Sunday, June 15, 1980

Τάκης Μαύρος : Ετυμολογικά : «Χαιρέτα μου τον πλάτανο»

Είναι γνωστή η φράση : «χαιρέτα μου τον πλάτανο» και την χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να δηλώσουμε, να εκφράσουμε τη λύπη μας για μια οριστική απώλεια, μια ανεπίστρεπτη απομάκρυνση. Αλλά από πού να προέρχεται; Μια εκδοχή είναι και αυτή που δίνει ο Ι. Λαμπρίδης στα «Ηπειρωτικά» του. 
        Σύμφωνα με αυτήν, στην κεντρική πλατεία του Μετσόβου, που ήταν τόπος συγκεντρώσεως και περιπάτου των μεγαλονοικοκυραίων, υπήρχε ένας τεράστιος πλάτανος. Στον ίσκιο του ή γύρω του συγκεντρωνόντουσαν οι Μετσοβίτες για να πουν τα νέα τους, και ο περίπατος στον «πλάτανο» ήταν η μεγάλη στιγμή της ημέρας, που κάθε «καθώς πρέπει» Μετσοβίτης φρόντιζε να μην την χάσει. Κάποτε, ένας από αυτούς, ο τσέλιγκας Φλόκας, πέφτει σε μια ενέδρα ληστών και τραυματίζεται θανάσιμα. Σε αυτούς που τον περιστοιχίζανε αφήνει την παραγγελία : «χαιρετάτε μου τον πλάτανο». Από τότε, η φράση έμεινε σαν ένας αποχαιρετισμός, για κάτι σπουδαίο που χάθηκε οριστικά.

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 15-30/6/1980].

Sunday, June 1, 1980

Τάκης Μαύρος : Ανθρωποφαγία

Οι πρόσφατες ανακοινώσεις του ζεύγους των αρχαιολόγων Σακελλαράκη [1,2], σχετικά με τα ίχνη ή καλύτερα με τα τεκμήρια ανθρωποθυσιών, που βρήκαν κατά τη διάρκεια των ανασκαφικών τους εργασιών στις Αρχάνες της Κρήτης, φέρνουν πάλι επί τάπητος όχι μόνο το θέμα των ανθρωποθυσιών στον Ελληνικό χώρο, αλλά και το δίδυμό τους θέμα, της ανθρωποφαγίας. Γιατί φαίνεται πως το ένα δεν λειτούργησε πάντα ανεξάρτητα από το άλλο. Οι θρύλοι, οι παραδόσεις, αλλά και οι ιστορικές μαρτυρίες από την κλασσική αλλά και ακόμα από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια (Παυσανίας, Αρκαδικά), έχουν οδηγήσει τους ειδικούς στην αποδοχή της γνώμης ότι τα σχετικά περιστατικά δεν είναι τόσο σπάνια όσο θα θέλαμε. Όχι μόνο ανθρωποθυσιών, που έχουν καθαρά θρησκευτικό χαρακτήρα, αλλά και περιπτώσεων ανθρωποφαγίας, που δεν είχαν πάντα τόσο υψηλά κίνητρα.
        Ο θρησκευτικός χαρακτήρας των ανθρωποθυσιών έχει αποτελέσει αντικείμενο εξονυχιστικών εργασιών, πολυσέλιδες δε μελέτες του φαινόμενου, στους Αζτέκους κυρίως, όπου υπολογίζεται ότι το 5% του πληθυσμού τρωγόταν κάθε χρόνο από τα άλλα 95%, δεν κατέληξαν σ' ένα μόνο συμπέρασμα. Μερικοί υποστήριξαν πως η έλλειψη πρωτεϊνών ήταν ο πρώτος και σπουδαιότερος λόγος, που οδηγούσε τους ανθρώπους στο να τρώνε τους όμοιούς τους. Άλλοι πάλι δέχτηκαν πως θρησκευτικοί λόγοι, ανακατεμένοι με ψυχομεταφυσικές αναζητήσεις, παρά οι πραγματικές οργανικές ανάγκες, τους ωθούσαν στην ανθρωποφαγία. Και οι δυο παρατάξεις είχαν ισχυρά επιχειρήματα. Πραγματικά, η Ιστορία έχει να παραθέσει ένα πλήθος περιπτώσεων, όπου εκδηλώθηκαν φαινόμενα ανθρωποφαγίας, συνήθως κάτω από εξαιρετικές και ανώμαλες συνθήκες. Έτσι, ένα τέτοια παράδειγμα αναφέρεται ότι συνέβη στην περιοχή της Συρίας ή της Παλαιστίνης κατά τη διάρκεια της δεύτερης ή τρίτης Σταυροφορίας. Όταν μια ομάδα πεινασμένων Σταυροφόρων παρουσιάστηκε στον επί κεφαλής τους και διαμαρτυρήθηκε γιατί πεινούσαν, ο στρατηγός τους τούς είπε φυσικότατα: «Τί να σας κάνω; Νά, πάρτε εκείνους τους αιχμαλώτους». Και έδειξε μερικούς Τούρκους αιχμάλωτους, που έσερναν μαζί τους γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. «Γδάρτε τους και φάτε τους»! Και επειδή η ιστορία δεν αναφέρει ότι οι διαμαρτυρίες συνεχίστηκαν, μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι πεινασμένοι σταυροφόροι, που πολεμούσαν pro Dios amor et pro Christian poblo, ακολούθησαν τις οδηγίες των ανωτέρων τους [3].
        Αλλά και η αντίθετη παράταξη έχει να παραθέσει μεγάλο αριθμό θρησκευτικών λατρειών, όπου βλέπουμε κάτω από συγκεκαλυμμένες φόρμες να ικανοποιείται κατά κάποιο τρόπο η αταβιστική επιθυμία του ανθρώπου να φάει κάποιον όμοιό του.
        Εκτός όμως από τους επίσημους αυτούς τρόπους διατηρήσεως του φαινόμενου, βλέπουμε ότι και ο λαός διατηρούσε τις σχετικές δοξασίες και παραδόσεις. Έτσι, οι θεατές των μονομαχιών στα ρωμαϊκά αμφιθέατρα (νομίζω [πως] υπάρχει κι ένα στην Κόρινθο), είχαν συχνά την ευκαιρία να παρακολουθούν μερικά θλιβερά γερόντια, που έπεφταν επάνω στους ετοιμοθάνατους μονομάχους και ρουφούσαν το αίμα πού έτρεχε από τις πληγές τους, πιστεύοντας πως αυτό θα τούς έκανε καλό.
        Αλλ' ας αφήσουμε τα ρωμαϊκά αμφιθέατρα και τους γερόντους να παίρνουν το δυναμωτικό τους, κι ας δούμε τί γινόταν στην πατρώα γη.
        Στην Αργολίδα, λοιπόν, εκτός από την ακόμα σωζόμενη στα Δίδυμα της Ερμιονίδας παράδοση για την ανθρωποφαγία που γινόταν στα Τζερτζέλια της Πελεής, έχουμε στην πρωτεύουσα του νομού, στο Ναύπλιο, δυο ιστορικά εξακριβωμένα περιστατικά. 
        Το πρώτο συνέβη στην πολιορκία του 1537 - 1540, τότε που οι Τούρκοι πολιορκούσαν τους Βενετσιάνους και που ο πρωτόπαπας Νικ. Μαλαξός ομολογεί ότι [4]: «Τί να κάναμε; Αναγκαστήκαμε να φάμε ανθρώπινο κρέας». 
        Και το δεύτερο, αναφέρεται από τον Φωτάκο, κατά την κατάληψη του Ναυπλίου από τους Έλληνες, το 1822, που όχι μόνο το είδε με τα μάτια του, αλλά είχε και την πρόνοια να κρατήσει και τη σχετική συνταγή μαγειρέματος.
        Τέλος, μια άλλη περίπτωση αναφέρεται στην πολιορκία του Μεσολογγίου [5], όπου κάποιος πολιορκούμενος, πρόδρομος της μετέπειτα εξελιχθείσης κονσερβοποιίας, είχε φροντίσει να βάλει στην άλμη τα μπούτια κάπου αράπη.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
  1. Σακελλαράκης Γιάννης και Σαπουνά-Σακελλαράκη Έφη, «Ο ναός των Αρχανών. Πρώτη ανακοίνωση». Αρχαιολογική Εταιρεία (Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 1980). 
  2. Σακελλαράκης Γ., Ο Ναός στα Ανεμόσπηλια, Αρχαιολογία, 2012, σσ. 22-28. 
  3. O συγγραφέας μάλλον αναφέρεται στο συμβάν της ανθρωποφαγίας κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης Ma`arra (σήμερα Ma'arrat al-Numan) στη Συρία, κατά την 1η σταυροφορία, από έλλειψη τροφίμων. Βλ. Amin Maalouf, Les croisades vues par les Αrabes, Paris, 1983, σ. 317. 
  4. Π. Π. Πετρή, Νικόλαος Μαλαξός πρωτόπαπας Ναυπλίου, Πελοποννησιακά (1958 — 1959), τ, Γ', σ. 353. 
  5. Κ. Α. Στασινόπουλου: Αι πολιορκίαι του Μεσολογγίου. ΔΙΕΕ 9 (1926), σ. 37.

[Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Άργους Αναγέννηση στο τεύχος 1-15/6/1980].

Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...