Όταν το περασμένο φθινόπωρο επισκεφτήκαμε το μοναστήρι της Μόλιστας, ανάμεσα στ’ άλλα της περιοχής Κόνιτσας της Ηπείρου, κάποιος ντόπιος είχε την καλοσύνη, μαζί με άλλες πολύτιμες πληροφορίες που μας έδωσε, να μας υποδείξει και το σπίτι όπου ζούσε ακόμη μια απόγονος του θρυλικού αγωγιάτη, του «Ρόβα», που όλοι μας θα ’χουμε ακούσει στο γνωστό δημοτικό τραγουδάκι:
Ο Ρόβας εξεκίνησε κατ’ τη Βλαχιά να πάη
Νύχτα σελώνει τ’ άλογο νύχτα το καλιγώνει
Βάζει τα πέταλα χρυσά και τα καρφι’ ασημένια
Έχει μουλάρια δεκαχτώ και μούλες δεκαπέντε
Κι όλο στεργιά επήγαινε κι όλο στεργιά πηγαίνει
Κι η κόρη που τον αγαπά βαριά τον καταριέται
Γι’ αυτού Ρόβα που κίνησες να πέσης να πονέσης
Να πάη το στάρι δώδεκα το ρίζι δεκαπέντε
και η ταή τ’ αλόγου σου αμέτρητες χιλιάδες.
Συναντήσαμε την απόγονο αυτού του Ρόβα σ’ ένα μικρό συνοικισμό, τη Μεσσαριά, που βρίσκεται σε πολύ μικρή απόσταση από τη Μόλιστα, γνωστή και με την παλιότερη ονομασία της, Μποτσιφάρι [σήμερα το χωριό νομάζεται Μοναστήρι]. Η «Τσά-Μαρίνα», όπως τη φώναξε κάποιος που προθυμοποιήθηκε να μας δείξει το σπίτι της, έμενε σ’ ένα μικρό φτωχικό καλύβι στην άκρη του χωριού.
Βγήκε στην πόρτα μια στητή μαυροφορεμένη γερόντισσα. Θα ’ταν μεταξύ 85 και 95 χρονών. Φαινόταν να την έχουν εγκαταλείψει τα πάντα, εκτός από την ανάμνηση μιας παλιάς ομορφιάς, και το καλοσυνάτο της ύφος. Δέχτηκε με φυσικότητα να την φωτογραφήσουμε, και κατόπιν μας κάλεσε να περάσουμε «μέσα».
Η «Τσά-Μαρίνα», το φθινόπωρο του 1980.
Ήταν ένα μικρό χαμηλοτάβανο δωμάτιο, με μια σόμπα στη μέση, πολλή μουτζούρα και πολλά γερατειά. Ένα μικρό καπνισμένο παράθυρο προσπαθούσε μάταια να φωτίσει το εσωτερικό. Ό,τι όμως δεν μπορούσε να κάμει το παράθυρο, το συμπλήρωνε το εκφραστικό πρόσωπο της «Τσά-Μαρίνας».
Την ρωτήσαμε αν ήταν αλήθεια ότι ήταν κόρη του Ρόβα, του περίφημου αγωγιάτη. Παρ’ όλα τα χρόνια της, η απάντησή της ήταν άμεση και σίγουρη. Ήξερε ότι λεγόταν Ρόβα, αλλά ότι αυτό ήταν παρατσούκλι, και πως το πραγματικό της όνομα ήταν Μπιλούλη. Ήξερε το τραγουδάκι, μπέρδευε όμως έναν Δημήτρη μ’ έναν Αναστάση, και πότε έλεγε παππού της τον έναν και πότε πατέρα της τον άλλον. Θυμόταν ότι και ο παππούς της ήταν αγωγιάτης, και μάλιστα ότι είχε και το παρωνύμιο «ο Κατοστάρης», άγνωστο για ποια αιτία. Θυμόταν τους μικρούς Ηπειρώτες, που πολύ μικρούς ακόμα τους έστελναν στη Βλαχιά για να προκόψουν, και που επειδή δεν μπορούσαν να παρακολουθήσουν το πολύωρο περπάτημα, τους έβαζε ο πατέρας της πάνω στα μουλάρια. Φαινόταν να της είχε κάνει μεγάλη εντύπωση να βάζουν τα παιδιά πάνω στα ζώα, πράγμα αδιανόητο για μια γυναίκα στην Ήπειρο.
Θυμόταν τα ταξίδια του πατέρα της, και επαναλάβανε κάτι που της είχε μείνει στη μνήμη της. Ότι σε κάποιο από τα τελευταία του ταξίδια, «του είχαν φάει 80 ναπολεόνια». Απάτη, ληστεία; Δεν θυμόταν.
Το επώνυμο Μπιλούλης το είχαν κι άλλοι κάτοικοι της Μεσσαριάς, αλλά το «Ρόβα» το είχε διατηρήσει μόνο η «Τσά-Μαρίνα». Να ’ταν άραγε αυτός ο λόγος που οι ντόπιοι της έδειχναν κάποια διάθεση για απομόνωση; Πρέπει να προσθέσουμε πως οι συγχωριανοί της, ενώ γνώριζαν το δημοτικό τραγούδι για τον Ρόβα, έδειχναν μεγάλη επιφύλαξη για να δεχτούν ότι η «Τσά-Μαρίνα» ήταν πραγματικά κατ’ ευθείαν απόγονος του θρυλικού αγωγιάτη.
Είχαν αντιρρήσεις αν το Μποτιφάρι ήταν πάνω στο δρομολόγιο των καραβανιών προς Βλαχία, Βουλγαρία κλπ., παρ’ όλον ότι δεν αγνοούσαν την παράδοση ότι το ξαναχτίσιμο, μετά την καταστροφή του παλιού μοναστηριού της Μόλιστας από κατολίσθηση, οφείλεται σε ενέργειες που έκαναν αγωγιάτες. Το μοναστήρι είχε νερό, και κάτω από τη στέγη του έβρισκαν καταφύγιο άνθρωποι και ζώα.
Βέβαια, η εφεκτική στάση των Μεσσαριατών προς στην «Τσά-Μαρίνα» δεν μπορεί να είναι τυχαία. Κολάζομαι μ’ αυτό που θα γράψω, αλλά δεν μπορεί ο Θεός ας με συγχωρέσει, ήταν ο μόνος άνθρωπος εκεί απάνω που τους αντάρτες του τελευταίου Εμφύλιου Πολέμου τους αποκαλούσε «οι δημοκράτες».
Αποχαιρετήσαμε τη γερόντισσα, την φορτωμένη από παράδοση «Τσά-Μαρίνα», κι αρχίσαμε να κατηφορίζουμε κάτω από μια ψηλή επίμονη βροχή. Ήρθαν στο νου μας τα κατάκοπα μουλάρια του Ρόβα, φορτωμένα με γουναρικά, δέρματα και παιδιά, να προχωρούν το ένα πίσω από το άλλο μέσα σε μια τέτοια ψιλή βροχή για τη Βλαχιά, τη Βουδαπέστη, τη Βουλγαρία, την Πόλη, για να ξαναγυρίσουν πάλι φορτωμένα με λογής-λογής «μανιφατούρα». Καθρεφτάκια, πανικά, ψαλίδια, μαχαίρια, ναπολεόνια, και γράμματα «σε τρεις γωνιές καμμένα».
Στην αρχή φαινόντουσαν πολύ μακρινά όλα αυτά, έπειτα όμως ήρθαν ολοζώντανες οι φιγούρες των «ταχυδρόμων» των νησιών του Αιγαίου, που έφταναν στο λιμάνι του Πειραιά, φορτωμένοι με καλάθια, καλαθάκια, κότες, κοτόπουλα, κι ένα-δυο κοριτσάκια κάθε φορά, δουλάκια, παραγγελία για κάποιο «καθώς πρέπει» σπίτι του Πειραιά. Αλλά αυτά γιατί τα θυμόμαστε; Αυτές είναι δουλειές των «ποιητών του Αιγαίου» και όχι δικές μας.
Συνεχίσαμε να κατηφορίζουμε τον στριφτό χωματόδρομο και θυμηθήκαμε πάλι το τραγουδάκι του Ρόβα και την επωδό του:
«Πάπια, χήνα μου»
Γιατί άραγε το άχαρο αυτό ρεφρέν; Μια απάντηση ίσως θα ήταν αυτό που γράφει ο Ι. Λαμπρίδης, κάπου στα Ηπειρωτικά Μελετήματά του, δεν θυμάμαι πού. Λέει πως στα παλιότερα χρόνια ήταν πολύ της μόδας στα Γιάννενα οι εύσωμες γυναίκες, τόσο που το λικνιστικό βάδισμα της πάπιας να θεωρείται η τελευταία λέξη της γυναικείες κομψότητας και χάρης.
Και να που οι στροφές τελείωσαν και βγήκαμε στην άσφαλτο. Η βροχή συνεχιζόταν και είχαμε μπροστά μας 400 χιλιόμετρα επιστροφής. Οι αναμνήσεις έπρεπε να σταματήσουν.
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αγώνας στις 4/4/1981].