Sunday, April 19, 1981

Τάκης Μαύρος : Καρκίνοι

Ο έρανος για τη καταπολέμηση του καρκίνου, που γίνεται μια φορά τον χρόνο στον τόπο μας, δεν χωράει καμμιά αμφιβολία πως πρέπει να θυμίζει σ' όλους μας την κοινή τύχη που υπερίπταται πάνω από τα κεφάλια μας και πως πρέπει να δίνεται και ο οβολός της χήρας και το τάλαντο του πλούσιου. Είναι τόσο δαπανηρές οι έρευνες για την καταπολέμηση αυτής της αρρώστιας, όπως και οι φροντίδες για την ανακούφιση των ασθενών, που όσα χρήματα και αν συγκεντρωθούν, πάλι λίγα θα ’ναι. Στο κάτω κάτω της γραφής, αφού οι στατιστικές μας λένε πως ο ένας στους τρεις μας, αναγνώστες και συντάκτες, θα πάει από καρκίνο.
        Ας μην ασχοληθούμε όμως περισσότερο με τα θλιβερά αυτά θέματα, αφού έτσι κι' αλλιώς, μια μέρα, θ' ασχοληθούν αυτά με μας. Και για να περνάει η ώρα, ας το ρίξουμε στην ιστορία.
        Καρκίνοι, λοιπόν, στα βυζαντινά χρόνια, λεγόντουσαν διάφορες φράσεις, ρητά, επιγράμματα ή αφιερώσεις, γραμμένες με τέτοιον τρόπο, ώστε να διαβάζονται και από την ανάποδη, δηλαδή από το τέλος προς την αρχή. Ακριβώς όπως ο κάβουρας, ο καρκίνος, μπορεί να περπατάει με την ίδια ευχέρεια και αριστερά και δεξιά.
        Όσοι από τους αναγνώστες έχουν επισκεφθεί παλιά μοναστήρια, ίσως πρόσεξαν την επιγραφή: 

ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ OΨΙΝ

Είναι ένας καρκίνος, ο πιο συνηθισμένος, και τον έγραφαν πάνω από κρήνη ή βρύση, ή και στη «φιάλη», αν το μοναστήρι διέθετε αυτή την πολυτέλεια [1]. Φιάλες έλεγαν μικρές και κομψές οικοδομές, στο προαύλιο συνήθως του μοναστηριού, όπου υπήρχε κάποιο τρεχούμενο νεράκι και όπου οι πιστοί και οι καλόγεροι ή καλόγριες ξεκουράζονταν και δροσίζονταν τις καυτερές ώρες της μέρας. Το τρεχούμενο νεράκι ήταν και μια πρόσκληση για τους οδοιπόρους να πλύνουν τα σκονισμένα από την πολύωρη πορεία πόδια τους. Πρόσκληση όμως που σπάνια αποσπούσε από τις κατανυκτικές προσευχές την προσοχή των καλογέρων.


Ο "καρκίνος" ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ OΨΙΝ 
από την Ιερά μονή Μαλεβής στην Αρκαδία
(όχι μόνον καρκινική επιγραφή αλλά και αμφίγραμμα)

        Εκτός όμως από τον καρκίνο, που ανέφερα πάρα πάνω, υπήρχαν κι άλλοι. Παραθέτω μερικούς από αυτούς, που τους έχω ερανιστεί από διάφορα διαβάσματα.

Σος ειμί, τίμιε, σος
Εις όλα καλός ει
Αναβάσατε τα σάβανα
Νοσώ, Σώτερ, υπό πυρετό, σώσον
Ειπέ, σον αίμα Δαμιανός έπιε
Αμώς, ίασαι νόσον, ίασαι σώμα
Ηγεμών άνομον έχε νόμον, άνομε γη

Και τέλος τον πιο πετυχημένο απ’ όλους:

Ω γένος εμόν εν ω μέσον εγώ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Η φράση αποδίδεται στον Άγιο Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό, θεολόγο του 4ου αι.

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 19/4/1981].

Saturday, April 4, 1981

Τάκης Μαύρος : «Τσα-Μαρίνα», μια απόγονος του Ρόβα [Μόλιστα]

Όταν το περασμένο φθινόπωρο επισκεφτήκαμε το μοναστήρι της Μόλιστας, ανάμεσα στ’ άλλα της περιοχής Κόνιτσας της Ηπείρου, κάποιος ντόπιος είχε την καλοσύνη, μαζί με άλλες πολύτιμες πληροφορίες που μας έδωσε, να μας υποδείξει και το σπίτι όπου ζούσε ακόμη μια απόγονος του θρυλικού αγωγιάτη, του «Ρόβα», που όλοι μας θα ’χουμε ακούσει στο γνωστό δημοτικό τραγουδάκι:

Ο Ρόβας εξεκίνησε κατ’ τη Βλαχιά να πάη
Νύχτα σελώνει τ’ άλογο νύχτα το καλιγώνει
Βάζει τα πέταλα χρυσά και τα καρφι’ ασημένια
Έχει μουλάρια δεκαχτώ και μούλες δεκαπέντε
Κι όλο στεργιά επήγαινε κι όλο στεργιά πηγαίνει
Κι η κόρη που τον αγαπά βαριά τον καταριέται
Γι’ αυτού Ρόβα που κίνησες να πέσης να πονέσης
Να πάη το στάρι δώδεκα το ρίζι δεκαπέντε
και η ταή τ’ αλόγου σου αμέτρητες χιλιάδες.

        Συναντήσαμε την απόγονο αυτού του Ρόβα σ’ ένα μικρό συνοικισμό, τη Μεσσαριά, που βρίσκεται σε πολύ μικρή απόσταση από τη Μόλιστα, γνωστή και με την παλιότερη ονομασία της, Μποτσιφάρι [σήμερα το χωριό νομάζεται Μοναστήρι]. 
        Η «Τσά-Μαρίνα», όπως τη φώναξε κάποιος που προθυμοποιήθηκε να μας δείξει το σπίτι της, έμενε σ’ ένα μικρό φτωχικό καλύβι στην άκρη του χωριού.
        Βγήκε στην πόρτα μια στητή μαυροφορεμένη γερόντισσα. Θα ’ταν μεταξύ 85 και 95 χρονών. Φαινόταν να την έχουν εγκαταλείψει τα πάντα, εκτός από την ανάμνηση μιας παλιάς ομορφιάς, και το καλοσυνάτο της ύφος. Δέχτηκε με φυσικότητα να την φωτογραφήσουμε, και κατόπιν μας κάλεσε να περάσουμε «μέσα».


Η «Τσά-Μαρίνα», το φθινόπωρο του 1980.

        Ήταν ένα μικρό χαμηλοτάβανο δωμάτιο, με μια σόμπα στη μέση, πολλή μουτζούρα και πολλά γερατειά. Ένα μικρό καπνισμένο παράθυρο προσπαθούσε μάταια να φωτίσει το εσωτερικό. Ό,τι όμως δεν μπορούσε να κάμει το παράθυρο, το συμπλήρωνε το εκφραστικό πρόσωπο της «Τσά-Μαρίνας».
        Την ρωτήσαμε αν ήταν αλήθεια ότι ήταν κόρη του Ρόβα, του περίφημου αγωγιάτη. Παρ’ όλα τα χρόνια της, η απάντησή της ήταν άμεση και σίγουρη. Ήξερε ότι λεγόταν Ρόβα, αλλά ότι αυτό ήταν παρατσούκλι, και πως το πραγματικό της όνομα ήταν Μπιλούλη. Ήξερε το τραγουδάκι, μπέρδευε όμως έναν Δημήτρη μ’ έναν Αναστάση, και πότε έλεγε παππού της τον έναν και πότε πατέρα της τον άλλον. Θυμόταν ότι και ο παππούς της ήταν αγωγιάτης, και μάλιστα ότι είχε και το παρωνύμιο «ο Κατοστάρης», άγνωστο για ποια αιτία. Θυμόταν τους μικρούς Ηπειρώτες, που πολύ μικρούς ακόμα τους έστελναν στη Βλαχιά για να προκόψουν, και που επειδή δεν μπορούσαν να παρακολουθήσουν το πολύωρο περπάτημα, τους έβαζε ο πατέρας της πάνω στα μουλάρια. Φαινόταν να της είχε κάνει μεγάλη εντύπωση να βάζουν τα παιδιά πάνω στα ζώα, πράγμα αδιανόητο για μια γυναίκα στην Ήπειρο.
        Θυμόταν τα ταξίδια του πατέρα της, και επαναλάβανε κάτι που της είχε μείνει στη μνήμη της. Ότι σε κάποιο από τα τελευταία του ταξίδια, «του είχαν φάει 80 ναπολεόνια». Απάτη, ληστεία; Δεν θυμόταν.
        Το επώνυμο Μπιλούλης το είχαν κι άλλοι κάτοικοι της Μεσσαριάς, αλλά το «Ρόβα» το είχε διατηρήσει μόνο η «Τσά-Μαρίνα». Να ’ταν άραγε αυτός ο λόγος που οι ντόπιοι της έδειχναν κάποια διάθεση για απομόνωση; Πρέπει να προσθέσουμε πως οι συγχωριανοί της, ενώ γνώριζαν το δημοτικό τραγούδι για τον Ρόβα, έδειχναν μεγάλη επιφύλαξη για να δεχτούν ότι η «Τσά-Μαρίνα» ήταν πραγματικά κατ’ ευθείαν απόγονος του θρυλικού αγωγιάτη.
        Είχαν αντιρρήσεις αν το Μποτιφάρι ήταν πάνω στο δρομολόγιο των καραβανιών προς Βλαχία, Βουλγαρία κλπ., παρ’ όλον ότι δεν αγνοούσαν την παράδοση ότι το ξαναχτίσιμο, μετά την καταστροφή του παλιού μοναστηριού της Μόλιστας από κατολίσθηση, οφείλεται σε ενέργειες που έκαναν αγωγιάτες. Το μοναστήρι είχε νερό, και κάτω από τη στέγη του έβρισκαν καταφύγιο άνθρωποι και ζώα.
        Βέβαια, η εφεκτική στάση των Μεσσαριατών προς στην «Τσά-Μαρίνα» δεν μπορεί να είναι τυχαία. Κολάζομαι μ’ αυτό που θα γράψω, αλλά δεν μπορεί ο Θεός ας με συγχωρέσει, ήταν ο μόνος άνθρωπος εκεί απάνω που τους αντάρτες του τελευταίου Εμφύλιου Πολέμου τους αποκαλούσε «οι δημοκράτες».
        Αποχαιρετήσαμε τη γερόντισσα, την φορτωμένη από παράδοση «Τσά-Μαρίνα», κι αρχίσαμε να κατηφορίζουμε κάτω από μια ψηλή επίμονη βροχή. Ήρθαν στο νου μας τα κατάκοπα μουλάρια του Ρόβα, φορτωμένα με γουναρικά, δέρματα και παιδιά, να προχωρούν το ένα πίσω από το άλλο μέσα σε μια τέτοια ψιλή βροχή για τη Βλαχιά, τη Βουδαπέστη, τη Βουλγαρία, την Πόλη, για να ξαναγυρίσουν πάλι φορτωμένα με λογής-λογής «μανιφατούρα». Καθρεφτάκια, πανικά, ψαλίδια, μαχαίρια, ναπολεόνια, και γράμματα «σε τρεις γωνιές καμμένα».
        Στην αρχή φαινόντουσαν πολύ μακρινά όλα αυτά, έπειτα όμως ήρθαν ολοζώντανες οι φιγούρες των «ταχυδρόμων» των νησιών του Αιγαίου, που έφταναν στο λιμάνι του Πειραιά, φορτωμένοι με καλάθια, καλαθάκια, κότες, κοτόπουλα, κι ένα-δυο κοριτσάκια κάθε φορά, δουλάκια, παραγγελία για κάποιο «καθώς πρέπει» σπίτι του Πειραιά. Αλλά αυτά γιατί τα θυμόμαστε; Αυτές είναι δουλειές των «ποιητών του Αιγαίου» και όχι δικές μας.
        Συνεχίσαμε να κατηφορίζουμε τον στριφτό χωματόδρομο και θυμηθήκαμε πάλι το τραγουδάκι του Ρόβα και την επωδό του:

«Πάπια, χήνα μου»

Γιατί άραγε το άχαρο αυτό ρεφρέν; Μια απάντηση ίσως θα ήταν αυτό που γράφει ο Ι. Λαμπρίδης, κάπου στα Ηπειρωτικά Μελετήματά του, δεν θυμάμαι πού. Λέει πως στα παλιότερα χρόνια ήταν πολύ της μόδας στα Γιάννενα οι εύσωμες γυναίκες, τόσο που το λικνιστικό βάδισμα της πάπιας να θεωρείται η τελευταία λέξη της γυναικείες κομψότητας και χάρης.
        Και να που οι στροφές τελείωσαν και βγήκαμε στην άσφαλτο. Η βροχή συνεχιζόταν και είχαμε μπροστά μας 400 χιλιόμετρα επιστροφής. Οι αναμνήσεις έπρεπε να σταματήσουν.


[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αγώνας στις 4/4/1981].

Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...