Friday, January 27, 1978

Τάκης Μαύρος : Τα σουβλάκια παρ' Ομήρω

Ακούμε συχνά πως από τα πιο πετυχημένα επαγγέλματα, μετά τους παίκτες μπουζουκιού και τους ποδοσφαιριστές, είναι αυτοί που πουλάνε σουβλάκια. Δεν υπάρχει σταθμός, δεν υπάρχει μικρομάγαζο που να μην έχει και τμήμα παρασκευής σουβλακιών και κατά κανόνα όλοι όσοι ασχολούνται μ' αυτά ανήκουν στην τάξη των οικονομικά φτασμένων, των «οικονομημένων», για να χρησιμοποιήσω την τρέχουσα έκφραση.
        Σκοπός της στήλης αυτής δεν είναι βέβαια να ανακατευτεί σε θέματα αρμοδιότητας του κατά τόπον οικονομικού εφόρου, αλλά επειδή τελευταία το Άργος, έστω και καθυστερημένα κάπως, δονείται από έναν παλμό συντήρησης και διατήρησης κάθε παλιού που έχει σχέση με την ιστορία του, σκέφτηκα πως ίσως να μην ήταν τελείως άσκοπη μια αναδρομή στο παρελθόν, στις ρίζες της ιστορίας, τα Ομηρικά Έπη, για ν’ αναζητηθεί εκεί η προέλευση, η ρίζα της ευγενικιάς και αποδοτικής αυτής απασχόλησης, που κοντεύει να μας κάνει διάσημους στον κόσμο, περισσότερο ίσως και από τον Παρθενώνα.
        Στην Ιλιάδα, λοιπόν, στο γράμμα Ι. 
        Αλλά καλύτερα να κάνουμε μια μικρή εισαγωγή για να ξαναθυμηθεί ο αναγνώστης: Ο Αχιλλέας τσακώνεται με τον Αγαμέμνονα για κάτι φουστανοδουλειές. Επεμβαίνουν οι άλλοι βασιλείς και προσπαθούν να τους συμφιλιώσουν. Κατά τη διάρκεια της προσπάθειας αυτής, ο Αχιλλέας δέχεται ένα βράδυ στη σκηνή του την επίσκεψη «καλής θελήσεως», όπως θα λέγαμε σήμερα, μιας πενταμελούς αντιπροσωπείας των άλλων Αχαιών, αποφασίζει να τους κάνει το τραπέζι και δίνει τις σχετικές οδηγίες. Ας μου συγχωρήσει ο αναγνώστης την παράθεση του χαριτωμένου αυτού κείμενου, όπως έχει στο αρχαίο, αλλά ακολουθεί και η μετάφρασή του.

205 Ὣς φάτο, Πάτροκλος δὲ φίλῳ ἐπεπείθεθ' ἑταίρῳ.
αὐτὰρ ὅ γε κρεῖον μέγα κάββαλεν ἐν πυρὸς αὐγῇ,
ἐν δ' ἄρα νῶτον ἔθηκ' ὄϊος καὶ πίονος αἰγός,
ἐν δὲ συὸς σιάλοιο ῥάχιν τεθαλυῖαν ἀλοιφῇ.
τῷ δ' ἔχεν Αὐτομέδων, τάμνεν δ' ἄρα δῖος Ἀχιλλεύς.
210 καὶ τὰ μὲν εὖ μίστυλλε καὶ ἀμφ' ὀβελοῖσιν ἔπειρε,
πῦρ δὲ Μενοιτιάδης δαῖεν μέγα ἰσόθεος φώς.
αὐτὰρ ἐπεὶ κατὰ πῦρ ἐκάη καὶ φλὸξ ἐμαράνθη,
ἀνθρακιὴν στορέσας ὀβελοὺς ἐφύπερθε τάνυσσε,


κλπ., που μεταφράζεται :

Έτσι είπε, κι ο Πάτροκλος υπάκουσε στον αγαπητό του σύντροφο.
Έβαλε λοιπόν κάτω, κοντά στη λάμψη της φωτιάς
μεγάλο κρεατοσάνιδο και επάνω του ακούμπησε νεφραμιές προβάτου και παχειάς γίδας,
και ράχη χοίρου σιτευτού, μ' άφθονο λίπος σκεπασμένη.
Τον κρατούσε λοιπόν ο Αυτομέδων, κι ο θεϊκός Αχιλλεύς έκοβε.
Και ύστερα λιάνιζε καλά-καλά [τα κρέατα] και τα περνούσε στις σούβλες,
κι ο γιός του Μενοιτίου, άντρας ισόθεος, άναβε φωτιά μεγάλη.
Κι όταν καήκανε τα ξύλα εντελώς κι έσβησε η φλόγα,
έστρωσε τη θράκα κι από πάνω έβαλε τις σούβλες

κλπ.

        Νομίζει κανείς πως βλέπει σημερινό μαγαζάτορα να προετοιμάζει τα σουβλάκια του, καθώς διαβάζει την πάρα πάνω ομηρική περιγραφή. Πώς, λοιπόν, να μη θαυμάζει κανείς την ελληνική φυλή για την προσήλωσή της στις ρίζες της ιστορικής παράδοσης;
        Με την παρατήρηση μόνο πως τα σύγχρονα σουβλάκια είναι καμωμένα σχεδόν από σκέτο ξύγκι, ενώ ο ομηρικός ήρωας ανακατεύει τριών λογιών κρέατα. Δυό υποθέσεις μπορούν να γίνουν, ή ο Αχιλλέας ήταν μερακλής καλοφαγάς και τα σούπερ μάρκετ του Ίλιου ήταν πλούσια σε κρέατα, ή ότι τα έτη λιτότητας που περνούμε αναγκάζουν τους μαγαζάτορες να μην πετάνε τίποτα.

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 28/1/1978 και στο περιοδικό Νέα Εστία τόμ. 116, τεύχ. 1378, σ. 1572 (1/12/1984)] 

Saturday, January 14, 1978

Τάκης Μαύρος : Τοπωνυμικά Αργολίδας : Αμαριανό, Μαλαντρένι

Μερικά τοπωνύμια της Αργολίδας ίσως πρέπει να αποδοθούν στους διάφορους κυρίους που κατά καιρούς τα κατείχαν. Τέτοιοι κύριοι ήσαν συνήθως βυζαντινοί αξιωματούχοι, στους οποίους είχαν παραχωρηθεί τα χωριά αυτά για ανταμοιβή των υπηρεσιών που είχαν προσφέρει στον αυτοκράτορα. Οι αμοιβές αυτές λεγόντουσαν «πρόνοιες», «στρατείες» κλπ., παρεχωρούντο δε όχι μόνο σε Έλληνες στρατιώτες αλλά και σε ξένους. Όχι μόνο από τους Βυζαντινούς, αλλά αργότερα και από τους Φράγκους και προπαντός, ειδικά για την Αργολίδα, από τους Ενετούς. 
        Αλλά ας ιδούμε τί ήταν αυτοί οι «Στρατιώτες» ή «Strathioti», όπως συναντώνται συχνά.
«Έφιπποι γενναιότατοι στρατιώται» αναφέρονται για πρώτη φορά από τον συντάκτη του Χρονικού Πασχόλιου (600-650 μ.Χ.), ήσαν δε «ιππείς τιμαριούχοι υπό διαφόρους υποχρεώσεις νεμόμενοι τας στρατείας» ή προνοίας, που τους είχαν παραχωρηθεί.
        Ένα τέτοιο τοπωνύμιο φαίνεται πως είναι και το Αμαριανός ή Αμοργιανός. Ονομασία μικροσυνοικισμού στην ανατολική άκρη της πεδιάδας του Άργους, στους πρόποδες του όρους Αραχναίο. Η τοποθεσία όπου ο μικροσυνοικισμός ελέγχει τη διάβαση από την πεδιάδα του Άργους προς την πεδιάδα του Ληγουριού. Ίσως να πρέπει να αποδοθεί σε βυζαντινό τιμαριούχο καταγόμενο από το Αμόριο της Θράκης ή της Φρυγίας, χωρίς να μπορούμε να αποκλείσουμε και κάποιον καταγόμενο από την Αμοργό.
        Ένα άλλο τοπωνύμιο είναι το όνομα του χωριού Γυμνό. Βορειοδυτικά του Άργους, σε απόσταση 27 χιλιομέτρων και σχεδόν στο σύνορο με τον νομό Κορινθίας βρίσκεται το κεφαλοχώρι Γυμνό. 
        Σημειώνεται με επιφύλαξη αυτό που αναφέρεται στην «Ανωνύμου Σύνοψις Χρονική» [1] γιατί ίσως να μπορεί να βοηθήσει στην αναζήτηση για την προέλευση της ονομασίας «Γυμνό». Διαβάζουμε λοιπόν: «Απάρας τοίνυν εκ του Βρεντησίου στόλος τή των Κερκυραίων, ήτοι των Φαιάκων νήσω προσίσχει, και εξ εφόδου ταύτη αιρεί το δε αίτιον οι της χώρας οικήτορες, και τούτων μάλιστα οι Γυμνοί την επίκλησιν, ούτοι γαρ τον τότε φορολόγον ουκ φέροντες ως βαρύν, τώ του στόλου ηγεμόνι προσιόντες φρουράν των Σικελών ωσεί χιλίους δέχονται, και καπνόν φεύγοντες της φορολογίας, έλαθον εμπεσόντε πυρί, και Ρωμαίοι εισενεγκόντες πόλεμον χρόνιον ομού και βαρύτατον. Εκείθεν αποπλεύσας τή Μονεμβασία καταίρει...» - εν συνεχεία επιστρέφει - «όσα παράλια ληϊζόμενος», καταλαμβάνει τη Θήβα και τελικά και την Ακροκόρινθο. 
        Πρόκειται για την αποβατική ενέργεια, που έκαμε ο Ρογήρος, Νορμανδός βασιλιάς της Σικελίας, το καλοκαίρι τουύ 1147. Μεταξύ των τόπων που κατέλαβε δεν αναφέρεται από τον ανώνυμο χρονικογράφο το Ναύπλιον, αλλά το προσθέτουν ξένοι ιστορικοί, οι Ferdinand Chalandon και Émile Bréhier. Τέλος, ή από την Κόρινθο ή από το Ναύπλιο είναι πιθανόν κάποιος Κερκυραίος Γυμνός, που ποιος ξέρει πώς βρισκόταν με τους Νορμανδούς, να κατέφυγε στην ορεινή Αργολίδα και να άφησε το όνομά του στο χωριό.
        Όλα αυτά, βέβαια, δεν είναι παρά μια υπόθεση.

Σημείωση : Σχετικά με το τοπωνύμιο «Μαλαντρένι», για το οποίο γράψαμε στο φύλλο [της εφημερίδας Αναγέννηση] της 15.11.1977, προσθέτουμε ακόμη τα εξής. Οικογένεια με το όνομα Μαλανδρίνου αναφέρεται στη Ζάκυνθο από το 1584 [2]. Το δε χωριό λεγόταν άλλοτε, καί γραφόταν στους χάρτες, Μαλανδρίνι ή Μαλανδρίνο [3].
        Είναι δε ακόμη γνωστό ότι πολλοί «Στρατιώτες» Ζακυνθινοί πολέμησαν στις τάξεις του Ενετικού στρατού που είχε βάση το Ναύπλιον, αλλά και πολλοί Μοραΐτες μετά την εγκατάλειψη του Μοριά από τους Ενετούς, αλλά και νωρίτερα με την κάθοδο των Τούρκων στο Μοριά, εγκατεστάθηκαν στη Ζάκυνθο, και το θεωρώ πολύ πιθανό ανάμεσαα στο Μαλανδρίνο της Αργολίδας και τους Μαλανδρiνους της Ζακύνθου να υπάρχει κάποια σχέση.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
  1. Κ. Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη τόμ. Ζ, σ. 228.
  2. Λεων. Ζώη, Ιστορία της πόλεως Ζακύνθου, Αθήνα 1955, σ. 138.
  3. Ι. Θεοφανίδου, Αυτοβιογραφία Θεόδ. Κολοκοτρώνη, μέρος Γ, Ιστορικό Αρχείον τομ. Α, σ. 306 και σ. 315.

Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...