Μάζι. Μικροσυνοικισμός μεταξύ της Καυράς καί τού χωριού Μερκούρι, στη δυτική ορεινή Αργολίδα. Με το επίθετο Masis ή Maxis ή Massis συναντούμε στόν ενετικό στρατό πολλούς «Στρατιώτες». Από τους Masi Αlexius και Sarachinus, το 1482, για τους οποίους αναφέρεται στο έγγραφο ότι «ήσαν από τούς πιστότερους Ναυπλιώτες στρατιώτες μας ... που στα παλιότερα χρόνια τούς είχαν παραχωρηθεί «πρόνοιες» και υπηρέτησαν τις σημαίες μας (τα τμήματά μας), με δύο άλογα ο καθένας τους [1] , μέχρι και τον Νicolo και τους δύο του γυιούς Andrea και Zorzi Masi, στους οποίους, το 1543, παραχωρείται κάποια θέση... «in total recompenso delli beni che hanno lassati in detto loco di Napoli di Romania». ('Ως πλήρη αποζημίωση για τις περιουσίες που εγκατέλειψαν στο προαναφερθέν Ναύπλιο) [2]. Ο αναγνώστης ας έχει υπ' όψη του ότι οι Ενετοί, εις το territorio di Νapoli di Romania περιελάμβαναν την Κόρινθο, την Τρίπολη και τον Άγιο Πέτρο της Κυνουρίας.
Μάνεση. Χωριό πάνω στους πρώτους λόφους της ανατολικής Αργολίδας, που πιθανώς οφείλει το όνομά του σέ «Στρατιώτη» του ενετικού στρατού. Manessi αναφέρονται από το 1482 μέχρι το 1541 οι εξής: Μ. Bardi, Mirassi, Francesco, Lecho, Manoli, Dima και Zorzi [3].
Μπάρδη. Τo αλβανικό αυτό επίθετο, προφανώς «Στρατιωτών», το συναντούμε σε δύο χωριά της ανατολικής Αργολίδας: το Ντούσhα – Μπάρδη, πού μετονομάστηκε σε Αμυγδαλίτσα και το Κίνα (Gino ;) Μπάρδη, το σημερινό Νέο Ροεινό. Bardi απαντούμε από τo 1499 μέχρι τo 1544 τους: Β. Μira, Βrailla, Ρietro και Adamo. Τους δύο πρώτους εις τα Capitula Communitatum του Κ. Σάθα [4] και τους άλλους εις τα D.S.Iγκ [5] του ιδίου συγγραφέως.
Μπεντένι. Ονομασία περιοχής ανάμεσα στα Καρνεζέικα της Ναυπλίας και τη Μονή Αυγού. Ίσως και αυτή να προέρχεται από «Στρατιώτη» με το επίθετο Bedegni. Από αυτούς συναντούμε τρείς: τον Teodoro, το 1535, τον Progano γιό του μακαρίτη Gigni, το 1541 (σ' αυτόν και μερικούς άλλους παραχωρείται κάποια αμοιβή «και για την αξιωσύνη τους, αλλά και γιατί σκοτώθηκαν μερικοί δικοί τους που υπηρετούσαν στις τάξεις μας (στό στρατό μας), στο Ναύπλιο τον καιρό της πολιορκίας» [6]. Και έναν Ρiero Βendeni, το 1566, στην Κέρκυρα [7].
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Κ. Σάθας, D.S.Ι., Μ.Ε.Ι., VΙΙ, 28.
2. Κ. Σάθας, ό.π., VΙΙΙ, 378.
3. Κ. Σάθας, ό.π., VΙΙ, 28 μέχρι και VΙΙΙ, 345.
4 . Κ. Σάθας, Capitula Communitatum, Μ.Ε.Ι., V, 19.
5. Κ. Σάθας, D.S.Iγκ, Μ.Ε.Ι., VIII, 338-392.
6. Κ. Σάθας, D.S.I., Μ.Ε.Ι., VΙΙ, 164 και VΙΙΙ, 341.
7. Κ. Σάθας, ό.π., ΙΧ, 115.
Friday, March 24, 1978
Friday, March 10, 1978
Τάκης Μαύρος : Ο παπαγάλος (μνήμη Γιώργου Μακρυπουκάμισου και Μαρίκας Μακρυπουκαμίσου - αργότερα συζύγου του Γιώργου Ρούβαλη)
Αφιερωμένο στη μνήμη του Γιώργου Μακρυπουκάμισου και της κόρης του Μαρίκας Μακρυπουκαμίσου - αργότερα συζύγου του Γιώργου Ρούβαλη
Είχε δυό - τρία κορίτσια, αλλά στο χωριό [Πυργέλα] δεν υπήρχε σχολειό. Τα αγόρια πήγαιναν στο κοντινότερο χωριό όπου λειτουργούσε δημοτικό με δάσκαλο τον αείμνηστο Τάσο Τσακόπουλο. Τα κορίτσια όμως; Να πηγαίνουν τόσο μακρυά από το σπίτι δεν ήταν σωστό.
- Να βρούμε, γυναίκα, μια δασκάλα. Να μάθουν τα κορίτσια πέντε γράμματα.
- Τι 'ναι αυτά που λες; Πού θα την βρούμε;
- Θα την βρούμε.
Πραγματικά, έπειτα από λίγο καιρό, ένα μεσημέρι, εκεί που 'τρωγαν, ακούν να μπαίνει στην αυλή η άμαξα του γέρο Νίνα με τα δυό αλόγατα. Γέμισε από αντάρα η αυλή από τα χτυπήματα που έκαναν τα πέταλα των αλόγων και οι ρόδες πάνω στο πλακόστρωτο. Το έλεγαν πλακόστρωτο, αλλά επειδή τότε δεν υπήρχαν ούτε πλάκες ούτε τσιμέντα, τις αυλές οι νοικοκυραίοι τις στρώναν με μουρλά, στρογγυλές πέτρες από το ποτάμι και τα πέταλα των αλόγων κάναν ένα διαβολεμένο θόρυβο εκεί πάνω. Οι φτωχότεροι τις άφηναν με τις λάσπες.
- Η Δασκάλα, είπε ο κυρ - Γιώργης και σκουπίζοντας τα μουστάκια του με μια πετσέτα γκρίζα που ήταν ξεπιτούτου πάνω στο τραπέζι, σηκώθηκε και πήγε κατά την άμαξα. Πίσω του, όλη η οικογένεια. Πέντε παιδιά, τρία κορίτσια (*), κανα - δυό γυναίκες του σπιτιού, κάτι άντρες.
Ο γέρο - Νίνας είχε ανοίξει την πόρτα και μια γυναικεία φιγούρα έκανε τίς αδέξιες εκείνες προσπάθειες πού χρειαζόντουσαν για να μπει κανείς ή να βγει από τίς άμαξες. Κάποτε βγήκε η πρώτη και πίσω της μια δεύτερη. Ήσαν οι δεσποινίδες Παπαδάρου. Δασκάλα η μία, μοδίστρα η άλλη.
- Θα θέλαμε να σας φιλοξενήσουμε στο σπίτι μας, είπε ο κυρ Γιώργης, ώσπου να βρούμε κάτι καλύτερο να μείνετε.
- Ευχαρίστως.
Άρχισε λοιπόν ο γέρο Νίνας να κατεβάζει κάτι βαλίτσες. Μια μεγάλη δεμένη με λουριά, μια μικρότερη, μια τρίτη και στο τέλος ένα κλουβί μ' έναν παπαγάλο.
Όλων η προσοχή στράφηκε στο παράξενο πουλί. Ήταν μεγάλο σαν μια κότα μ' ένα ωραιότατο πράσινο χρώμα. Κύτταζε κι ο παπαγάλος τα παιδιά με το ένα του μάτι και τη γαμψή του μύτη κρυμμένη μέσα στα πούπουλα του λαιμού του.
Το σπίτι ήταν υπερυψωμένο κάνα μέτρο και είχε εμπρός μια ευρύχωρη ταράτσα, που τής κράταγε ίσκιο μια θερία μουριά. Σ' ένα από τα κλαριά της μουριάς αυτής κρεμάσανε το κλουβί με τον παπαγάλο.
. . .
- «Δεν μίσησα ποτέ στη ζωή μου τίποτα», διηγιότανε αργότερα η πρωτότοκη κόρη του κυρ Γιώργη, «εκτός απ' αυτό το πουλί.
Τότε έκανε ζέστες στο χωριό, όχι μόνο την ημέρα αλλά και τη νύχτα, μή βλέπετε τώρα που κάνει παγωνιές γιατί είναι τα δέντρα. Και η μάνα μας μάς έστρωνε και κοιμόμαστε όλα τα παιδιά έξω, στην ταράτσα. Εγώ, σαν μεγαλύτερη από τίς άλλες βόηθαγα και στις δουλειές του σπιτιού, γι' αυτό όταν έβλεπε η μακαρίτισσα ότι ψήλωνε ο ήλιος κι εγώ κοιμόμουν ακόμη, ερχόταν, μ' άγγιζε στον ώμο και μου 'λεγε:
-Σήκω Μαρίκα.
Αλλά ώσπου να σηκωθώ, αυτό επαναλαμβανόταν δυο - τρείς φορές. Άνοιγα καμμιά φορά τα μάτια μου και το πρώτο πράγμα που έβλεπα ήταν ο παπαγάλος που με το ένα πάντοτε μάτι του με κύτταζε προσεκτικά και αμίλητος.
Έπειτα όμως από δυό - τρεις μέρες, ακούω μέσα στην άγρια νύχτα: «Σήκω Μαρίκα». Πετάγουμαι, μόλις είχε αρχίσει να ψευτοχαράζει η αυγή. Προσπάθησα να ξανακοιμηθώ, αλλά σέ λίγο πάλι η στριγγή φωνή του παπαγάλου ξέσχιζε τη νύχτα. «Σήκω Μαρίκα».
Όσες μέρες φιλοξενήσαμε τη δασκάλα με την αδελφή της στο σπίτι ήταν οι πιο μαρτυρικές της ζωής μου. Άρχιζε στις τρείς η ώρα το πρωΐ να στριγγλίζει πάντα το ίδιο: «Σήκω Μαρίκα».
- Να μου 'λειπαν τα γράμματα κι οι παπαγάλοι».
Όσες μέρες φιλοξενήσαμε τη δασκάλα με την αδελφή της στο σπίτι ήταν οι πιο μαρτυρικές της ζωής μου. Άρχιζε στις τρείς η ώρα το πρωΐ να στριγγλίζει πάντα το ίδιο: «Σήκω Μαρίκα».
- Να μου 'λειπαν τα γράμματα κι οι παπαγάλοι».
(*) Η Μαρίκα, η Δέσποινα και η Ελένη (αργότερα σύζυγος Χαράλαμπου Μαύρου)
Τάκης Μαύρος : Τοπωνυμικά Αργολίδας : Κόκλα, Κούτσι, Λιόπεσι
Κόκλα. Χωριό τής δυτικής Αργολίδας. Το όνομα το συναντούμε σε «Στρατιώτες» του ενετικού στρατού: τον Vielmo Cocla το 1530 [1] και τον Buza Cochla da Νapoli di Romania, το 1542 [2]. Πιθανότατα το τοπωνύμιο οφείλεται σε έναν από τους παραπάνω «Στρατιώτες».
Κούτσι. Χωριό στο κέντρο σχεδόν του Αργολικού κάμπου, το σημερινό Αργολικό. «Στρατιώτες» με το όνομα Cuchi, Cuzi, Chuci, Cuci και Cucci συναντούμε περί τους δέκα πέντε, από το 1482 μέχρι το 1512 [3].
Λιόπεσι. Ανατολικά από τον σιδηροδρομικό σταθμό του χωριού Κουτσοπόδι και σε απόσταση πεντακοσίων περίπου μέτρων σώζεται ονομασία τοποθεσίας Λιόπεσι. Εκεί διακρίνονται, ανάμεσα σε σπασμένα κεραμίδια, θεμέλια μικροοικισμού που ενδεχομένως να ανήκε σε κάποιον από τη μεγάλη αυτή Αλβανική οικογένεια. «Στρατιώτες» με το όνομα Lopessi και Lopossi συναντούμε εννέα, από το 1481 μέχρι το 1570. Σ’ έναν από αυτούς, τον Lopessi Nica, δίνουν οι Ενετοί μια αποζημίωση «...in ricompenso delli beni che hanno lassato a Νapoli di Romania...» (Ως ανταμοιβή, αποζημίσωη για την περιουσία που εγκατέλειψε στο Ναύπλιο) [4].
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Κούτσι. Χωριό στο κέντρο σχεδόν του Αργολικού κάμπου, το σημερινό Αργολικό. «Στρατιώτες» με το όνομα Cuchi, Cuzi, Chuci, Cuci και Cucci συναντούμε περί τους δέκα πέντε, από το 1482 μέχρι το 1512 [3].
Λιόπεσι. Ανατολικά από τον σιδηροδρομικό σταθμό του χωριού Κουτσοπόδι και σε απόσταση πεντακοσίων περίπου μέτρων σώζεται ονομασία τοποθεσίας Λιόπεσι. Εκεί διακρίνονται, ανάμεσα σε σπασμένα κεραμίδια, θεμέλια μικροοικισμού που ενδεχομένως να ανήκε σε κάποιον από τη μεγάλη αυτή Αλβανική οικογένεια. «Στρατιώτες» με το όνομα Lopessi και Lopossi συναντούμε εννέα, από το 1481 μέχρι το 1570. Σ’ έναν από αυτούς, τον Lopessi Nica, δίνουν οι Ενετοί μια αποζημίωση «...in ricompenso delli beni che hanno lassato a Νapoli di Romania...» (Ως ανταμοιβή, αποζημίσωη για την περιουσία που εγκατέλειψε στο Ναύπλιο) [4].
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
- Κ. Σάθας, D.S.I., Μ.Ε.Ι., VΙΙ, σ. 149.
- Κ. Σάθας, ό.π., τόμ. VΙII, σ. 366.
- Κ. Σάθας, D.S.I., Μ.Ε.Ι., από τον τόμο VII, σ. 28 μέχρι και τον τόμο VIII, σ. 388.
- Κ. Σάθας, D.S.I., Μ.Ε.Ι., τόμ. VΙΙΙ, σ. 336.
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 10/3/1978].
Subscribe to:
Comments (Atom)
Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940
Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...
-
Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...
-
«Καταραμένο βράχο» θα ήταν καλύτερα να το ονόμαζαν [το Μπούρτζι]. Κατοικία δημίων στα πρώτα ελεύθερα χρόνια. Κατέληξε να ερειπωθεί. Το θυμού...
-
Τώρα έρχεται ο χειμώνας και ο κακός καιρός γίνεται αφορμή για πλήθος μικροαδιαθεσιών και κρυολογημάτων - τα πράγματα όμως δεν είναι σοβαρά, ...