Σε συνεργασία με τον τότε δήμαρχο Άργους, τον Βαγγέλη τον Μπόμπο, καταστρώνεται το σχέδιο, πώς και πού να γίνει το “ανάθεμα”. Κατέληξαν στη “Βρύση”. Εκεί που είναι σήμερα το κτήριο του Ο.Τ.Ε. υπήρχε ένα οικόπεδο, και εκεί που παρκάρουν σήμερα τα αυτοκίνητα, στην ανατολική του πλευρά, ακριβώς κάτω από την πινακίδα που γράφει ότι “απαγορεύεται το παρκάρισμα”, υπήρχε τότε μια βρύση. Τόπος αναθέματος ορίστηκε εκεί κοντά στη βρύση, και πιο συγκεκριμένα, εκεί που είναι τώρα ένας μικρός ανοιχτός χώρος, κάτι σαν πλαταιΐτσα ανάμεσα στον Ο.Τ.Ε. και το μικρό καφενεδάκι.
Όλοι οι βασιλόφρονες, οι “βασιλικοί” του Άργους, φορώντας ένα άσπρο τσεμπεράκι στο κεφάλι τους για να ξεχωρίζουν από τους αντίθετούς τους βενιζελικούς, περνούσαν εμπρός από τον τόπο του αναθέματος, διάλεγαν μια πέτρα, τη μεγαλύτερη που εύρισκαν, γιατί τότε πέτρες εύρισκες και στους κεντρικούς δρόμους του Άργους, και την πετούσαν επάνω στο σωρό φωνάζοντας: “Ανάθεμα”. Τραγουδούσαν κι ένα τραγουδάκι:
Τριανδρίας αρχηγός
Μαρκαντωνάκης Κλέαρχος ο φαγάς
Υπήρχαν όμως και λιγοστοί βενιζελικοί, που δεν πήγαιναν να ρίξουν πέτρα στο ανάθεμα. Ένας από αυτούς ήταν και ο γερο-Μιχάλης ο Κατσάνος, πατέρας του Κατσάνου που είχε τις μπενζίνες μαζί με τον Καρκαμπά. Αυτόν τον μετέφεραν τα όργανα της τάξεως “σηκωτόν” για να ρίξει την πέτρα του. Ίσως από τότε να χρονολογείται η αντίληψη ότι η ψηφοφορία είναι υποχρεωτική, γιατί ούτε ο συντάκτης του τότε Συντάγματος ούτε και των μεταγενέστερων θυμήθηκαν να το προσθέσουν.
Δυο-τρία από αυτά δεν ρίξανε. Ο ένας ήταν ο Κώστας Κεραμίδας, ο κατοπινός γιατρός, κι ο άλλος ο Στέφανος Μακρής ο σημερινός δικηγόρος, του οποίου τα αυτιά ίσως ακόμη να βουίζουν από τις “σφαλιάρες” που τους έδωσε ο αείμνηστος γυμνασιάρχης όταν ξαναγύρισαν στην τάξη.
Τί απέγινε όμως ο σωρός του αναθέματος; Πολλοί τον θυμήθηκαν ότι σωζόταν, αλλά σιγά σιγά χρησιμοποιήθηκε στα θεμέλια των γύρω οικοδομών.
Ο ΓΕΙΤΩΝ