Saturday, February 24, 1979

Τάκης Μαύρος : Εθνικά ιδεώδη

Όλοι οι λαοί χρησιμοποιούν κάποιο έμβλημα, που γύρω του καλούνται να συσπειρωθούν κάθε φορά που μια σκοπιμότητα ή ένας κίνδυνος το επιβάλει. Το έμβλημα αυτό εκφράζει κατά κάποιον τρόπο το ιδεώδες του λαού αυτού και είναι και μια προειδοποίηση για τους αντίθετους, για το τι τους περιμένει αν τολμήσουν να επιχειρήσουν κάτι εναντίον τους. Έτσι, βλέπουμε τους Άγγλους να έχουν το λιοντάρι, τους Γερμανούς τον αετό, τους Γάλλους τον κόκορα για να δείξουν τη μαχητικότητά τους, τους Ιταλούς του Μουσολίνι τον διπλό πέλεκυ, τους Αμερικανούς τον αετό, που τον είχαν και οι Ρώσοι της τσαρικής Ρωσίας, και άλλοι άλλα. Φυσικό λοιπόν είναι και οι γείτονές μας οι Τούρκοι να έχουν και εκείνοι το δικό τους έμβλημα, που δείχνει και τα εθνικά τους ιδεώδη. Τους Τούρκους η ιστορία τους δείχνει πάντα σαν ανθρώπους με πρακτικό μυαλό. Από τις περιπέτειες της παραγωγικής διαδικασίας, προτίμησαν πάντοτε την αρπαγή, που είναι ο συντομότερος, ευκολότερος και οικονομικότερος τρόπος αποκτήσεως ενός αγαθού. Άρπαζαν και έτρωγαν. Γι' αυτό και το εθνικό τους έμβλημα υπήρξε το καζάνι. 
        Το μαγερειό ήταν τόπος ιερός: 
«... εις το μαγειρείον μέσα δεν ημπορεί να εισέλθει τις, και ο εισελθών, ει και εν αγνοία, δέρεται με τη μεγάλην κεπτζέ ανηλεώς, και αν σκοτωθεί δαβάς δια τον φόνον δεν γίνεται», 
αναφέρει ο Αθανάσιος Υψηλάντης - Κομνηνός, περιγράφοντας την ζωή των γενιτσάρων [1]. 
        Όλοι μας ξέρουμε τι σημαντικό ρόλο έπαιξαν στην πολιτική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τα καζάνια των γενιτσάρων. Το αναποδογύρισμά τους, σημείο για επανάσταση, είχε κοστίσει τα κεφάλια σε πολλούς σουλτάνους. Και για τη σπουδαιότητα, που τους απέδιδαν, γράφει ο παραπάνω Υψηλάντης - Κομνηνός, που τους είχε γνωρίσει από κοντά στην Κωνσταντινούπολη [2]: 
«η τιμή των γενιτσάρων δεν είναι το να διαφυλάττωσι το [μ]παϊράκι τους, αλλά το καζάνι· το μεγαλήτερον από όλα τα δυστυχήματα οπού μπορούν να συνέβωσιν εις εν τάγμα είναι το να απολέσωσι το καζάνι· τούτο γαρ λογίζεται ατιμία. Εις τας ημέρας της πομπής, ήτοι του αλαΐου και της παρατάξεως, φορούσι μίαν μεγάλην σκούφιαν γεμάτην στουπιά με εν κομμάτι από κετζέν πολλά πλατύν, το οποίον πίπτει εις τα οπίσω και σκεπάζει το ήμισυ της ράχης των· επάνω από το μέτωπο είναι ένα κουτί μπρούτζινον δια να βάλλωσι εν αυτώ εν χουλιάρι ξύλινον· ένας καλός γεννίτζαρος δεν περιπατεί ποτέ χωρίς να είναι ωπλισμένος με το χουλιάρι του, καθώς ένας σολδάτος ευρωπαίος έχει πάντοτε φροντίδα το να φορεί το σπαθί του ή την [μ]παγιονέτα του στιλβωμένην». 
        Αυτά για τους Τούρκους. Γιατί όμως καθόμαστε κι ασχολούμεθα με τους γείτονές μας, και δεν κοιτάμε τη δική μας ιστορία; «αίθωνας δε λέβητες εείκοσι» προσφέρει ο Αγαμέμνων στον θυμωμένο Αχιλλέα για να τον καταφέρει να ξεχάσει τη Βρισηίδα και να επανέλθει στο στρατόπεδο, και από την ομηρική αυτή  περικοπή (Ιλιάδα, Ι, 39) έχουμε δύο πολύτιμες πληροφορίες:
  • πρώτον, ότι μια νόστιμη κοπέλα κόστιζε τότε γύρω στις 20 μεγάλες κατσαρόλες και
  • δεύτερον, ότι και σε έναν Αχιλλέα ακόμη το καζάνι δεν ήταν κάτι το τελείως αδιάφορο,
ακριβώς όπως και επί των ημερών μας το κουτάλι δεν αφήνει αδιάφορους τους πολιτικούς μας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Αθανάσιος Υψηλάντης - Κομνηνός, Τα μετά την Άλωσιν, εν Κωνσταντινουπόλει 1870, σ. 762.
2. ό.π., σ. 764.

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Αργολίδας Αναγέννηση στις 24/2/1979].

Saturday, February 10, 1979

Τάκης Μαύρος : Σπουδές στο εξωτερικό

Δεν ξέρει τι να πρωτοθαυμάσει κανείς σ' αυτά τα παιδιά, που σπουδάζουν στο εξωτερικό. Σκοτώνονται βέβαια στο διάβασμα, αλλά γυρίζουν μια μέρα γεμάτα σοφία και μας καταπλήσσουν εμάς τους υποανάπτυκτους ιθαγενείς με τις γνώσεις που απόκτησαν. 
        Πολλά από αυτά βιάζονται να μας καταστήσουν κοινωνούς των γνώσεων τους και με προθυμία τις προσφέρουν. Ένας τέτοιος νέος επιστήμων, παράδειγμα για την περίπτωση αυτή, υπήρξε και ο Σταύρος Μουλαΐμης [στο αρχικό κείμενο Μουλαϊτζής], που τον έστειλε ο πατέρας του να σπουδάσει γιατρός στην Πάδοβα (1724) και το καϋμένο το παιδί γύρισε με το δίπλωμα στο ένα χέρι, και στο άλλο το περίφημο «Αντιδοτάριον κατά των ιοβόλων δηγμάτων και τινών άλλων τούτοις ομοίοις» (έκδοση Βενετίας), όπου μεταξύ πολλών και διαφόρων περιλαμβάνει και «αποκρουστικά και αφανιστικά των κορέων και ψύλλων όπου βασανίζουσι, τιμωρούσι τον ταλαίπωρον άνθρωπον εις την κοιλάδα του Κλαυθμώνος του παρόντος κόσμου. Έτι δε και τα ερανισθέντα ιατρικά περί των εμποδεμάτων με τα οποία βασανίζονται ανηλεώς οι νεόνυμφοι». Όλα αυτά τα σοφά με λίγα γρόσια γίνονταν κτήμα του καθενός.
         Αλλά δεν είναι όλα [τα παιδιά] το ίδιο καλόβολα και ανυστερόβουλα. Είναι κάτι άλλα γεμάτα σατανικότητα και πονηριά. Ένα τέτοιο μας εξέπληξε προ καιρού με την εφευρετικότητα του. Χωρίς να μας πει από πού την είχε πάρει, μας παρουσίασε σαν δική του την έμπνευση να βάλει φωτιές πάνω στα κέρατα των γιδιών, στη μέση μιας μουσικής παραστάσεις [1]. 
        Όλοι τότε θαυμάσαμε βέβαια τη μουσική αλλά και την εφευρετικότητα του παιδιού. Και φυσικό ήταν να τις αποδώσουμε στις ανώτερες σπουδές που είχε κάνει στο εξωτερικό.
        Αλλά «πάσα θάμα τρεις ημέρες, το μεγάλο τέσσερεις». 
        Προ ημερών, ξεφυλλίζοντας τα Ηπειρωτικά Μελετήματα του Ι. Λαμπρίδη είδα εκεί μέσα ότι κατά τον μεσαίωνα, δεν ορίζεται πότε, οι Αλαμανοί, μια γαλλογερμανική φυλή, είχε ήδη από τότε εφαρμόσει το τέχνασμα στην Ήπειρο. Γράφει σχετικά: 
        «Μεταξύ των πολλών και ποικίλων τεχνασμάτων άπερ επενόησαν οι εχθροί προς άλωσιν της πόλεως Καστρίτσης ή Γαστρίτσης (μονήρης βουνός υψούμενος μεταξύ της μεσημβρινής άκρας της λίμνης των Ιωαννίνων και της εσχατιάς αυτών) αναφέρεται εκ παραδόσεως των κατοίκων και το εξής. Έθεντο επί των κεράτων κριών οι επιδρομείς, Αλαμανοί εν Ηπείρω καλούμενοι και μετά φρίκης μνημονευόμενοι, δέσμας φρυγάνων και λαμπάδας αννημένας και ωδήγησαν αυτούς προς τα ανατολικά της πόλεως προχώματα εν ζοφερά νυκτί και δια κραυγών και ασμάτων. Επειδή δε οι πολιορκούμενοι έσπευσαν και πάντες σχεδόν εις τα προχώματα ταύτα έστησαν κααι ημύνοντο, εκείνοι παρά την βόρειον πλευράν παραμένοντες ευχερώς εισήλασαν και ήλωσαν αυτήν».

        Και η ιστορία, έπειτα από τόσους αιώνες, επανελήφθη. Εστράφη η προσοχή του κοινού προς τα φουντωμένα κέρατα των γιδιών, αλλά χωρίς λόγο, γιατί το ακρόαμα ενδιέφερε περισσότερο από το φράγκικο τέχνασμα.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ

Ένας φίλος είχε την καλωσύνη να προσθέσει τα εξής ολίγα σχετικά και ενδιαφέροντα: Το στρατήγημα των κεράτων με τις φωτιές είναι πολύ αρχαιότερο. Αναφέρεται ήδη από τον Κορνήλιο Νέπο στον βίο του Αννίβα. Στο κεφάλαιο 5,  παράγρ. 1-3, διαβάζουμε: 
«(Ο Αννίβας έχει φτάσει προ της Ρώμης) ... και εις τα πλησίον της πόλεως όρη κατέλαβε θέσεις, και αφού παρέμεινε μερικές ημέρες στρατοπεδευμένος εκεί, άρχισε να αναδιπλώνεται προς την Καπύην. Τότε, ο Κόιντος Φάβιος Μάξιμος, δικτάτωρ Ρωμαίος, αντεπεξήλθε εναντίον του Αννίβα εις το πεδίον το επονομαζόμενον Φαλερνό. Εκεί, αποκλεισθής εις τας στενοπωρίας, διέφυγε τη νύχτα χωρίς καμμιά ζημιά, και τον Φάβιο, πανουργότατο στρατηγό, εξαπάτησε. Όταν νύχτωσε, έδεσε φρύγανα στα κέρατα μεγάλου αριθμού βοδιών, τα άναψε, και κατηύθυνε τα ζώα προς τις τάξεις των Ρωμαίων, που τρόμαξαν τόσο πολύ, που κανένας δεν τόλμησε να βγει από τα χαρακώματα ...» 
        Ευχαριστούμε τον καλό φίλο για την προσθήκη, που αποδεικνύει για μια ακόμη φορά ότι «ουδέν καινόν υπό τον ήλιον».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

[1] Το κείμενο αναφέρεται στο Πολύτοπο Μυκηνών, παράσταση που οργάνωσε ο Ιάννης Ξενάκης τον Σεπτέμβριο του 1978 στον αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών, όπου φαίνεται ο Ξενάκης δεν έβαλε αναμμένες φωτιές στα κέρατα των ζώων, αλλά φαναράκια φωτισμένα.   

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 10/2/1979 και η προσθήκη στο τέλος στην ίδια εφημερίδα στις 12/3/1979].

Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...