωμένος να παρεμβάλλει με κάποιον ρυθμό και σύστημα τη σκηνή αυτή του γόου και του οδυρμού. Ήταν ένα επικό μοτίβο, θα έλεγε κανείς, που το χρειαζόταν ο ακροατής.
Ο ευτυχισμένος άνθρωπος ήταν πάντα ανιαρός. Η επιτυχία ενδιαφέρει τον αναγνώστη ή τον ακροατή μόνο για τα προβλήματα, που θα συναντήσει ο Ήρωας, και τους κινδύνους και τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει ώσπου να φτάσει ΕΚΕΙ. Έπειτα, το ενδιαφέρον πέφτει. Για ένα τραβήξει όμως σε μάκρος η προσοχή του ακροατή, έπρεπε να βρεθεί ένα νέο συναισθηματικό μαστίγωμα. Και η προχειρότερη λύση ήταν το «κλάμα».
Οι τραγικοί ασφαλώς εγνώριζαν τη χρησιμότητα της σκόπιμης αυτής παρεμβολής του κλάματος, αλλά ζώντας σ’ άλλην εποχή, με άλλες απαιτήσεις της Τέχνης, απευθυνόμενοι σε ακροατήριο άλλων αξιώσεων, είναι υποχρεωμένοι να αναζητήσουν άλλους τρόπους απόσπασης της προσοχής του κοινού. Έχουν απομακρυνθεί πια από τις ρεαλιστικές υπερβολές, και τις σκηνές με κλάματα τις έχουν περιορίσει στο ελάχιστο.
Ο Όμηρος δεν παρουσιάζει παρά ελάχιστες φορές τους ήρωές του να γελάνε. Και μάλιστα για λόγους που θα μας φαίνονταν σήμερα απίστευτα ασήμαντοι.
«… Τηλέμαχος δὲ μέγ᾿ ἔπταρεν, ἀμφὶ δὲ δῶμασμερδαλέον κονάβησε: γέλασσε δὲ Πηνελόπεια…»
«…με ορμή ο Τηλέμαχος φταρνίστη, και το σπίτι
γύρω αντιλάλησε άγρια᾿ γέλασε κι η Πηνελόπη τότε…»
Γι’ αυτόν λοιπόν το λόγο γέλασε η Πηνελόπη (Οδ. ρ 541-542).
Σκηνές όπου «ως έφαθ’, οι δ’ άρα πάντες ανήιξαν γελόωντες» (Οδ. σ 40) ή η άλλη «χείρας ανασχόμενοι γέλω έκθανον» (Οδ. σ 100) έχουν επιφυλαχθεί για τους «αγαυούς μνηστήρας» και για άλλα πρόσωπα μικρότερης σημασίας.
Ποιο ήταν το κοινό, το ακροατήριο του έπους δεν γνωρίζουμε [*]. Αλλά μπορούμε να το φανταστούμε. Στις λαϊκές γιορτές, τα πανηγύρια, τις γιορτές των αρχόντων, από τα πολύ παλιά χρόνια, όπως και στα χωριά μας μέχρι σήμερα, μετά από τα κρέατα και τα κρασιά, έρχονταν οι καημοί και οι αναμνήσεις των χαμένων συντρόφων. Κάποιος λυράρης πληρωτός ή κάποιος από τους καλεσμένους, που θυμόταν όπως-όπως τα Έπη, έπαιρνε τη λύρα.
Συνήθως άρχιζε με περιγραφές σφαγών, περιπετειών, κινδύνων. Έπειτα έβαζε λίγο «κλάμα», έπειτα πάλι σφαγές και πάλι τα ίδια, μέχρι που τελείωνε το κρασί. Και τότε: «κλαιόντεσι δε τοίσιν, επήλυθε νήδυμος ύπνος» (Οδ. μ 311).
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
(*) Περισσότερα θα βρει ο αναγνώστης στο βιβλίο του Κ.Α. Τρυπάνη, Τα Ομηρικά Έπη, Αθήνα 1975, σ. 49 κ.ε.
[Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Εστία, τόμ. 116, τεύχ. 1372, σσ. 1169-1172 (1/9/1984)].