Μια χαρακτηριστική Αργείτικη σούστα
Όσο πλησίαζε το μεγάλο γεγονός, μεγάλωνε και η ταραχή στο σπίτι. Προετοιμασίες, κεφτέδες, τυριά, καρπούζια, και οι γυναίκες φρόντιζαν να πάρουν και από ένα «μισοφόρι» και μια γερή παραμάνα: ήταν το μπανιερό τους. Ο κυρ Παναγιώτης φόρτωνε στη σούστα ένα μεγάλο δεμάτι σανό για τον ντορή του και μια νταμιζάνα των πέντε οκάδων για του λόγου του.
Η πλαζ της εποχής ήταν τα λασπονέρια ή του Αγίου Παντελεήμονα ή του Αλμυρού.
Ξεκινούσαν αχάραγα και κάποτε έφταναν στη θάλασσα. Και η μέρα περνούσε ανάμεσα σε φωνές, παιχνίδια και καυγάδες των μικρών. Έφτιαχναν και έναν ίσκιο με μια κουβέρτα απλωμένη στα τιμόνια της σούστας και μπρουμουτισμένη όλη η οικογένεια εκεί από κάτω έτρωγε τους κεφτέδες και τα καρπούζια, και τρωγόταν από τις μύγες, τα μυρμήγκια και τις σφήκες.
Κάποτε έπρεπε να γυρίσουν. Με μαθηματικούς υπολογισμούς έπρεπε να καθοριστεί η ώρα αναχωρήσεως έτσι ώστε, φτάνοντας στο σπίτι τους και περνώντας από τη γειτονιά, οι γειτόνισσες να κάθονται έξω από την αυλόπορτα και να τους δουν ότι εγύρισαν από το μπάνιο. Μην ξεχνάμε ότι το Άργος τότε δεν είχε αρκετό νερό ούτε για να πιεί, όχι για να το σπαταλάει σε μπάνια και τέτοια.
- Καλή ’σπέρα σας, καλή ’σπέρα σας, φώναζε πάνω από τις σούστα η κυρά Κατερινιώ η Μπουρουλιάρενα.
- Καλώς ορίσατε, απαντούσαν φαρμακωμένες οι γειτόνισσες. Πούθε ερχόσαστε;
- Είμαστε στο μπάνιο.
- Μπα! Και του χρόνου, και του χρόνου.
ΥΓ (σημ.τ.επιμ.): η προ-γιαγιά της οικογένειάς μας, η Βασιλική Δανοπούλου, αργότερα σύζυγος του Παναγιώτη Μαύρα, έζησε όλη της τη ζωή στο Κουτσοπόδι Αργολίδας, χωρίς να πάει ούτε μια φορά στη θάλασσα, που απέχει (π.χ. η Νέα Κίος) από το Κουτσοπόδι μόλις 13 χιλιόμετρα!
Η πλαζ της εποχής ήταν τα λασπονέρια ή του Αγίου Παντελεήμονα ή του Αλμυρού.
Ξεκινούσαν αχάραγα και κάποτε έφταναν στη θάλασσα. Και η μέρα περνούσε ανάμεσα σε φωνές, παιχνίδια και καυγάδες των μικρών. Έφτιαχναν και έναν ίσκιο με μια κουβέρτα απλωμένη στα τιμόνια της σούστας και μπρουμουτισμένη όλη η οικογένεια εκεί από κάτω έτρωγε τους κεφτέδες και τα καρπούζια, και τρωγόταν από τις μύγες, τα μυρμήγκια και τις σφήκες.
Κάποτε έπρεπε να γυρίσουν. Με μαθηματικούς υπολογισμούς έπρεπε να καθοριστεί η ώρα αναχωρήσεως έτσι ώστε, φτάνοντας στο σπίτι τους και περνώντας από τη γειτονιά, οι γειτόνισσες να κάθονται έξω από την αυλόπορτα και να τους δουν ότι εγύρισαν από το μπάνιο. Μην ξεχνάμε ότι το Άργος τότε δεν είχε αρκετό νερό ούτε για να πιεί, όχι για να το σπαταλάει σε μπάνια και τέτοια.
- Καλή ’σπέρα σας, καλή ’σπέρα σας, φώναζε πάνω από τις σούστα η κυρά Κατερινιώ η Μπουρουλιάρενα.
- Καλώς ορίσατε, απαντούσαν φαρμακωμένες οι γειτόνισσες. Πούθε ερχόσαστε;
- Είμαστε στο μπάνιο.
- Μπα! Και του χρόνου, και του χρόνου.
ΥΓ (σημ.τ.επιμ.): η προ-γιαγιά της οικογένειάς μας, η Βασιλική Δανοπούλου, αργότερα σύζυγος του Παναγιώτη Μαύρα, έζησε όλη της τη ζωή στο Κουτσοπόδι Αργολίδας, χωρίς να πάει ούτε μια φορά στη θάλασσα, που απέχει (π.χ. η Νέα Κίος) από το Κουτσοπόδι μόλις 13 χιλιόμετρα!
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 23/10/1976].