Saturday, October 23, 1976

Τάκης Μαύρος : Λαογραφικές μνήμες : Το μπάνιο

Νοικοκύρης ο κυρ Παναγιώτης ο Μπορουλιάρης, βολόδερνε όλο το χρόνο με τη σούστα του, προσπαθώντας να συντηρήσει μια πολυάριθμη οικογένεια, που του είχε φορτώσει στην πλάτη του ο Θεός. Και τα κατάφερνε καλά. Ήταν άξιος δουλευτής, αλλά και πονετικός και αγάπαγε την οικογένειά του. Τόσο, που μια φορά κάθε καλοκαίρι, κοντεύοντας ο Δεκαπενταύγουστος, τους πήγαινε μια Κυριακή να κάνουν μπάνιο στη θάλασσα.


Μια χαρακτηριστική Αργείτικη σούστα

        Όσο πλησίαζε το μεγάλο γεγονός, μεγάλωνε και η ταραχή στο σπίτι. Προετοιμασίες, κεφτέδες, τυριά, καρπούζια, και οι γυναίκες φρόντιζαν να πάρουν και από ένα «μισοφόρι» και μια γερή παραμάνα: ήταν το μπανιερό τους. Ο κυρ Παναγιώτης φόρτωνε στη σούστα ένα μεγάλο δεμάτι σανό για τον ντορή του και μια νταμιζάνα των πέντε οκάδων για του λόγου του.
        Η πλαζ της εποχής ήταν τα λασπονέρια ή του Αγίου Παντελεήμονα ή του Αλμυρού.
        Ξεκινούσαν αχάραγα και κάποτε έφταναν στη θάλασσα. Και η μέρα περνούσε ανάμεσα σε φωνές, παιχνίδια και καυγάδες των μικρών. Έφτιαχναν και έναν ίσκιο με μια κουβέρτα απλωμένη στα τιμόνια της σούστας και μπρουμουτισμένη όλη η οικογένεια εκεί από κάτω έτρωγε τους κεφτέδες και τα καρπούζια, και τρωγόταν από τις μύγες, τα μυρμήγκια και τις σφήκες.
        Κάποτε έπρεπε να γυρίσουν. Με μαθηματικούς υπολογισμούς έπρεπε να καθοριστεί η ώρα αναχωρήσεως έτσι ώστε, φτάνοντας στο σπίτι τους και περνώντας από τη γειτονιά, οι γειτόνισσες να κάθονται έξω από την αυλόπορτα και να τους δουν ότι εγύρισαν από το μπάνιο. Μην ξεχνάμε ότι το Άργος τότε δεν είχε αρκετό νερό ούτε για να πιεί, όχι για να το σπαταλάει σε μπάνια και τέτοια.
- Καλή ’σπέρα σας, καλή ’σπέρα σας, φώναζε πάνω από τις σούστα η κυρά Κατερινιώ η Μπουρουλιάρενα.
- Καλώς ορίσατε, απαντούσαν φαρμακωμένες οι γειτόνισσες. Πούθε ερχόσαστε;
- Είμαστε στο μπάνιο.
- Μπα! Και του χρόνου, και του χρόνου.

ΥΓ (σημ.τ.επιμ.): η προ-γιαγιά της οικογένειάς μας, η Βασιλική Δανοπούλου, αργότερα σύζυγος του Παναγιώτη Μαύρα, έζησε όλη της τη ζωή στο Κουτσοπόδι Αργολίδας, χωρίς να πάει ούτε μια φορά στη θάλασσα, που απέχει (π.χ. η Νέα Κίος) από το Κουτσοπόδι μόλις 13 χιλιόμετρα!

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 23/10/1976].

Thursday, October 14, 1976

Τάκης Μαύρος : Οι γιατροί στο Βυζάντιο (Κεκαυμένος)

Τώρα έρχεται ο χειμώνας και ο κακός καιρός γίνεται αφορμή για πλήθος μικροαδιαθεσιών και κρυολογημάτων - τα πράγματα όμως δεν είναι σοβαρά, χάρις στις ασπιρίνες, τα αντιβιοτικά και λοιπά φάρμακα και σπεσιαλιτέ, με τα οποία είναι γεμάτα τα ράφια των φαρμακείων - αλλά τα παλιά τα χρόνια οι δυσκολίες ήταν περισσότερες.
        Το σκεπτόμουν ξεφυλλίζοντας το «Στρατηγικόν», που αποδίδεται με επιφύλαξη στον Βυζαντινό στρατηγό Κεκαυμένο το δεύτερο ήμισυ του 11ου αι. Γράφει λοιπόν ο στρατηγός, παραγγέλνοντας στον γιο του:

[εδάφιον ρκε] : περί του μη εμπεσίν είς χείρας ιατρού

Εὔχου μὴ ἐμπεσεῖν σε εἰς χεῖρας ἰατροῦ, εἰ καὶ σφόδρα ἐστὶν ἐπιστήμων. εἴπῃ γάρ σοι τὰ μὴ δέοντα. καὶ εἰ ἔστιν ἡ ἀρρωστία σου μικρά, μεγαλύνει αὐτὴν ὑπέρογκα καί, πολλοῦ, εἴπῃ, τιμήματος βοτανῶν χρεία σοι ἐστιν· πλὴν ἐγώ σε ἰάσομαι. λαβὼν δὲ παρὰ σοῦ νομίσματα, οὐκ ἐξικανοῖ, φησί, τοῦτο εἰς ἀγοράν. εἶτα καὶ ἄλλα ἔλαβεν. θέλων σε δὲ τρυγᾶν εἴπῃ σοι φυγεῖν ὅπερ ἐστὶν ἐναντίον τῆς ἀρρωστίας καὶ ἐξάψει μᾶλλον τὴν ἀρρωστίαν. καὶ πάλιν ἐπιμελήσεται καὶ αὖθις ἐπιτενεῖ τὸ ἄλγος. καὶ οὕτως πολλάκις ποιήσας λάβῃ παρὰ σοῦ ἃ χρῄζει καὶ μόλις ποτὲ ἐπιμελήσεται. εἴπερ οὖν οὐ θέλῃς ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας ἰατρῶν, φαγὼν ἀρίστῳ εἰς κόρον, ἀπέχου δείπνων, καὶ οὐκ ὀχλήσει σε ὕλη ἐγκειμένη τῷ στομάχω σου, ἀλλὰ καὶ εἰ ἐπέλθῃ σοι ἀρρωστία, νήστευσον καὶ ἰαθήσῃ χωρὶς ἰατροῦ. σκόπει δὲ πόθεν ἡ ἀρρωστία σοι προσέβαλεν. εἰ μὲν ἀπὸ ψύχους, θέρμανον σεαυτὸν εἰ δ'ἀπὸ γαστριμαργίας, ἐγκρατεύθητι, εἰ δ'ἀπὸ κόπου εἴτε ἡλίου ἀναπαύθητι καὶ ἔσῃ, μετὰ Θεόν, ἑαυτὸν ἰώμενος. ἔμπλαστρον δὲ μηδέποτε ἐπιθήσῃς τῇ κοιλίᾳ σου· θεὶς γὰρ τὸ ἔμπλαστρον, ἴσως ὠφελήσει πρὸς τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας ἢ καὶ ἑβδομάδα καὶ ἔκτοτε μᾶλλον οὐκ ἀγαθὸν σοι ἔσται. βοήθημα δὲ ἢ ἀντίδοτον ἢ ποτὸν οἱονδηποτοῦν μὴ πίῃς. πολλοὺς γὰρ εἶδον ἐκ ποτῶν ἀποθάνοντας οἳ καὶ ἰδιοθάνατοι ἐλογίσθησαν. εἰ δὲ θέλεις ποιεῖν ἵνα σε ὠφελήσει εἰς τὸν στόμαχόν σου, πίε ἀψίνθιον. εἰ δὲ τὸ ἧπάρ σου πάσχεις πίε ῥέον ἰνδικόν, πλεῖον δὲ τούτου μηδέν. πάνυ γάρ εἰσι βλαβεροὶ οἱ ποτοί, μᾶλλον δὲ εἰς τοὺς νέους. φλεβοτόμει δὲ ἐκ τρίτου, Φευρουαρίῳ Μαίῳ καὶ Σεπτεμβρίῳ, ἄκριζε, καὶ πλέον μηδέν. εἰ δ'ἀρρωστία κατεπείγει, πᾶς καιρὸς ἐπιτηδής.

Πώς άλλαξαν μαζί με τους καιρούς και οι ιατρικές γνώσεις; Τότε, οι φλεβοτομίες ήταν σχεδόν υποχρεωτικές τρεις φορές τον χρόνο. Τώρα, για να δώσουμε λίγο αίμα για τον Ερυθρό Σταυρό, πρέπει να μας παρακαλάει ένα μήνα το ραδιόφωνο, και πάλι δεν γίνονται σπουδαία πράγματα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Πηγή: B. Wassiliewsky & V. Jernstedt (eds.), Cecaumeni strategicon et incerti scriptoris de officiis regiis libellus, Hakkert, Amsterdam 1965. (εδώ)

Saturday, October 9, 1976

Τάκης Μαύρος : Ο «Κορφιάτης» [Καποδίστριας]

Μια ωραία εκδήλωση έχει καθιερωθεί εδώ και μερικά χρόνια. Ένας σύλλογος Κερκυραίων, μια φορά το χρόνο, στην επέτειο της δολοφονίας του Καποδίστρια, κατεβαίνει στο Ναύπλιο και μαζί με τους ντόπιους κάνει μια μικρή γιορτή. Κάτι σαν μνημόσυνο του Κερκυραίου εκείνου, που πριν 150 χρόνια θυσιάζοντας τα πάντα, περιβάλλον, φίλους, κοινωνική θέση, αποδοχές, όλα όσα μπορεί να δώσει ή να υποσχεθεί η ζωή σε έναν νέο και φτασμένο διπλωμάτη, ήρθε να πεθάνει (μαχαιρωμένος) στα σκαλοπάτια του Άγιου Σπυρίδωνα. Από έναν Μανιάτη, που δεν μπορούσε να σκεφτεί ότι, για να υπάρξει κάποια Ελλάδα, έπρεπε να υπάρξει πρώτα κάποια οργάνωση και κάποια τάξη και που τα δυο προϋποθέτουν θυσίες και παραμέρισμα των προσωπικών επιδιώξεων.


        Και ως εδώ το θέμα δεν είναι σπάνιο στη σελίδες της ιστορίας. Και ο χώρος δεν μας επιτρέπει να ανοιχτούμε στην αναζήτηση των λόγων και των προσώπων, που έσπρωξαν τους Μαυρομιχαλαίους στη δολοφονία αυτή. Στην τελευταία τάξη του δημοτικού, νομίζω, όλα τα παιδιά έχουν μάθει πια πως η γαλλική πολιτική μαζί με τους Εγγλέζους εκμεταλλεύτηκε την αντιζηλία και την απογοήτευση της οικογένειας των Μαυρομιχαλαίων, που είχαν φοβηθεί ότι παραμερίζονταν από τη διακυβέρνηση της χώρας και αν δεν όπλισαν – οι προστάτες - τουλάχιστον ενεθάρρυναν το έγκλημα.
        Και ως εδώ πάλι πάει καλά. Τα γνωστά και επαναλαμβανόμενα της πολιτικής. Εκείνο που με απασχόλησε σαν Πελοποννήσιο, σαν άνθρωπο που ζει αυτούς τους χώρους όπου ξετυλίχθηκε το δράμα - και γράφω αυτά με πολλή μου πικρία - είναι ότι : δεν συνάντησα ποτέ κείμενο γραμμένο από μανιάτικη πένα, από την πιο μικρή δημοσιογραφική ως την πιο βαρυσήμαντη πανεπιστημιακή, που το σημείο αυτό, τη δολοφονία δηλαδή του Καποδίστρια σαν από ανάγκη να ξεπλυθεί μια ιστορική ντροπή, για την οποία αισθάνονται χωρίς λόγο υπεύθυνοι οι Μανιάτες, να μην προσπαθούν όλοι με μασημένα λόγια και λογικές ακροβασίες να εξηγήσουν και να δικαιολογήσουν.
        Τελευταία αφορμή μου έδωσε ένα καλογραμμένο βιβλίο του δημοσιογράφου Γεωργίου Φτέρη (δεν υπάρχει πια, πέθανε το 1967) με τον τίτλο «Μάνη πατρίδα μου». Το περιεχόμενο του βιβλίου αυτού είναι μια σειρά από κείμενα γραμμένα πάνω σε στημόνι λαογραφικό με υφάδι λογοτεχνικό.
        Σταμάτησα σε ένα από αυτά: «Οι Μαυρομιχαλέοι και ο Κυβερνήτης». Μέσα σε οκτώ σελίδες παλλόμενες από μανιάτικη λατρεία για τους Μαυρομιχαλαίους, δεν βρίσκεται ένας λόγος συμπάθειας για τον αδικοσκοτωμένο «Κορφιάτη». Κορφιάτη τον ανεβάζει, Κορφιάτη τον κατεβάζει. Δυο μόνο φορές στις οκτώ σελίδες τον αποκαλεί Καποδίστρια. Αντίθετα, όλος ο μανιάτικος λυρισμός εξαντλείται στην περιγραφή της σκηνής όπου «… ο Γεωργάκης έφτασε τρέχοντας στη γαλλική πρεσβεία, εφίλησε το όπλο του και το εμπιστεύτηκε μαζί με την τιμή του (!) στον Γάλλο πρεσβευτή» κλπ. κλπ.
        Θα μου πείτε. Κάθεσαι τώρα και ασχολείσαι με το τι έγραψε για τον Καποδίστρια ένας Μανιάτης δημοσιογράφος; Ναι. Γιατί ο δημοσιογράφος αυτός λεγόταν Γεώργιος Φτέρης, είχε 50 χρόνια σημαντικής παρουσίας στον πνευματικό ελληνικό χώρο και ήταν γνωστός για τους πνευματικούς αγώνες του για τη δημοκρατία. Αλλά μπορεί να ξεχάσει κανείς και τον Κοραή, που όταν έμαθε τη δολοφονία έστειλε συγχαρητήρια τηλεγραφήματα στις οικογένειες των δολοφόνων;
        Αλήθεια. Πόσο κοντόφθαλμα βλέπουν μερικές φορές τα λεγόμενα φωτισμένα μυαλά!


[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 9/10/1976].

Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...