Saturday, October 25, 2025

Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο, έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπου μετατέθηκε στην Αλβανία με τον ουλαμό του (ορεινό πυροβολικό). Την ίδια εποχή πήγε στο μέτωπο και ο αδελφός του, Γιώργος Μαύρος, με κάποια ίλη πυροβολικού, στα αλβανο-σερβικά σύνορα. Άφησαν πίσω τους, στο σπίτι τους στον Πειραιά, τον πατέρα τους Χαράλαμπο και την αδελφή τους Δέσποινα.
        Στο οικογενειακό μας αρχείο έχουν διασωθεί μια επιστολή του Γιώργου και μια επιστολή κι ένα δελτάριο του Τάκη, όλα προς την αδελφή τους. Ο Γιώργος, στις 5 Δεκεμβρίου 1940, της γράφει:

«… Προ αρκετών ημερών έλαβα και το πρώτο βάπτισμα του πυρός. Σε κάποιο χωριό ήσαν ταμπουρωμένοι περί του 1500 Ιταλοί με αφθονότατο πολεμικό υλικό. Εμείς ήμαστε μόνον 150, αλλά λέοντες [σημ. η υπογράμμιση του επιστολογράφου]. Η μάχη άρχισε στις 11 το πρωί και τελείωσε στις 6 το βράδυ, το τι γινότανε δεν μπορώ να στο περιγράψω. Αυτοί ήσαν οχυρωμένοι μέσα στα σπίτια και μας βαρούσαν συνεχώς. Τα δικά μας όμως όπλα και πολυβόλα ξερνούσαν κυριολεκτικώς τον θάνατο. Έτρεχαν και έφευγαν σαν λαγοί. Την άλλη μέρα το πρωί όταν μπήκαμε στο χωριό το θέαμα ήταν απαίσιο. Παντού πτώματα. 
        Το βράδυ της ημέρας εκείνης είχα πάει στον κήπο ενός σπιτιού και κοιμήθηκα. Το πρωί δε όταν σηκώθηκα, αντιλήφθηκα ότι όλη τη νύκτα κοιμόμουν με τη συντροφιά δύο νεκρών. Σκέψου την ανατριχίλα μου [1]. 
        Παντού όπου περνούμε συναντούμε και Ιταλικό πολεμικό υλικό εγκαταλειμμένο. Φεύγουν με τόση βιασύνη ώστε τα πετούν όλα για να μην τους βαραίνουν. Έπειτα από αυτή τη μάχη έχουμε δώσει μέχρι σήμερα και άλλες δυο ακόμη. Όπως προχωρούν τα πράγματα ελπίζω να τελειώσουμε πολύ γρήγορα. Δεν αποκλείεται να κάνω Χριστούγεννα στα Τίρανα ή στους Αγίους Σαράντα…».

        Δυο μέρες μετά, στις 7 Δεκεμβρίου 1940, ο άλλος αδελφός της, ο Τάκης, γράφει στη Δέσποινα σ’ ένα σύντομο δελτάριο:

«Μόλις προ ολίγου τελείωσε η μάχη. Εγώ μαζί με έναν άλλον ανθυπολοχαγό και με ένα μόνο πυροβόλο ετρέψαμε εις φυγήν ένα ολόκληρο τάγμα αλπινιστών! Συνελάβαμε και 30 αιχμαλώτους και τον λοχαγό τους, κι έτσι θα μάθουν να μην ξανακάνουν επίθεση! Δύνασαι να καυχάσαι για τον αδελφό σου. Αν γυρίσω θα σου διηγηθώ λεπτομέρειες».

        Σε κατοπινή διήγησή του, έναν χειμώνα, κοντά στο τζάκι, στο κτήμα μας στην Πυργέλα, συμπλήρωσε πως κάποια στιγμή κατάλαβε πως μπορούσε να αιχμαλωτίσει τους αντιπάλους του, αλλά του έλειπαν στρατιώτες. Τότε φώναξε και τον μάγειρα, έτρεξαν όλοι τους και περικύκλωσαν τους Ιταλούς, που παραδόθηκαν αμαχητί. Αργότερα έμαθα ότι γι’ αυτό το ‘κατόρθωμα’ του απένειμαν παράσημο, αλλά αρνήθηκε να πάει να το πάρει.
        Και θα τελειώσει το σύντομο δελτάριο με παραγγελία: «Στείλε μου ένα χοντρό κασκόλ, και έναν κούκο που να σκεπάζει τα αυτιά και το σαγόνι».



Το δελτάριο του Τάκη Μαύρου προς την αδελφή του Δέσποινα Μαύρου, στις 7 Δεκ. 1940. 


        Κατά τη διάρκεια του πολέμου, μάθαιναν ειδήσεις ο ένας για τον άλλον μόνο μέσα από τα γράμματά τους προς και από την οικογένεια, στον Πειραιά. Αλλιώς, δεν ήξεραν αν ο άλλος ζούσε ή όχι.
        Τον Φεβρουάριο του 1941, ένα πρωινό, ο Τάκης κάθισε σ’ ένα καφενείο, στους Άγιους Σαράντα, όπου είχαν μπει την προηγουμένη μέρα. Και όπως περιγράφει και στο γράμμα προς την αδελφή του, γραμμένο στους Άγιους Σαράντα στις 25 Φεβρουαρίου 1941:

«… Σε ένα καφενείο εδώ είδα σε κάποιο τραπέζι γραμμένο το όνομα / υπογραφή του Γιώργου! Ερώτησα γι’ αυτόν στο Φρουραρχείο και μου είπαν ότι έφυγαν…»

        Τύχη αγαθή, επέστρεψαν κι οι δυο τους από το μέτωπο, πρώτος ο Γιώργος και μετά ο Τάκης, που περπάτησε από την Αλβανία μέχρι τον Πειραιά μέσω Γαλαξειδίου και Κορίνθου, επέζησαν της Κατοχής και του Εμφυλίου, και πορεύτηκαν στη ζωή…

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1. Μια παρόμοια ιστορία συνέβη και στον Τάκη Μαύρο: κατά την υποχώρηση: μια νύχτα, σταμάτησε σε κάποια εσοχή να ξεκουραστεί, την βρήκε μαλακιά, αποκοιμήθηκε, το πρωί ανακάλυψε πως είχε κοιμηθεί πάνω σ’ έναν νεκρό.


Friday, October 30, 2015

Τάκης Μαύρος : Το Ε.Λ.Α.Ν. (Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό) και η δράση του στην Ερμιονίδα

Σημαντικό ρόλο στον αγώνα της Αντίστασης κατά των Γερμανικών δυνάμεων Κατοχής, στην Πελοπόννησο, έπαιξε και μια ολιγάριθμη αλλά ιδιαίτερα μαχητική ομάδα καταδρομών που ανέπτυξε στην Ερμιονίδα το ΕΑΜ. Πρόκειται για το ΕΛΑΝ, το Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό.
        Η ιστορία κάπως επαναλαμβάνεται. Στα ίδια νερά της Ερμιονίδας, πριν 180 χρόνια, ένας άλλος καταδρομέας, ο Λενιδιώτης Ανδρέας Τσακώνης, διαδραμάτισε τον ίδιο ρόλο. Παραμονεύοντας πίσω από τους κάβους της περιοχής, έκανε τη διαδρομή προβληματική σε κάθε τούρκικο καράβι που θα διακινδύνευε να μπει στα νερά του Αργολικού κόλπου. Τέτοια ήταν η δράση του, ώστε οι Τουρκικές αρχές ν’ ασχοληθούν μαζί του, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, γιατί η ιστορία, από όσα στοιχεία διασώθηκαν στο Αρχείο της Ύδρας [τόμ. 1, σ. 8081] δεν αναφέρει αν τελικά τον συνέλαβαν.
        Ας δούμε, όμως, ποια ήταν η δράση αυτή του ΕΛΑΝ, έτσι όπως την διηγήθηκαν αυτοί που την έζησαν και επέζησαν.
        Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Γερμανοί, για να μεταφέρουν τα εφόδια του στρατού τους στην Κρήτη, χρησιμοποιούσαν ελληνικά καΐκια, αρπαγμένα, επιταγμένα ή κατά κάποιον οποιονδήποτε τρόπο αναγκασμένα να εκτελέσουν τις διαταγές τους. Τα φόρτωναν σε κάποιο λιμάνι της Αττικής κι εκείνα, ξεκινώντας το απόγευμα και παραπλέοντας τις ακτές της Πελοποννήσου, προσπαθούσαν ταξιδεύοντας ολοταχώς τη νύχτα να βρίσκονται τα ξημερώματα σε κάποιο λιμάνι της Κρήτης. Το δρομολόγιο αυτό των καϊκιών περνούσε ανάμεσα στον Άη Γιώργη της Ύδρας και το νησάκι Δοκός.
        Το 1943, ένας θαρραλέος και ριψοκίνδυνος γεωπόνος, ο Τάσος Κακαβούτης, Γραμματέας του ΕΑΜ Ερμιονίδας, συνέλαβε την ιδέα να οργανώσει μιαν ομάδα καταδρομών και να παρεμποδίσει αυτή τη μεταφορά εφοδίων προς τα στρατεύματα κατοχής της Κρήτης. Την οργάνωση της ομάδας αυτής του ΕΛΑΝ την είχαν αναλάβει και νωρίτερα μερικά παιδιά από την Ερμιόνη, αλλά μέχρι τότε δεν είχαν αναπτύξει καμία δράση. Τότε, στις αρχές του 1944, μια ολιγάριθμη ομάδα ανταρτών αποσπάται από το 6ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, που είχε την έδρα του στην περιοχή της Στυμφαλίας και στάλθηκε στην Ερμιονίδα. Από τα μέλη αυτής της ομάδας δημιουργήθηκε ο βασικός πυρήνας του ΕΛΑΝ. 

 

        Ένα από τα μέλη της, ο Παναγιώτης Καραμπίνας από το Φοινίκι της Θεσπρωτίας, γνωστός με το ψευδώνυμο «καπετάν Τζαβέλας», που τον συναντήσαμε στο σπίτι του, στην Παραλία της Ακράτας, μας διηγείται: 
        «Εγώ, τότε, είχα καταταχτεί στο 6° Σύνταγμα του ΕΛΑΣ και μια μέρα, αρχές του 1944, πήραμε την εντολή να σχηματίσουμε μιαν ομάδα κρούσεως και να κατεβούμε στα Δίδυμα. Είμαστε επτά: ο Γιώργος Λέκας, από το Γκέρμπεσι (Μιδέα) της Αργολίδας, γνωστός με το ψευδώνυμο καπετάν Λευτεριάς [το πραγματικό όνομα του καπετάν Λευτεριά ήταν Γιώργος Κορίλης (απομνημονεύματα Τάσου Γεωργοπαπαδάκου)], ο Γιάννης Σκινάς ή Τίγρης από το Χαρβάτι (Μυκήνες), ο Τάσος Οικονόμου από τις Λίμνες, ο καπετάν Γιάννης Μοριάς και άλλα δύο παιδιά, που δεν θυμούμαι τα ονόματά τους.
        Εκείνες τις ημέρες, θα ’ταν 15 ή 16 του Φλεβάρη 1944, δύο εγγλέζικα αεροπλάνα βομβάρδισαν μέσα στο λιμάνι των Σπετσών τον «Κέφαλο», ένα καράβι μιας Κακαμπουρίνας από τα Μέθανα, επιταγμένο από τους Γερμανούς και φορτωμένο άλευρα, και το βούλιαξαν. Αλλά, φεύγοντας μετά τον βομβαρδισμό, το ένα από τ’ αεροπλάνα χτύπησε στον φάρο, έχασε το ένα του φτερό και πέφτοντας στη θάλασσα, στη τοποθεσία «Γαρύφαλλου», βούλιαξε σε 18 οργιές νερό. Είχε πλήρωμα δύο αεροπόρους. Ο ένας πρόλαβε και γλύτωσε με το αλεξίπτωτο. Τον έκρυψε ένας ψαράς, ο Βαγγέλης Οικονόμου ή Παραπόλας, και τον φυγάδεψε κατόπιν στα Δίδυμα. Ο άλλος παρασύρθηκε με το σκάφος στον βυθό. Από τους Γερμανούς στρατιώτες, που αποτελούσαν την φρουρά του καραβιού, δυο σκοτώθηκαν, δυο άλλοι επιβιβάστηκαν σε κάποιο καΐκι και γύρισαν στον Πειραιά, δυο κατέφυγαν στο ξενοδοχείο του Καρδάση, στις Σπέτσες, και ο τελευταίος, εφτά ήσαν όλοι, ο Φριτς, μπήκε σε κάποιο περαστικό καΐκι και πήγε στο Ναύπλιο για να ειδοποιήσει για ό,τι είχε γίνει».
        «Μόλις φτάσαμε στα Δίδυμα», συνεχίζει την αφήγησή του ο Καπετάν Τζαβέλας, «θα ’ταν 15 ή 16 του Φλεβάρη, έρχεται ο Σμυρλής από τις Σπέτσες και μας είπε για τον βομβαρδισμό, το βυθισμένο αεροπλάνο, το καράβι, τους δυο Γερμανούς, που μένανε στο ξενοδοχείο. Μας είπε ακόμη και για τρία επιταγμένα καΐκια, που ήταν φορτωμένα στο λιμάνι. Αποφασίσαμε να πάμε να πιάσουμε τους Γερμανούς και τα καΐκια και να προσπαθήσουμε να διασώσουμε ό,τι μπορούσαμε από το μισοβυθισμένο καράβι και από το αεροπλάνο. 
        Κατεβήκαμε στο Πόρτο Χέλι, πήραμε ένα καΐκι και περάσαμε στις Σπέτσες. Ο καπετάν Λευτεριάς, ο Σμυρλής κι εγώ. Πήγαμε στο σπίτι του Πασαμήτρου, όπου και μείναμε εκείνη τη βραδιά. Την άλλη μέρα, ο Παντελής Αρμένης, που είχε καφενείο στο Παλιό Λιμάνι και που αργότερα έγινε κουνιάδος μου, μας έφερε σ’ επαφή με τους ναύτες των τριών επιταγμένων καϊκιών, που πρόθυμα δέχτηκαν να μας βοηθήσουν να πάρουμε τα καΐκια. Πράγματι, το βράδυ, ανεβήκαμε στα τρία καΐκια και τα πήγαμε στην Κοιλάδα. Το ένα ήταν οργανωμένο και το αφήσαμε ελεύθερο. Μέσα στ’ άλλα δυο βρήκαμε 75 τηλέφωνα και 350 τσουβάλια με Χριστουγεννιάτικα δέματα για τους Γερμανούς της Κρήτης, γλυκά, τσιγάρα και άλλα τέτοια είδη. Χιλιάδες κουτιά μαρμελάδα, χοιρομέρια, και καμμιά δεκαριά κεφάλια παρμεζάνα, που το καθένα τους ζύγιζε 70-80 κιλά, και που μοιράστηκαν αργότερα στον πληθυσμό. Πολλά προωθήθηκαν για τη Γκούρα της Στυμφαλίας, όπου όπως είπαμε ήταν το Αρχηγείο του ΕΛΑΣ. Οι ναύτες των καϊκιών έμειναν στις τάξεις τού ΕΛΑΣ και μάλιστα δύο απ’ αυτά τα παιδιά κρεμάστηκαν αργότερα στις Σπέτσες.
        Τα εφόδια αυτά τα μεταφέραμε από την Κοιλάδα στα Δίδυμα και τα παραδώσαμε στην Οργάνωση. Γυρίσαμε κατόπιν στις Σπέτσες και πήγαμε στον Αρμένη, ο οποίος μας υπέδειξε το ξενοδοχείο όπου έμεναν οι Γερμανοί.

 


        Είμαστε έξη: ο καπετάν Λευτεριάς, ο Σμυρλής, ο Παναγιώτης Τρομάρας, ο Δημήτρης Κατεμής (Κανάρης), ο Γιάννης Σκινάς ή Τίγρης, κι εγώ. Μας είπαν σε ποιο δωμάτιο ήσαν οι Γερμανοί κι άκουγαν ράδιο. Ήταν και κάτι κοριτσόπουλα και χορεύανε. Μπήκαμε ξαφνικά μέσα φωνάζοντας Αλτ. Ο ένας από τους Γερμανούς έκανε μια προσπάθεια να πιάσει μια χειροβομβίδα, που είχε περασμένη στη μπότα του, αλλά ο Τρομάρας, με μια ριπή, τον πρόλαβε και τον σκότωσε. Είναι αλήθεια πως θέλαμε να τον πιάσουμε κι εκείνον ζωντανό, έτσι όμως που ήρθαν τα πράγματα δεν γινόταν αλλιώς. Πήραμε τον οπλισμό τους, είπαμε στους ανθρώπους του ξενοδοχείου να τυλίξουν τον νεκρό σ’ ένα σεντόνι και να τον φουντάρουν στα βαθιά και φύγαμε για τα Δίδυμα, παίρνοντας μαζί μας και τα δυο μυδράλια του καραβιού, που οι Γερμανοί είχαν αφαιρέσει από το μισοβυθισμένο καράβι και είχαν τοποθετήσει για φύλαξη στο καφενείο του Αρμένη.
        Την άλλη μέρα, ο Γερμανός ο Φριτς, που είχε πάει στο Ναύπλιο και επέστρεφε στις Σπέτσες, πιάστηκε και οδηγήθηκε κι αυτός στα Δίδυμα».

 

        Εδώ, πρέπει να κάνουμε μια μικρή παρέκκλιση στην αφήγηση του καπετάν Τζαβέλα. Το επεισόδιο αυτό είχε τις συνέπειές του. Ο δήμαρχος Σπετσών, ο Λεκός, κατά μίαν εκδοχή, θορυβημένος από τον φόνο των δυο Γερμανών και φοβούμενος τα αντίποινα που περίμεναν αυτόν και το νησί, πήγε στον Πειραιά, συνοδευόμενος από τον γιατρό τον Κόχυλα. Παρουσιάστηκαν στις Γερμανικές Αρχές και ανέφεραν τα γεγονότα, προσπαθώντας να πείσουν τους Γερμανούς ότι ο ντόπιος πληθυσμός ήταν αμέτοχος σ’ αυτό το επεισόδιο.
        Οι Γερμανοί, έχοντας την πληροφορία ότι οι καταδρομείς είχαν τη βάση τους κάπου στην Ερμιονίδα, επάνδρωσαν δυο μεγάλα σιδερένια καΐκια και ανήμερα το Πάσχα του 1944, αποβιβάστηκαν στην Κοιλάδα. Δείρανε, σκοτώσανε, κάψανε κάτι σπίτια στην Ερμιόνη και φύγανε. Η ενέργεια αυτή των Γερμανών θεωρήθηκε ότι ήταν αποτέλεσμα της αναφοράς του Λεκού και του Κόχυλα και παρ’ όλο που ήσαν πρόσωπα αγαπητά σ’ όλους, εκτελέσθηκαν, μαζί με τον Διαμαντόπουλο τον αρχιτέκτονα και τον Κατραμάδο.


Τάσος Γεωργοπαπαδάκος (1911- 1987). Φιλόλογος και συγγραφέας. Κατά την διάρκεια της κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ στην Ύδρα. Εκτός των άλλων έγραψε και το: Μνήμες από την Εθνική Αντίσταση – Η δράση του ΕΛΑΝ Αργολικού, Θεσσαλονίκη 1987. Αρχείο φωτογραφίας: Μιχάλης Ν. Γεωργοπαπαδάκος.


        Από τότε, ο καπετάν Τζαβέλας και ο Τάσος Κακαβούτης οργάνωσαν συστηματικά το ΕΛΑΝ. Πήραν ένα καΐκι του Παντελή Μπάμη, ένα τρεχαντήρι καμιά 30αριά τόνων, του βγάλανε το άλμπουρο για να μην διακρίνεται εύκολα από μακριά, βάλανε ένα μυδράλιο στην πλώρη και το προστατέψανε με τσουβάλια με χώμα. Παίρνανε πληροφορίες από τον Τάσο [Γεωργο]Παπαδάκο, που ήταν γραμματέας στη Μητρόπολη της Ύδρας και διερμηνέας των εκεί Γερμανών. Τους ειδοποιούσε με το τηλέφωνο πόσα καΐκια και πότε επρόκειτο να περάσουν, αν ήταν οπλισμένα κι αν είχαν συνοδεία από Γερμανούς. Στις επιχειρήσεις αυτές λάβαιναν μέρος συνήθως πέντε παιδιά. Ο Μήτσος Κρεμύδας, ο Βασίλης Λιώσης, ο Σταύρος Χατζησταύρος από το Κρανίδι, ο Παναγιώτης Τρομάρας κι ο καπετάν Τζαβέλας. Συνολικά πιάσανε 17-18 καΐκια, απ’ όπου πήρανε πολλά τρόφιμα. Μ’ αυτά, που τα προωθούσαν με ζώα στη Στυμφαλία, ενισχύθηκε σημαντικά ο αγώνας του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο.
        Ας ξαναγυρίσουμε όμως στη διήγηση τού καπετάν Τζαβέλα.

        «Αφού παραδώσαμε τον οπλισμό των Γερμανών και τον αιχμάλωτο στα Δίδυμα, ξαναγυρίσαμε στις Σπέτσες, πήραμε δύτες, ανασύραμε το αεροπλάνο και του βγάλαμε τα πέντε μυδράλια πού είχε. Αυτά δούλευαν με ηλεκτρισμό, αλλά εμείς τα προωθήσαμε στο Τάγμα, όπου και τα μετέτρεψαν και τα έκαναν να δουλεύουν με σκαντάλη.
        Εκείνες τις ημέρες, μας έφεραν την πληροφορία ότι στη Σκαμνιά, στη Σέριφο, είχε βουλιάξει ένα βαπόρι και ότι οι επτά Γερμανοί, που ήταν η φρουρά του, είχαν πάρει δύτες, έβγαζαν από το βαπόρι ό,τι μπορούσαν και το πούλαγαν. Αποφασίσαμε με τον Παντελή Αρμένη να πάμε να τους πιάσουμε.
        Μπήκαμε σ’ ένα γερό καΐκι και πήγαμε στο Λειβάδι στη Σέριφο οι τρεις. Ο Παντελής Αρμένης, ο καπετάν Αντρέας, που ήταν καπετάνιος σ’ ένα από τα επιταγμένα καΐκια που είχαμε αράξει στην Κοιλάδα κι εγώ. Βάλαμε τα σήματα του Ερυθρού Σταυρού για να μη μας χτυπήσουν τα αεροπλάνα. Τα αυτόματα τα τυλίξαμε στα πανιά για να μη φαίνονται. Βγήκαμε στο Λειβάδι, το κεντρικό λιμάνι του νησιού, όπου και συνδεθήκαμε και μάθαμε για τους Γερμανούς στη Σκαμνιά. Μένανε σ’ ένα εκκλησάκι που το είχαν οχυρώσει κι επέβλεπαν από ψηλά το βαπόρι. Μάθαμε, ακόμη, ότι στο λιμάνι της Σερίφου ήταν αραγμένο ένα μεγάλο καΐκι του Γκόβερη, γνωστού τότε μεγαλοϊχθυέμπορου του Πειραιά, που αγόραζε ψάρια για τις ανάγκες του Γερμανικού Στρατού. Είχε και μια φρουρά από τρεις Γερμανούς. Τα πυρομαχικά μας δεν ήταν πολλά και δεν μας επέτρεπαν να επιτεθούμε εναντίον των Γερμανών της Σκαμνιάς. Έπειτα, ένας σύνδεσμος που στείλαμε να πάει να ιδεί και να ’ρθει να μας πει τι γινόταν, αργούσε να γυρίσει. Γι’ αυτό καταλήξαμε στην απόφαση να επιτεθούμε στο δεύτερο καΐκι, του Γκόβερη.
        Φύγαμε με τα πόδια για το λιμάνι – δεν θυμάμαι πώς λεγόταν – όπου βρισκόταν το καΐκι, φορώντας πέδιλα και φανελάκια για να φαινόμαστε σαν ψαράδες. Τα πιστόλια τα περάσαμε στη ζώνη, μέσα από το παντελόνι. Όταν φτάσαμε στο λιμάνι, όπου ήταν το καΐκι του Γκόβερη, ήταν μεσημέρι. Είδαμε τους δυο από τους τρεις Γερμανούς να κοιμούνται στο προαύλιο ενός καφενείου, αλλά δεν βλέπαμε τον τρίτο κι αυτό μας έκανε να διστάσουμε να τους επιτεθούμε. Ώσπου να ιδούμε πού ήταν ο τρίτος Γερμανός, η ώρα πέρασε και οι δυο Γερμανοί ξύπνησαν και τότε είδαμε ότι ο τρίτος Γερμανός, ένας βαθμοφόρος, ήταν στην ταράτσα του σπιτιού και φύλαγε το καΐκι και τους συντρόφους του που κοιμόντουσαν. Πλησιάσαμε στο καΐκι και είπαμε στους ναύτες πως μάθαμε ότι αγοράζει ψάρια και ότι κι εμείς ψαράδες είμαστε, αλλά ότι το καΐκι μας έχει πάθει βλάβη στο Λειβάδι και τα ψάρια μας θα χαλάγανε και θα τα πετάγαμε. Μας ρώτησαν τι ψάρια ήταν και τι ζητάγαμε και τους απαντήσαμε ότι στη κατάσταση που είμαστε, ελάτε να τα δείτε και δώστε μας ό,τι θέλετε. Προσπαθούσαμε να τους φέρουμε στο καΐκι μας, όπου είχαμε τα αυτόματα. Είπανε ότι θα ’ρθούνε τ’ απόγεμα. Φύγαμε και γυρίσαμε στο Λειβάδι.
        Στο λιμάνι ήσαν κι άλλα καΐκια. Είπαμε σ’ ένα απ’ αυτά που ετοιμαζόταν να σαλπάρει να περιμένει και να φύγει μόλις ακούσει τη μηχανή του Γκόβερη να έρχεται, και στους άλλους στο λιμάνι να πουν ότι το καΐκι με τα ψάρια έφτιαξε τη μηχανή του και «Νάτο, έφυγε». Εμείς ανεβήκαμε με τα αυτόματα και κρυφτήκαμε πίσω από κάτι φραγκοσυκιές που ’σαν πάνω από το καΐκι μας και περιμέναμε.
        Σε λίγο έφτασε το καΐκι του Γκόβερη με τους τρεις Γερμανούς. Ρώτησαν για το χαλασμένο καΐκι με τα ψάρια. Όταν τους είπαν ότι είχε φύγει, και πραγματικά είδαν ένα καΐκι ν’ απομακρύνεται, κι επειδή ο καιρός είχε αρχίσει να φρεσκάρει, αναγκάστηκαν να περάσουν τη νύχτα στο Λειβάδι και άραξαν δίπλα μας.
        Σε λίγο άρχισε να νυχτώνει και μέσα στο μισοσκόταδο είδα τον έναν από τους Γερμανούς, τον βαθμοφόρο, να πηγαίνει να κοιμηθεί στην πρύμνη με τον μηχανικό, ενώ οι άλλοι δυο κατέβηκαν κάτω στην πλώρη, μαζί με τ’ άλλο πλήρωμα.
        Αφήσαμε να περάσει η ώρα, να τους πάρει ο ύπνος καλά και σιγά-σιγά βγήκαμε από τις φραγκοσυκιές, ανεβήκαμε στο καΐκι μας και περάσαμε στου Γκόβερη. Εγώ πήγα κατ’ ευθείαν στην πρύμνη, όπου κοιμόταν ο Γερμανός, ενώ οι άλλοι πήγαν στο άνοιγμα της πλώρης. Σκούντησα με το αυτόματο τον Έλληνα μηχανικό, που με νόημα μου έδειξε πού κοιμόταν ο Γερμανός. Τον σκούντησα κι αυτόν και μόλις άνοιξε τα μάτια του και είδε το αυτόματο, είπε έντρομος: «Εν τάξει, εν τάξει», σηκώνοντας τα χέρια του πάνω από το κεφάλι του. Την ώρα πού γινόντουσαν αυτά, στην πλώρη ο Σμυρλής με τον Αρμένη προσπάθησαν να συλλάβουν τους δυο άλλους Γερμανούς, που κοιμόντουσαν κάτω. Οι Γερμανοί όμως αυτοί αντιστάθηκαν και άρχισαν να πυροβολούν. Είπαμε να τους ρίξουμε μια χειροβομβίδα, αλλά συλλογιστήκαμε το πλήρωμα που θα σκοτωνόταν κι εκείνο μαζί τους. Δέσαμε τότε τον Γερμανό στο κατάρτι και πλησίασα στο άνοιγμα της πλώρης. Το αυτόματό μου, ίσως γιατί τα πυρομαχικά είχαν υγρανθεί, παθαίνει εμπλοκή, και με το πιστόλι πια πυροβόλησα προς το μέρος που, στη λάμψη των πυροβολισμών, νόμιζα πως ήσαν οι Γερμανοί. Αποτέλεσμα ήταν να τραυματίσω τον έναν στο χέρι και τον άλλον στο πόδι. Σταμάτησαν κάθε αντίσταση, τους βγάλαμε έξω και τους δέσαμε τα τραύματά τους. Μετά, τους φέραμε στην Ερμιόνη, μαζί με το καΐκι του Γκόβερη και τους παραδώσαμε στην τοπική οργάνωση».

        Αυτή ήταν η ιστορία, που διηγήθηκε ο Παναγιώτης Καραμπίνας, με το πιο απλό ύφος, χωρίς το παραμικρό ίχνος περηφάνιας, λες και διηγιόταν μια ασήμαντη ιστοριούλα. Κι όμως, αυτά τα επεισόδια, παρ’ όλο τον προσωπικό και τοπικό χαρακτήρα τους, πρέπει να σημειωθούν και να μείνουν στην Ιστορία, σαν φωτεινά παραδείγματα θάρρους.
        Να ιδούμε όμως και τι απέγινε το τμήμα εκείνο του ΕΛΑΝ.

        «Στις αρχές του καλοκαιριού τού 1944, οι Γερμανοί άρχισαν τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις», συνεχίζει ο καπετάν Τζαβέλας. «Ξεκίνησαν από την περιοχή του Ναυπλίου και χτενίζοντας κυριολεκτικά τη Ναυπλία έφτασαν και στην Ερμιονίδα. Ένα τμήμα του ΕΛΑΣ από το 6ο Σύνταγμα ήταν καταυλισμένο στην Πελεή, ένα χωριό κοντά στα Δίδυμα. Το τμήμα αυτό, πιεζόμενο από τις ανώτερες Γερμανικές δυνάμεις, κατεβαίνει ένα απόγεμα στην Κορακιά, επιβιβάζεται στα καΐκια που όπως είπαμε είχαμε πάρει πριν λίγες μέρες στο λιμάνι των Σπετσών και παρ’ όλο τον κίνδυνο να τους αντιληφθούν οι Γερμανοί καταφέραμε, κατά τη διάρκεια της νύχτας, να περάσουμε στη Σαμπατική της Κυνουρίας, παίρνοντας μαζί μας και την «Καταδίωξη», έτσι λέγαμε το σκάφος του Γκόβερη, γιατί είχε γερή μηχανή. Τους τραυματίες τους βγάλαμε στο Άστρος. Τα ένοπλα τμήματα μόλις πρόλαβαν να σκορπίσουν στους ελαιώνες της Σαμπατικής και του Λεωνιδίου, γιατί ξημερώνοντας ήρθαν τα αεροπλάνα. Μείναμε καμιά δεκαπενταριά μέρες στην Πλάκα. Τότε μας έκαναν οι Γερμανοί μιαν επίθεση με τορπιλακάτους και γι’ αυτό αναγκαστήκαμε να βουλιάξουμε την «Καταδίωξη», στον Άη Γιώργη, στα Πούληθρα. Μαζί μας δεν ήρθαν όλοι, μερικοί έμειναν. Ένας απ’ αυτούς, ο Γιώργος Λέκας, ο καπετάν Λευτεριάς, κατέβηκε κι αυτός κάτω στην Κορακιά για να φύγει μαζί με τους άλλους, αλλά την τελευταία στιγμή λέει στον καπετάνιο του τμήματος εκείνου:
– Αποφάσισα να μείνω εδώ και να συνεχίσω από εδώ τον αγώνα.
– Είναι επικίνδυνο αυτό που κάνεις, του λέει ο καπετάνιος, αλλά δεν μπορώ να στο απαγορέψω. Έλα μαζί μας. Πού θα πας; Πού θα κρυφτείς;
– Έχω ανθρώπους να με κρύψουν στις Σπέτσες, είπε και πήδησε στη στεριά.
Έφυγε μέσα στο σκοτάδι, πηγαίνοντας να συναντήσει τον θάνατο. Αργότερα μάθαμε πως κατέφυγε στις Σπέτσες, στο σπίτι του Αρμένη. Στις Σπέτσες είχε καταφύγει ο Πανουργιάς και άλλοι. Αλλά τα πάθη είχαν εξαγριωθεί κι εκεί. Τον πρόδωσαν τον Λέκα, και αναγκάστηκε να πάει να κρυφτεί μέσα στη σπηλιά του «Μπεκίρη». Αλλά κι εκεί τον βρήκαν. Αντιστάθηκε όσο είχε πυρομαχικά. Ύστερα παραδόθηκε. Έπειτα από έναν άγριο ξυλοδαρμό, μισοζώντανο τον κρέμασαν μαζί μ’ οκτώ άλλους μπροστά στο Ποσειδώνιο, στη Ντάμπια. Αυτόν, τους τρεις Πασαμητραίους, Άγγελο, Γιώργο και τη γυναίκα του, τον Βασίλη Οικονόμου, τον Δημοσθένη Οικονόμου, και τον Μιχάλη Ευσταθίου, τον ταχυδρομικό Γιάννη Τσιρτσίκο, τον Θάνο Κοντοβράκη από το Κρανίδι. Εκείνες τις μέρες κρέμασαν και σκότωσαν κι άλλους στις Σπέτσες. Θυμάμαι τον Δημήτρη Φαφούτη, τον Κατσαβίδα, τον Κωσταρίδα, τον καπετάν Αντρέα, που ήταν καπετάνιος ενός από τα καΐκια που είχαμε πάρει, όπως είπαμε παραπάνω.
        Ο Πανουργιάς (Γιώργος Σκούρτης) κρύφτηκε μέσα σ’ ένα άδειο μνημείο στο νεκροταφείο, αλλά έπειτα από 5-6 ημέρες τον ήβραν κι αυτόν και τον σκότωσαν. Δυο άλλους, τον Κακαβούτη και τον Φώτη Στρατάκο, τους περιέθαλψε ο τότε Δεσπότης της Ύδρας, αλλά τους πρόδωσαν. Τους μετέφεραν στο Κρανίδι και τους κρέμασαν στην πλατεία για παραδειγματισμό. Του Στρατάκου του είχαν σπάσει τη σπονδυλική στήλη και δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος, γι’ αυτό από το αυτοκίνητο που τους έφερε τον έσερναν μέχρι την κρεμάλα. Οι Γερμανοί παρακολουθούσαν τον απαγχονισμό χωρίς να παίρνουν μέρος. Περιορίστηκαν μόνο να βγάζουν φωτογραφίες.
        «Εγώ, με τη γυναίκα μου την Κατίνα, άλλες τέσσερις γυναίκες και οχτώ άντρες», συνεχίζει ο καπετάν Τζαβέλας, «προσπαθήσαμε από το Λεωνίδιο να φτάσουμε στον Χελμό. Κάπου, όμως, κοντά στην Καρυά του Άργους μας πιάσανε. Μας πήγαν και μας φυλάκισαν στην Ακροναυπλία. Από εκεί ελευθερωθήκαμε όταν έφυγαν οι Γερμανοί. Εμείς, όμως, συνεχίσαμε τον αγώνα. Ξαναπήγα πάλι στην Ερμιόνη, βρήκα άλλα παιδιά, τον Χαρίλαο Λάμπουρα, έναν Γιάννη, έναν Χρήστο, και άλλους που δεν τους θυμούμαι πια. Πήραμε ένα καΐκι, του Νίκου Γκλέζου κι αρχίσαμε να περιπολούμε ανάμεσα [στις] Σπέτσες, όπου είχαν συγκεντρωμένους τους άντρες των Ταγμάτων Ασφαλείας, και την Κορακιά. Στα Δεκεμβριανά καταφύγαμε στον Γέρακα της Λακωνίας. Από κει περάσαμε στο Άστρος, όπου και παραδώσαμε τον οπλισμό μας».
        «Αυτή ήταν η δράση μου στο ΕΛΑΝ», συνεχίζει ο καπετάν Τζαβέλας. «Αυτά μπόρεσα να κάνω για την πατρίδα μου κι αυτά έκανα. Και γι’ αυτά που έδωσαν 17 χρόνια φυλακή». 
 
        Αυτή ήταν, με λίγα λόγια, η σύντομη δράση του ΕΛΑΝ. Λίγο κράτησε, 5-6 μήνες, αλλ’ όταν μια μέρα η ιστορία βάλει τα πράγματα στη θέση τους, το ΕΛΑΝ της Ερμιονίδας θα έχει να παρουσιάσει μερικές από τις ωραιότερες σελίδες της Ελληνικής Αντίστασης.

 

Χάρτης των βασικών δρομολογίων των επίτακτων σκαφών που εφοδίαζαν τις γερμανικές φρουρές την περίοδο 1943-1944. Παπαδόπουλου Α. Δημητρίου, 2007. ΕΛΑΝ, Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό 1943-1945.Πολεμικές Σελίδες, τεύχος 14ο, Αύγουστος – Σεπτέμβριος, 35 σσ.

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση και στον ιστότοπο "Αργολική Βιβλοθήκη", https://argolikivivliothiki.gr/2015/10/30/elan/].

Monday, January 1, 2001

Τάκης Μαύρος : Τοπωνυμικά Αργολίδας : Και πάλι «του Μέρμπακα» (III)

Για τρίτη φορά και ελπίζω τελευταία, γίνεται κατάχρηση της υπομονής της αγαπητής «αναγέννησης» και των αναγνωστών της. Και τέλος πάντων, είναι Ολλανδικής προέλευσης το τοπωνύμιο «του Μέρμπακα» [1] ή είναι Τουρκικό;
        Την πρώτη εκδοχή έχουν υποστηρίξει πολλοί ιστορικοί και μη. 
        Η Τουρκική προέλευση του τοπωνυμίου άρχισε να υποστηρίζεται τελευταία. 
        Η πρώτη φορά που το απάντησε ο γράφων είναι όπισθεν ενός εκκλησιαστικού εγγράφου, καλλίτερα μιας κατάστασης εκκλησιών την οποίαν είχαν συντάξει Έλληνες, κατόπιν εντολής των ενετικών αρχών του Μοριά. Το έγγραφο που έχει συνταχθεί από τον μοναχό και εφημέριο του χωριού Μέρμπακα Καλλίνικο, φέρει χρονολογία 20 Αυγούστου 1696 και το χωριό αναγράφεται Ο - μέρμπακα, αλλά στην πίσω σελίδα υπάρχει μια σημείωση κάποιου Λατίνου (κληρικού;) όπου σημειώνεται το όνομα του χωριού Μerbαcα [2]. Αυτό σημαίνει ότι ο συντάκτης του εγγράφου έγραφε Ομέρμπακα, έτσι όπως ήταν τότε η επίσημη ονομασία του χωριού, ενώ ο Λατίνος όπως το άκουγε να προφέρεται. 
        Αλλά χωριό, τοποθεσία μάλλον με το όνομα Μέρμπακα υπάρχει και παρά το χωρίον Βόβοντα (σημ. Μαυρίκι) της Αιγιαλείας, στο δρόμο προς την μονή Ταξιαρχών και όχι μακριά από αυτήν. Να δεχθούμε ότι ο Ολλανδός Επίσκοπος Willem van Moerbeken, μητροπολίτης Κορίνθου από το 1277 περιεφέρετο πότε στο χωριό Βούζι της Αργολίδας και πότε στο Βόβοντα της Αιγιαλείας, για να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή του λατινικού Θείου Λόγου, είναι μια σκέψη που θα μπορούσε να στηριχθεί, αν δεχθούμε ότι και στα δυο χωριά υπήρχαν γειτονικά μοναστήρια μεγάλα, ικανά να εξασφαλίσουν τα μέσα συντήρησης του Ολλανδού ποιμενάρχη και της συνοδείας του, ιδίως τότε που ούτε η μεταφορά στην έδρα ήταν εύκολη, ούτε ψυγεία υπήρχαν.
        Αλλά ο Moerbeken διετέλεσε επίσκοπος Κορίνθου 15 περίπου χρόνια. Πολύ σύντομο διάστημα για τη δημιουργία αυτών των δυο τοπωνυμίων και την ταυτόχρονη λειτουργία της Μητρόπολης Κορίνθου. Το θέμα παραμένει χωρίς απάντηση.
        Τώρα, η δεύτερη εκδοχή, η και πιθανότερη. Είχα διαβάσει προ ετών, αλλά τώρα δεν θυμούμαι πού, ότι κατά την πρώτη Τουρκοκρατία (1540-1685) οι Τούρκοι είχαν αναθέσει σε Τούρκο αξιωματούχο την επισκευή του φρουρίου της Λάρισας του Άργους και ότι μετά το πέρας των εργασιών του έλαβε ως αμοιβή ένα τιμάριο, πιθανώς του Μέρμπακα. Αυτό φαίνεται ότι γινόταν και με άλλους και έτσι έμειναν τοπωνύμια όπως Μεχμέτ Βουντι-Πασσά, Αβδήμπεη, Μουράταγα, Κάντιαγα κ.α. Μετά την ατεκμηρίωτη αυτή πληροφορία, η πρώτη είναι η αναφερθείσα ήδη χρονολογία του Καλλίνικου (1696). Η επόμενη είναι εκείνη του «Χάρτη του Δράμαλη», έργο ασφαλώς Άγγλου χαρτογράφου, όπου το χωριό αναγράφεται «0merbaccυn» και ακολουθούν τα συμβόλαια του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Αναστ. Κ. Ελαιώνος, αναφερόμενα στο ΔΕΛΤΙΟ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΝΑΥΠΛΙΟΥ, στα τελευταία τεύχη, για τα οποία δεν έχει καταρτισθεί ακόμη ευρετήριο. Ας προσθέσουμε και το επώνυμο του σύγχρονου Τούρκου πολιτικού Erbaken.
        Πρέπει να προσθέσουμε ότι το τοπωνύμιο αυτό το θεωρούμε σύνθετο από το προσωπονύμιο Ομέρ, το οποίον προφανώς προέρχεται από το αραβικόν Ομάρ και το baccan, το οποίο, κατά τον καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου και ειδικό τουρκολόγο κ. Νεοκλή Σαρρή, σημαίνει τον άρχοντα, τον επικεφαλής, τον επόπτη και κατά το σύγχρονο τουρκοελληνικό λεξικό τον Πρωθυπουργό, τον αρχηγό. Εξάλλου υπάρχουν και άλλα τοπωνύμια σύνθετα, από το όνομα κάποιου και τον βαθμό τον, όπως το «Ομερ-τσαούση» στα αχούρια της Τριπόλεως και ένα άλλο στο Σπαθοβούνι Κορινθίας, όπου τα διόδια της Εθνικής οδού προς Τρίπολη, και ασφαλώς και πολλά άλλα στον Ελληνικό χώρο, τα οποία δεν έχω πρόχειρα τώρα.
        Για να συνταχθεί αυτό το μικρό κείμενο, χρειάστηκε η συνεργασία, πλην του καθηγητή κ. Ν. Σαρρή, τον οποίο ανάφερα παρά πάνω: 
  • η ενημέρωση της κ. Μ. Plogg (Ολλανδία) για την ακριβή προφορά του νan Moerbeken, 
  • η υπόδειξη του ναυάρχου ε.α. κ. Γεωργίου Θανόπουλου (Άργος) για την ύπαρξη και δευτέρου τοπωνυμίου Μέρμπακα, 
  • η ανεκτίμητη προσφορά από τον κ. William Μ. Frick του «Χάρτη τον Δράμαλη» που δημοσιεύτηκε στα τελευταία τεύχη του ΔΕΛΤΙΟΥ ΙΣΤ. ΜΕΛΕΤΩΝ ΝΑΥΠΛΙΟΥ, και
  • η συνεργασία των κ.κ. Κωνστ. Μιχαλόπουλου, δικηγόρου Αθηνών, Κωνστ. Ριζόπουλου, δημοσιογράφου-ιστορικού (Αίγιον), Τάσου Αιγιαλού (Θεοδωρακόπουλου) (Αίγιον), λογοτέχνη-ιστορικού, οι οποίοι βοήθησαν στον ακριβή προσδιορισμό της τοποθεσίας Μέρμπακα παρά την μονή Ταξιαρχών Αιγίου, και του κ. Σταύρου Δέδε (Άργος) για την βιβλιογραφική τεκμηρίωση του ανωτέρω τοπωνυμίου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Σήμερα έχει μετονομασθεί σε Αγία Τριάδα.
2. Κ. Ντόκου, «Η εν Πελοποννήσω εκκλησιαστική περιουσία κατά την περίοδον της Β΄ Ενετοκρατίας. Ανέκδοτα έγγραφα εκ των Αρχείων Ενετίας», B-NJ 21 (1976), 43-168, σ. 72.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό αναγέννηση, τεύχ. 375 (Ιαν. 2001), σ. 29.

Wednesday, September 1, 1999

Τάκης Μαύρος : Το κείμενο του κιονίσκου του εντοιχισμένου στο νότιο βημόθυρο του ιερού του Ναού του Αγίου Πέτρου Άργους

Εις το υπ’ αριθμ. 73 Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου (σ. 304) έχει δημοσιευθεί, έπειτα από ευγενική παραχώρnσn του Αιδ. Πρωθιερέως Άργους Ευαγγέλου Στασινόπουλου n φωτογραφία μιας ανάγλυφης αραβικής επιγραφής πάνω σε τμήμα κιονίσκου εντοιχισμένου στο νότιο βημόθυρο του Ναού του Αγίου Πέτρου Άργους. Η φωτογραφία αυτή είχε παραχωρnθεί στον Παπά Ευάγγελο Στασινόπουλο από τον αείμνηστο εκπαιδευτικό Φώτιο Βλάχο.
        Τηv φωτογραφία αυτή διάβασε ο Άραβας οδοντίατρος Χαϊμάλ Μπαστάουϊ (από το Ναύπλιο), αλλά το περιεχόμενό τnς δεν είναι αραβικό. Χρειάστηκε n ευγενική παρέμβαση του κ. Σπύρου Μήλια και του Πέρση Τουρκομαθούς Φατιχαλά Μωχαμέτ του Μουσά για να έχουμε στα χέρια μας ένα αντίγραφο μιας πρώτης ανάγνωσης του κειμένου.





Η ανάγνωση του κ. Φατιχαλά

Ο Θεός είναι ένας
Ο καθένας θα πεθάνει
Θα κάνει λογαριασμό για τον καθένα
Για ό,τι καλά n κακά έχει κάνει.
(Από το Κοράνιο)

        Η ανωτέρω επιγραφή προέρχεται πιθανότατα από το Μωαμεθανικό νεκροταφείο του Άργους, το οποίο κατά πληροφορία του ναυάρχου ε.α. κ. Γεώργιου Θανόπουλου πρέπει να ήταν μεταξύ τnς οδού Καραμουτζά και των Γεφυριών.

[
Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό του Άργους Αναγέννηση, στο τεύχ. Σεπ.-Οκτ. 1999, σ. 34].

ΥΓ [επιμ.]

Το 2008, ο Πατήρ Γεώργιος Σελλής δημοσίευσε το βιβλίο: Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους Σημειοφόρος και Θαυματουργός, Έκδοσις Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου, Άργος 2008. Σε αυτό δίνονται μερικές επιπλέον λεπτομέρειες για μια επιπλέον προσπάθεια ανάγνωσης, που έγινε 10 χρόνια αργότερα. Το παρακάτω απόσπασμα αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα της Αργολικής Βιβλιοθήκης, εδώ (σύνδεσμος):

«Αξίζει όμως να αναφερθούμε σε τμήματα αραβικής επιγραφής ανάγλυφης σε μάρμαρο, που έχουν ενσωματωθεί στην πρόσοψη του κεφαλόσκαλου, της νότιας πόρτας που εισάγει από την πλατεία στο ιερό Βήμα του ναού του αγίου Πέτρου. Οι διαστάσεις είναι συνολικά 0,96 Χ 0,20 m.
        Την επιγραφή την αποτύπωσα και την έστειλα τον Ιούνιο του 2001 μέσω του τ. διευθυντού του Υπουργείου Παιδείας Γεωργίου Αθ. Χώρα εις τον πρέσβη Παύλο Χιδίρογλου καθηγητή τουρκολογίας στο Ιόνιο πανεπιστήμιο. Η απάντηση ήταν πως πρόκειται περί αραβικής επιγραφής με κείμενο ειλημμένο από το κοράνιο. Μιλάει για τον πολυεύσπλαχνο Θεό, αλλά ο ακριβής εντοπισμός του χωρίου απαιτούσε αυτοψία από τον καθηγητή, διότι η αποτύπωση δεν ήταν απολύτως επιτυχής και το κείμενο δεν είναι ενιαίο. Έχουμε δύο κομμάτια με ενδιάμεσο τσιμέντο.
        Πάντως ο καθηγητής Παύλος Χιδίρογλου έβγαλε με βεβαιότητα την ημερομηνία της επιγραφής: κατά την τουρκική χρονολογία του έτους 1207,15 του μηνός Razar. Είναι ο έβδομος μήνας και αντιστοιχεί στη χριστιανική χρονολογία: 26 Φεβρουαρίου 1793».


Τάκης Μαύρος : Ένα αποτυχημένο προξενιό

Πάνε χρόνια πολλά από τότε που μου έφεραν δώρο ένα μικρό κουταβάκι. Ήταν ένα χαριτωμένο, παχουλό ζωάκι με πόδια χοντρά που έδειχνε ότι θα γινόταν μεγαλόσωμο.
        Μεγάλωσε κι ήρθε επιτέλους η ώρα να κάνει κι αυτό κουταβάκια. Ήταν τότε στο Άργος ο Παντελής ο Γυφτόπουλος, ένας πρώην αξιωματικός του ιππικού που είχε ένα χρυσοχοείο στην κεντρική αγορά της πόλης, κι ένα περιβόλι στο δρόμο Άργους - Πυργέλας, περίπου εκεί που ήταν το Αγρο­κή­πιο της Τράπεζας και πηγαινοερχόταν με το τελευταίο μόνιππο που κυκλο­φο­ρούσε στην Αργολίδα μ’ ένα κόκκινο άλογο. Στο περιβόλι του είχε κι ένα μαυριδερό μεγαλόσωμο τσοπανόσκυλο που μου φάνηκε κατάλληλο για γαμπρός για τη σκύλα μου.
        Πάω, βρίσκω στο χρυσοχοείο τον κ. Παντελή, και του λέω:
- Έρχομαι για ένα συνοικέσιο.
- Μπράβο, μου λέει, και μου πρόσφερε μια καρέκλα. Να το κουβεντιάσου­με!
- Δεν θέλει πολλές κουβέντες, του λέω, μόνο δώσε μου το τσοπανόσκυλο που έχεις στο περιβόλι για γαμπρό στη σκύλα που μου έχουν φέρει και που κι αυτή είναι έτσι μεγαλόσωμη.
- Να τον πάρεις, μου λέει, και με την ευχή μου.
        Είχα τότε ένα αυτοκινητάκι, που έβγαζες τα πισινά καθίσματα και γι­νό­ταν φορτηγάκι. Πήγα στο περιβόλι του Γυφτόπουλου, βρίσκω τον άνθρωπο που είχε εκεί και του λέω τον λόγο της επίσκεψης μου. Πήρε τον σκύλο, τον έδεσε σε μια αλυσίδα, τον βάλαμε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου και ξεκίνησα.
        Δεν είχα κάνει εκατό μέτρα, όταν ακούω πίσω μου θόρυβο από αλυσίδες και διάρροια του σκύλου, και με παίρνει και μια βρώμα. Γυρίζω και βλέπω ότι ήταν αργά πια. Ο σκύλος έμπαινε για πρώτη φορά στη ζωή του σ' αυτο­κί­νητο κι από το ταρακούνημα του χωριάτικου δρόμου και την ταραχή του, αλυσίδα, σκυλί και αυτοκίνητο είχαν καταπασαλειφθεί από τη διάρροια.
        Τι να έκανα; Ας τον πάω τώρα, σκέφτηκα, μια και τον έφερα ως εδώ και θα ιδούμε.
        Και είδαμε: μόλις έφτασε το αυτοκίνητο στο σπίτι, βγήκε η σκύλα να με υποδεχθεί, όπως συνήθως, αλλά όταν άνοιξα την πόρτα για να κατεβάσω τον γαμπρό, έπρεπε να βλέπατε πως στράβωσε τη μύτη της και γύρισε το κεφάλι της.
- Έλα, μωρή, να ιδείς τον λεβέντη που σου 'φερα!
Αυτή όμως χώθηκε μέσα στο καλυβάκι της και δεν ήθελε πια vα δει ούτε γαμπρό ούτε τη βρώμα του. Τραβηγμένος αυτός όσο του επέτρεπε η αλυ­σί­δα του, καθόταν δυστυχής με την ουρά στην κοιλιά του, μ' ένα ύφος απελ­πι­σμέ­νο, χωρίς καμία διάθεση ούτε για έρωτες ούτε για τέτοια. Το μόνο που ζητούσε ήταν... να φύγει. Και φύγαμε. Τον παρέδωσα στο αφεντικό του που γελούσε με την καρδιά του.
        Από τότε, που λέτε, έχει μείνει και ο λόγος:
    «Όλα του γάμου δύσκολα
    και ο γαμπρός (..)σμένος».

[Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Άργους Αναγέννηση (Σεπτ. – Οκτ. 1999, σ. 32)].

Saturday, May 24, 1997

Τάκης Μαύρος : Η ερωτική ζωή στα χρόνια του Ομήρου

 Έρωτας – Ο Πλατωνικός έρωτας – Ο γάμος: ο συζυγικός έρωτας, οικογένεια, προβλήματα, γκρίνιες – Πώς έβλεπαν οι άντρες της ομηρικής εποχής τις γυναίκες – Ο συζυγικός έρωτας και οι γκρίνιες - Άλλες πτυχές της Ομηρικής ψυχής – Ο σαρκικός έρωτας, – Οι γυναίκες – Χωρισμός των γυναικών κατά κατηγορίες – To sex – Τα νόθα – Απαγωγές – Ο έρωτας και το θέατρο – Sensualités raffinées (εκλεπτυσμένη ηδονή, απόλαυση) – Η ομοφυλοφιλία – Ο έρωτας σαν ποινή ή εκδίκηση – Η Ζήλεια – Αιμομιξίες


Ο Έρωτας

Μετά την διασφάλιση της επιβίωσης, το δεύτερο σημαντικό μέλημα στη ζωή ενός ομηρικού ήρωα ήταν ο Έρωτας. Εδώ – προς διευκόλυνση των αναγνωστών- θα πρέπει να χωρίσουμε το θέμα μας σε μικρότερα τμήματα, εξετάζοντας λεπτομερέστερα κάθε έκφανση της ερωτικής συμπεριφοράς.

Ο Πλατωνικός έρωτας

Πιστεύουμε πως στα Ομηρικά χρόνια δεν είναι δυνατόν παρά να υπήρχε και αυτή η σπανίζουσα μορφή έρωτα. Στα Έπη απαντούμε λίγους, ελάχιστους στίχους, όπου ο Όμηρος αναφέρεται σε κάτι που μοιάζει σ’ αυτό που πολύ αργότερα χαρακτηρίστηκε «πλατωνικός έρωτας», και που δεν είναι τίποτ’ άλλο από έναν έρωτα που από την αντιξοότητα των περιστάσεων δεν πρόλαβε να πάψει να είναι «πλατωνικός». Σ’ έναν τέτοιο στίχο, λοιπόν, βλέπουμε τη Βρισηίδα να οδηγείται στον Αγαμέμνονα «αέκουσα» (χωρίς την θέλησή της) (Ιλ. Α, 348). Και ήταν φυσικό, γιατί ο Αγαμέμνονας θα μπορούσε να ήταν και πατέρας της από απόψεως ηλικίας και ήταν και παντρεμένος. Αντίθετα με τον Αχιλλέα που άφηνε, που και νεότερος ήταν και ωραίος και ανύπαντρος και ο οποίος της άρεσε.

        ἅ τε παρθένος ἠΐθεός τε 
        παρθένος ἠΐθεός τ᾽ ὀαρίζετον ἀλλήλοιιν

        Νεαρούς να γλυκοκουβεντιάζουν

μας παρουσιάζει ο Όμηρος στους στίχους (Ιλ. Χ, 127) και είναι μια από τις τρυφερές εικόνες τις τόσο σπάνιες που συναντά κανείς στους συνεχώς οργισμένους και αιματόβρεχτους στίχους της Ιλιάδας. Να ακόμη μερικοί, σταχυολογημένοι και από τα δύο Έπη: 

  • Η θεά Ειδοθέα, κόρη του θαλασσινού Πρωτέα, ερωτεύεται τον Μενέλαο (Οδ. α, 366), αλλά οι σχέσεις τους αυτές παραμένουν σε πλατωνικό επίπεδο, αν κρίνει κανείς από όσα αφηγείται ο Μενέλαος επί παρουσία της γυναίκας του Ελένης.
  • Τελείως παιδιάστικη είναι η συμπεριφορά της Ναυσικάς όταν πρωτοσυναντά τον Οδυσσέα, και τη μια τον βλέπει «αείκελον» (ασκημομούρη), και την άλλη δε «θεοίσιν έοικεν» (έμοιαζε σαν θεός) (Οδ. ζ, 242). Η περίπτωση της Ναυσικάς πιστοποιεί για μια ακόμη φορά την αιώνια γοητεία των «γκρίζων κροτάφων» στις νεαρές ηλικίες, γιατί πουθενά ο Όμηρος δεν μας λέει αν ο Οδυσσέας ήταν ωραίος άντρας. Η Ναυσικά, παρ’ όλο τον ενθουσιασμό της, δείχνει αρκετά πεπειραμένη και σέβεται το τι θα πει ο κόσμος αν την δουν μ’ έναν άγνωστο (Οδ. ζ, 285). Δεν θέλει ν’ ακουστούν γι’ αυτήν τα κουτσομπολιά που η ίδια ομολογεί ότι κάνει για τις άλλες, που (Οδ. ζ, 288)
        ανδράσι μίσγηται, πριν γ’ αμφάδιον γάμον ελθείν,

δηλαδή:

        που δίχως του πατέρα τους τη γνώμη και της μάνας 
        και πριν ακόμη παντρευτούν με τα παλικάρια σμίγουν

        Άγνωστο για ποιους λόγους, το πιθανότερο είναι για καθαρά καιροσκοπικούς, ο Οδυσσέας, όλως απρόσμενα για ένα πρόσωπο σαν κι αυτόν, στα αισθήματα της Ναυσικάς, κρατά μια αξιοπρεπή αρνητική στάση και περιορίζει σε στενά πλατωνικά πλαίσια, παρ’ όλες τις παροτρύνσεις του πατέρα της Αλκίνοου, που προσπαθεί να την παντρέψει την κόρη του «άρων των αρών» που λένε.
        Άσχετα τώρα από όλα αυτά, εννοώ τις γεμάτες δυσπιστία σκέψεις, που μπορεί να είναι χρήσιμες και απαραίτητες στην καθημερινή ζωή αλλά δεν είναι διόλου ευχάριστες, ο Όμηρος στο επεισόδιο αυτό του έρωτα της Ναυσικάς για τον Οδυσσέα, βρίσκει την ευκαιρία να γράψει ανεπανάληπτους σε χάρη και τρυφερότητα στίχους. Παρουσιάζει τη Ναυσικά ακουμπισμένη στην παραστάδα μιας πόρτας να περιμένει να βγει ο Οδυσσέας από το λουτρό. Του λέει κοιτώντας τον μ’ αγάπη (Οδ. ε, 457)

        Καλό σου ταξίδι ξένε, και θυμήσου σαν φτάσεις 
        στην πατρίδα σου, πως τη ζωή σου μου χρωστάς

Μια άλλη σκηνή γεμάτη λεπτότατο λυρισμό, είναι εκείνη του αποχαιρετισμού του Οδυσσέα και της Κίρκης. Να την δούμε πρώτα στο κείμενο και κατόπιν την μεταφράζουμε (Οδ., μ 32):

        οἱ μὲν κοιμήσαντο παρὰ πρυμνήσια νηός,
        ἡ δ᾽ ἐμὲ χειρὸς ἑλοῦσα φίλων ἀπονόσφιν ἑταίρων
        εἷσέ τε καὶ προσέλεκτο καὶ ἐξερέεινεν ἕκαστα·
        αὐτὰρ ἐγὼ τῇ πάντα κατὰ μοῖραν κατέλεξα.

Και του λέει η Κίρκη:

        Ταύτα μεν ουν πάντα πεπείρανται, συ δ’ άκουσον.

Και η μετάφραση:


        Τότε όλοι κοιμηθήκανε κοντά στα παλαμάρια 
        κι αυτή απ’ το χέρι μ’ έπιασε κι αλάργα από τους συντρόφους 
        με κάθισε και στρίμωνε κοντά μου και ρωτούσε
        κι εγώ όλα της τα ιστόρησα με τάξη κι όπως ήταν.

Και του λέει η Κίρκη:

        Έτσι όλα αυτά τελειώσανε, μον’ άκουσέ με τώρα.

Πιο γαλήνιο, πιο αξιοπρεπή χωρισμό, είναι δύσκολο να διαβάσει κανείς.

Ο γάμος: ο συζυγικός έρωτας, οικογένεια, προβλήματα, γκρίνιες

Ο γάμος με μια γυναίκα, τη νόμιμη σύζυγο, έπαιζε έναν ξεχωριστό και σημαντικό ρόλο στη ζωή των Ομηρικών ανθρώπων. Στην απόφαση για ένα γάμο, έστω και ελεύθερου ανθρώπου, φαίνεται πως παρενέβαιναν και άλλοι παράγοντες, εκτός από τους συναισθηματικούς, αν υπήρχαν κι αυτοί πιθανόν οικονομικοί, ταξικοί που είναι το ίδιο. Ο Αχιλλέας περιμένει να τον παντρέψει ο πατέρας του (Ιλ. I, 393-99):

        Γιατί εμένα αν γυρίσω σπίτι μου, 
        μια φορά ο Πηλέας έπειτα, θα με παντρέψει ο ίδιος… 
        Εκεί που βρισκόμουν ακόμα, πάρα πολύ το τραβούσε η ψυχή μου 
        να παντρευτώ γυναίκα με στεφάνι. Μια που να μου ταιριάζει

        Παρ’ όλον ότι ο Αχιλλέας είχε ήδη στη Σκύρο ένα γιο, τον Νεοπτόλεμο (Ιλ. Τ, 327). Κατά μείζονα λόγο αυτό ίσχυε για τα κορίτσια που έπρεπε να έχουν τη γνώμη του πατέρα και της μάνας τους. Αν και απ’ αυτά που λέει η Ναυσικά (Οδ. ζ, 286), δεν ήταν πάντα απαραίτητο.
        Τη γυναίκα το στεφάνι του γάμου την καθιστούσε πρόσωπο σοβαρό, που έπρεπε να έχει ξεχωριστή εκτίμηση. Ο Μενέλαος κατηγορεί τους Τρώες ότι του έκλεψαν «κουριδίην άλοχον», γυναίκα δηλαδή επίσημη, νόμιμη, στεφανωμένη, και αυτό ήταν σοβαρότερο από την αρπαγή μιας οποιασδήποτε άλλης γυναίκας (Ιλ. Ν, 626). Να υποθέσουμε ότι η σπουδαιότητα που απέδιδαν στο πρόσωπο της νόμιμης συζύγου, της «στεφανωμένης», είχε σχέση με τη στερεή δομή της οικογένειας και των οικογενειακών και κοινωνικών δεσμών που έπαιζαν τότε, αλλά και σήμερα, τόσο σημαντικό ρόλο; Είναι μια σκέψη. Μια άλλη είναι ότι τη νόμιμη σύζυγο την αγόραζαν ουσιαστικά, και η απώλειά της σήμαινε την απώλεια σημαντικού περιουσιακού στοιχείου. Πέραν όμως απ’ αυτές τις ρεαλιστικές σκέψεις, υπήρχαν και ηθικά παραγγέλματα, τουλάχιστον στην επιφάνεια, όπως εκείνο του στίχου (Ιλ. I, 341), που συμβουλεύει:

        Ο γνωστικός άντρας πρέπει ν’ αγαπάει τη γυναίκα του, κι αν ακόμα την άρπαξε στον πόλεμο.

Η απουσία της γυναίκας τους τούς κόστιζε πολλαπλώς (Ιλ. Β, 292)

        Γιατί κι ένα μόνο μήνα μένοντας κανείς μέσ’ το πολύκουπο καράβι του 
        μακριά από τη γυναίκα του στενοχωριέται»

Και ο Σαρπηδόνας λέει στον ‘Εκτορα (Ιλ. Ε, 480),

        … (άφησα στη Λυδία) γυναίκα αγαπημένη και γιο μωρό 

Η Πηνελόπη επίσης (Οδ. α, 343)

        …τον άντρα μου ποθώ και αιώνια τον θυμούμαι

Και μάλιστα τον ονειρεύεται:

        Αυτή τη νύχτα πάλι εγώ, τον είχα στο πλευρό μου 
        ως ήταν όταν έφυγε με το στρατό και τόσο 
        χαιρόμουν, που είπα αληθινό, κι όχι όνειρο πως ήταν

        Βέβαια υπήρχαν και καθυστερημένες και ύποπτες συζυγικές αγάπες. Και βλέπουμε έτσι την Ελένη, όταν η πλάστιγγα έγειρε προς το μέρος των Αχαιών και οι Τρωαδίτισσες άρχισαν τα μοιρολόγια, να δηλώνει χωρίς καμιά συστολή (Οδ. λ, 268):

        μα εγώ πετούσα από χαρά, γιατί είχε πια γυρίσει
        μέσα η καρδιά μου, κι ήθελα στο σπίτι να γυρίσω

Αυτά έλεγε ξεδιάντροπα η Ελένη, οπότε αναγκάζεται ο Μενέλαος να της πει εις επήκοον όλων (Οδ. δ, 277-9):

        τρεις γύρους το’ φερες το κουφωτό λημέρι (το δούρειο ίππο), 
        το ψηλαφούσες κι έκραζες των Δαναών τους πρώτους με τ’ όνομά τους, 
        τη φωνή των γυναικών τους ίδια κάνοντας 

        Τέλος μιαν έντονη επιθυμία ν’ αποκτήσουν γυναίκα, και μάλιστα όμορφη, είχαν και οι δούλοι (Οδ. ξ, 63). Σπίτι και γυναίκα υπόσχεται ο Οδυσσέας στον Εύμαιο και τον Φιλοίτιο αν τον βοηθούσαν να ξεκάνει τους Μνηστήρες (Οδ. φ, 213).
        Όλα αυτά ήσαν βέβαια καλά και ωραία, υπό τον όρον ότι οι σχέσεις του ζεύγους ήσαν αγαθές, κάτι που το εύχεται ο Οδυσσέας στη Ναυσικά (Οδ. ζ, 182):

        Γιατί δεν έχει πιο όμορφο παρ’ όταν 
        με μια γνώμη αγαπημένο αντρόγυνο, 
        φροντίζει για το σπίτι

        Φυσικά δεν έλειπαν οι mariages de raison ( γάμοι κατά συνθήκην). Σε μια τέτοια περίπτωση η Θέτις μέμφεται την τύχη της γιατί ο Δίας την πάντρεψε με τον Πηλέα, και παραπονιέται (Ιλ. Σ, 433-4):

        υπομονεύτηκα να πλαγιάζω μ’ άνθρωπο (θνητό) 
        μ’ όλο που δεν το ήθελα καθόλου 

        Μια εξήγηση, από πολλές άλλες, είναι και γιατί το παιδί της θα γεννιόταν «θνητό». Κατά την ημέρα του γάμου όλοι γιόρταζαν, και χάριζαν δώρα σ’ αυτούς που έρχονταν να πάρουν τη νύφη (Οδ. ζ, 27). Όταν μπορούσε ο πατέρας, έδινε κάποια προίκα στην κόρη του, που παντρευόταν, υπό την μορφή δώρων (Ιλ. I, 290).
        Και μια και μιλήσαμε για δώρα, ας προσθέσουμε, πως σπουδαίο δώρο εθεωρείτο μια μαύρη προβατίνα με το αρνάκι της (Ιλ. Κ, 215). Αντίθετα η ημέρα της επιστροφής της χήρας, αλλ’ ασφαλώς και της ζωντοχήρας, αν και στον Όμηρο δεν αναφέρεται καμία περίπτωση διαζυγίου ή αποπομπής συζύγου, η ημέρα αυτή ήταν ημέρα συμφοράς. Τις κατάρες της αποπεμπομένης χήρας, συνόδευαν η οργή των θεών και των ανθρώπων (Οδ. β, 135). Αν όμως η απερχόμενη χήρα είχε εξασφαλίσει την αντικατάσταση του μακαρίτη, τότε η συμπεριφορά της σκληρυνόταν. Από εκεί κει πέρα έπρεπε να καταβληθεί ειδική προσοχή και μεταχείριση. Γι’ αυτό και η Αθηνά συμβουλεύει τον Τηλέμαχο (Οδ. ο, 14):

        Μον’ ζήτα απ’ τον βροντόφωνο Μενέλαο 
        να σε στείλει να βρεις ακόμα σπίτι σου την ακριβή σου μάνα, 
        γιατί της λέν’ τ’ αδέρφια της κι ο γέρος της πατέρας 
        να πάρει τον Ευρύμαχο, που τους Μνηστήρες όλους περνά στα δώρα, 
        κι έδωσε χιλιάδες γαμοπροίκια, 
        μη σου τ’ αδειάσει φεύγοντας το σπίτι άθελά σου. 
        Γιατί την ξέρεις την καρδιά πώς είναι της γυναίκας. 
        Το σπίτι εκείνου προσπαθεί να τ’ αρχονταίνει μόνο που θα την πάρει, 
        και ξεχνά τα πρώτα τα παιδιά της 
        και μήτε πια τον νοιάζεται τον πεθαμένο άντρα

        Αλοίμονο. Πόσα περισσότερα ήξερε η καημένη η Αθηνά από όσα μαθαίναμε εμείς στο σχολειό για την «πιστή Πηνελόπη».

        Γιος του πως είμαι (του Οδυσσέα) η μάνα μου μού λέει, 
        μα εγώ δεν ξέρω, γιατί τη φύτρα του κανείς δεν την γνωρίζει ο ίδιος,

λέει ο μόλις εικοσαετής αλλά σοφός ήδη Τηλέμαχος στην Αθηνά (Οδ. α, 215).

Πώς έβλεπαν οι άντρες της ομηρικής εποχής τις γυναίκες

Οι γνώμες που είχαν οι άνδρες της ομηρικής εποχής για τις γυναίκες δεν ήταν πάντα κολακευτικές γι’ αυτές:

        Άλλο πιο άπονο θεριό δεν έχει από τη γυναίκα

μας διαβεβαιώνει ο Αγαμέμνων (Οδ. λ, 426), και ίσως με το δίκιο του. Γι’ αυτό και συμβουλεύει (Οδ. λ, 441-3):

        Γι’ αυτό ποτέ σου μη σταθείς καλός πια σε γυναίκα 
        μήτε να της εμπιστευτείς το μυστικό που ξέρεις 
        μόν’ άλλα να της λες, κι άλλα στο νου να κρύβεις 

        Κατά της Κλυταιμνήστρας καταφέρεται και η ψυχή του Αμφιμέδοντα – ενός από τους Μνηστήρες (Οδ. ω,200-2) 

        που άφησε στων θηλυκών το γένος, 
        φήμη κακή που να μισούν και τις καλές ακόμα.  

        Ο Ήφαιστος καταφέρεται εναντίον της μάνας του της Ήρας και την αποκαλεί «κυνώπιδα», δηλαδή σκυλομούρα, γιατί, επειδή ήταν κουτσός, τον είχε πετάξει μακριά όταν ήταν μικρός (Ιλ. Σ, 397). 
        Μερικές φορές οι καταγγελίες αυτές, είχαν και κάποια δόση αλήθειας, κάποια βάση. Η Μελανθώ, επί παραδείγματι, η πιο όμορφη από το υπηρετικό προσωπικό των ανακτόρων, το είχε παρακάνει. Γιατί, παρ’ όλον ότι η Πηνελόπη τη μεγάλωσε σαν κόρη της και της χάριζε διάφορα αξεσουάρ, αυτή η αχάριστη (Οδ. σ, 325):

        Ευρυμάχω μισγέσκετο και φιλέεσκεν
        (Ευτυχισμένη πλάγιαζε με τον Ευρύμαχο).

        Ο αναγνώστης, αν θέλει να εξηγήσει την μορφή της Πηνελόπης, θα πρέπει να ανατρέξει λίγο παραπάνω (Οδ. ο, 14), εκεί όπου ο Ευρύμαχος περιγράφεται ως εξαιρετικά γαλαντόμος και στις αγκάλες του οποίου φαίνεται ότι ήταν έτοιμη να πέσει η Πηνελόπη, και χωρίς τις παραινέσεις του πατέρα της και των αδελφών της.

Ο συζυγικός έρωτας και οι γκρίνιες

Παρ’ όλες τις πικρές γνώμες που είχαν οι άντρες για το γυναικείο φύλο, τις γυναίκες τις παντρεύονταν. Και εξακολουθούν να τις παντρεύονται ακόμη μέχρι των ημερών μας. Η πλάνη ξεκινά – ξεκινούσε μάλλον – από τη ροζ εικόνα μιας γυναικούλας καθισμένης με τα παιδάκια της γύρω από κάποιο τραπέζι. Αλλ’ αν κρίνει κανείς από τα συμβαίνοντα στα τραπέζια στον Όλυμπο, μπορεί να σχηματίσει μιαν εικόνα και για το τι γινόταν στα σπίτια των κοινών θνητών. Η σκηνή, και τότε όπως και τώρα, άρχιζε πρώτα-πρώτα με μια ελαφρά γκρίνια.
        Δίας και Ήρα : Ο Δίας τρέμει κυριολεκτικά τη γκρίνια της Ήρας, γιατί τόλμησε η ανιψιά του η Θέτις να του ζητήσει μια χάρη (Ιλ. Α, 51 ) και κάνει ό,τι μπορεί για να την αποφύγει. Τελικά δεν την αποφεύγει. Η Ήρα τον είδε και ζητά να μάθει τι είπαν μεταξύ τους. Ο Δίας αρνείται να δώσει εξηγήσεις και της απαγορεύει να αναμιγνύεται στις δουλειές του. Η Ήρα βγάζει μια γλώσσα τόση, τον αποκαλεί «δολομήτη», δηλαδή πανούργο (Ιλ. Α, 540-3), και ο Δίας οργίζεται (Ιλ. Α, 561 κ.ε.).

        Δαιμόνια, όλο νομίζεις, και ποτέ δεν έκανα κάτι χωρίς να το μάθεις. 
        Μ’ αυτά που κάνεις δεν κερδίζεις 
        παρά να βγεις περισσότερο από την καρδιά μου… Θα κάνω ό,τι μ’ αρέσει. 
        Και κοίτα να μη σε πιάσω στα χέρια μου

Η Ήρα «ακέουσα καθήστο», κάθισε χωρίς να βγάλει μιλιά (Ιλ. Α, 569). Επεμβαίνει ο γιος της ο Ήφαιστος, που λέει της Ήρας (Ιλ. Α, 570-74):

        Σώπαινε και κάνε υπομονή, μη σου δώσει κανένα χέρι ξύλο 
        και δεν μπορώ να βλέπω να σε δέρνουν, 
        και μας αναποδογυρίσει το τραπέζι 
        και δεν φάμε μια πιρουνιά γλυκό φαΐ 

Αλλά μετά τον καυγά οι σχέσεις αποκατεστάθησαν, και όταν ο Δίας πήγε να κοιμηθεί ανέβηκε στο κρεβάτι και ξάπλωσε δίπλα του και η Ήρα (Ιλ. Α, 611), και une reconciliation vaut toujours la peine de la dispute ( Για μια συμφιλίωση αξίζει τον κόπο να φιλονικήσεις). Παρ’ όλα αυτά οι σχέσεις του θεϊκού ζεύγους παρέμεναν πάντα τεταμένες.

        Με την Ήρα δεν συγχύζομαι τόσο ούτε θυμώνω, 
        γιατί πάντα συνηθίζει να εναντιώνεται σ’ ό,τι κι αν πω

καταλήγει απελπισμένος ο Δίας (Ιλ. Ε, 407). Το οξύθυμο του Διός είναι και άλλοθεν γνωστόν. Ο Άρης μαθαίνει το θάνατο του γιου του Ασκάλαφου, και οργισμένος απειλεί ότι θα παρακούσει τις εντολές του Δία, και θα πάει να τιμωρήσει τους Αχαιούς. Η πάντα σοφή Αθηνά τον συμβουλεύει (Ιλ. Ο, 131-7):

        Άφησε τα τώρα αυτά. Θέλεις να μας δώσεις τίποτα λαχτάρες; 
        Γιατί τον ξέρεις. Είναι άξιος (ο Δίας) 
        να αφήσει τους Τρώες και τους Αχαιούς, 
        και να’ρθη εδώ απάνω στον Όλυμπο, και να μας αρπάξει έναν- έναν

        «Ος τ’ αίτιος ος τε και ουκί»
        (Αυτόν που έφταιγε και αυτόν που δεν έφταιγε)

        Στους ελεεινούς αυτούς τρόπους δεν υστερούσε και η γυναίκα του Δία, η Ήρα, η οποία σε μια στιγμή οργίζεται με την Άρτεμη, της παίρνει το τόξο και τη δέρνει μ’ αυτό (Ιλ. Τ, 491).
        Παράλληλα όμως με τους καυγάδες, υπήρχαν και στιγμές γαλήνης, έστω και επιφανειακής. Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας απατηλής στιγμής, η Ήρα προσπαθεί ν’ αποκοιμήσει τον Δία, ώστε να μπορέσει να συνδράμει τους προστατευόμενούς της τους Αχαιούς, παρ’ όλον ότι ο Δίας είχε διατάξει στους θεούς αυστηρή ουδετερότητα (Ιλ. Θ, 10-1, Ξ, 311-352).
        Παρφουμαρισμένη και συνοδευόμενη από τον θεό Ύπνο, με τον οποίον είχε προηγουμένως συνεννοηθεί, ανεβαίνει στην κορυφή Γάργαρο της Ίδης, απ’ όπου ο Δίας παρακολουθούσε τα διατρέχοντα στην Τροία (Κάτι σαν πύργο ελέγχου ας πούμε). Μόλις την είδε ο Δίας, ο έρωτας του θόλωσε το νου, σαν τότε που μικρά παιδιά πρωτόσμιγαν ερωτικά πηγαίνοντας κάθε τόσο στο κρεβάτι κρυφά από τους γονείς τους (Ιλ. Ξ, 295). 

        «Πώς από δω;» 

τη ρωτά. Κι αυτή δίνει μιαν αόριστη και παραπλανητική απάντηση. Ότι δήθεν πάει να κάνει επίσκεψη στους θετούς γονείς της, τον Ωκεανό και την Τηθή, γιατί έχουν αρχίσει τους καυγάδες και δεν κοιμούνται πια στο ίδιο κρεβάτι, και πάει να τους συμφιλιώσει, και ότι ήρθε να του το πει ότι θα λείπει για να μην ανησυχεί. Ο Δίας δείχνει ότι πείθεται, αλλά δεν παραιτείται από το σκοπό του, και της λέει: 

        «Ήρα, εκεί μπορείς να πας κι αργότερα. 
        Έλα τώρα να πλαγιάσουμε και να χαρούμε τον έρωτα, 
        γιατί ποτέ ως τώρα δεν είχα μια τόσο έντονη ερωτική διάθεση 
        σαν κι αυτήν, ούτε με τις άλλες 

        (κι αναφέρει σωρεία δεσμών του με διάφορες θεές και θνητές)

        ούτε και με σένα

Η Ήρα φέρνει αντιρρήσεις (Ιλ. Ξ, 340) :  

        Όχι, όχι εδώ, γιατί μας βλέπουν. Να πάμε σπίτι,

        επεί νυ τοι εύαδεν ευνή
        (αφού πεθύμησες κρεβάτι

        Τελικά βρίσκεται μια άλλη λύση που συμβίβαζε και το επείγον του πράγματος αλλά και τη σεμνοτυφία της Ήρας. Ξαπλώνουν πάνω στη φρέσκια χλόη,

        λωτόν θ’ ερσήεντα (δροσερόν) ιδέ κρόκον, η δ’ υάκινθον

πυκνό και μαλακό, και τυλίγονται μ’ ένα χρυσό σύννεφο αδιαπέραστο από τις ακτίνες του ήλιου, και πολύ περισσότερο από τα αδιάκριτα βλέμματα, χωρίς να σκεφτεί ο Δίας ότι τυλιγμένον μέσα στο χρυσό σύννεφο δεν τον έβλεπαν, βέβαια, αλλά δεν έβλεπε κι εκείνος τι γινόταν στην Τροία. 
        Δαμασμένος από τον έρωτα και τον ύπνο ο Δίας κοιμόταν ήσυχος, κρατώντας στην αγκαλιά του την Ήρα. Ο Ύπνος, δασκαλεμένος από πριν, τρέχει και ειδοποιεί τον Ποσειδώνα που προστάτευε τους Αχαιούς. Οι τελευταίοι περνούν στην αντεπίθεση και απωθούν τους Τρώες μέχρι τα τείχη της πόλης τους.
        Εκείνη τη στιγμή ξυπνά ο Δίας, πετάγεται πάνω, βλέπει τον Ποσειδώνα με το μέρος των Αργείων, αγριοκοιτάζει την Ήρα και της λέει (Ιλ. 9,14) :

        πολύ πρόστυχος ήταν ο δόλος σου Ήρα 
        και δεν ξέρω αν δε σε ξαναδείρω με το λουρί. 
        Ή μήπως ξέχασες τότε που σε κρέμασα ψηλά από τα πόδια;

Την απειλεί ότι θα της κάνει και άλλα πολλά για να σταματήσει τις απάτες, και για να δει ότι δεν θα κερδίσει τίποτα με τον έρωτα και το κρεβάτι (Ιλ. Ο, 32-33)

        ην (ευνήν) εμίγης ελθούσα θεών άπο και με ηπάτησας». 

Η Ήρα προσποιείται την τρομαγμένη, και του ορκίζεται στο «στεφάνι» τους (Ιλ. Ο, 40)

        το μεν ουκ αν εγώ ποτέ μαψ ομόσαιμι
        (που πάνω του ποτέ όρκο ψεύτικο δεν παίρνω

πως όλα αυτά τα έκανε ο Ποσειδώνας! Ο Δίας χαμογελάει και… έκτοτε η ιστορία συνεχίζεται.

Άλλες πτυχές της Ομηρικής ψυχής

Παρ’ όλον ότι οι ομηρικοί ήρωες και ο κόσμος τους ζούσαν σ’ ένα σκληρό περιβάλλον, και για να μπορέσουν να επιβιώσουν έπρεπε να είναι ψυχικά ανάλογα προετοιμασμένοι, εν τούτοις βλέπουμε και σκηνές που φωτίζουν και από άλλη πλευρά την ομηρική ψυχή. Ο Αχιλλέας αγαπάει τη μητέρα του, και το δείχνει. Σε στιγμές μεγάλης θλίψης προσεύχεται σ’ αυτήν (Ιλ. Α, 351). Ο Χρύσης προσφέρει λύτρα αμέτρητα για να πάρει πίσω τη Χρυσηΐδα, την κόρη του. (Ιλ. Α, 13).
        Και σε πολλές άλλες περιπτώσεις βλέπουμε μέσα σ’ εκείνες τις θηριώδεις ψυχές ότι κρύβονταν και τρυφερότητα λίγη ή πολλή, κυρίως για συγγενείς εξ αίματος, πρώτου, το πολύ και δεύτερου βαθμού. Δεν έλειπαν όμως και οι οπορτουνιστικές σκέψεις. Άλλωστε είναι κι αυτές τόσο ανθρώπινες. Η χήρα Βρισηίδα κλαίει και χτυπιέται πάνω στο νεκρό του Πάτροκλου, γιατί της είχε υποσχεθεί ότι θα… την πάντρευε με τον Αχιλλέα, που είχε σκοτώσει τον άντρα και τρία αδέλφια της (Ιλ. Τ, 287-98).
        Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις άγριου μίσους. Ο Αγαμέμνων παραπονείται για τη συμπεριφορά της γυναίκας του και την αποκαλεί «σκύλα» (Οδ. λ, 409). Σε μιαν άλλη σκηνή μας δίνει ο Όμηρος τη φοβερή εικόνα μιας μάνας, της Αλθαίας, να κλαίει, και γονατισμένη να χτυπάει τη γη με τα χέρια της, καλώντας τον Άδη και την Περσεφόνη να σκοτώσουν το γιο της τον Μελέαγρο, επειδή της είχε σκοτώσει στη μάχη τον αδελφό της (Ιλ. I, 587-8).

Ο σαρκικός έρωτας, το sex

Αναφέραμε πάρα πάνω τον πλατωνικό έρωτα και τον συζυγικό οικογενειακό έρωτα, έτσι όπως τους απαντούμε στα Έπη. Μένει τώρα ν’ ασχοληθούμε και με τον σαρκικό έρωτα, αυτόν που διεθνώς πια ονομάζουμε sex και που απασχολεί σημαντικό αριθμό στίχων. Σ’ αυτόν τον έρωτα μπορούσε βέβαια να συνυπάρχει και η τρυφερότητα, η αγάπη, η συμπάθεια ή κάποιο άλλο ευγενές αίσθημα, αλλά δεν ήταν αναγκαίο.

Οι γυναίκες

Τις γυναίκες τις αποκτούσαν 
  • ή με το σπαθί τους, και οι εκστρατείες είχαν σχεδόν αποκλειστικό σκοπό την αρπαγή γυναικών (Οδ. λ, 403). Οι σκηνές του Αγαμέμνονα είναι γεμάτες με γυναίκες (Ιλ. Β, 225). Και ο Αχιλλέας απειλεί ότι θα φορτώσει τα καράβια του με χαλκό, χρυσάφι, σίδερο και όμορφες γυναίκες, και θα φύγει για την πατρίδα του (Ιλ. I, 365), 
  • ή τις κέρδιζαν στους αγώνες όταν έπαθλο ήταν μια ή περισσότερες γυναίκες. Ένα αμάξι με δυο άλογα ή μια γυναίκα του κρεβατιού αθλοθετεί ο Αγαμέμνων (Ιλ. Ε, 291). Ένα τρίποδα ή μια γυναίκα αθλοθετούν όταν πεθάνει κανένας τρανός (Ιλ. Χ, 164). Επτά γυναίκες που να ξέρουν λεπτές εργασίες προσφέρει ο Αγαμέμνων στον Αχιλλέα για να τον εξευμενίσει (Ιλ. I, 270), και του υπόσχεται άλλες είκοσι μετά την κατάληψη της Τροίας. Χώρια που του χαρίζει και μια από τις τρεις κόρες του, όποια θέλει (Ιλ. I, 284). Ένας τρίποδας με αφτιά και μια καλή γυναίκα, ειδικευμένη σε λεπτές εργασίες, ορίζεται σαν πρώτο έπαθλο στους αγώνες αρματοδρομίας που οργάνωσε ο Αχιλλέας κατά την ταφή του Πάτροκλου (Ψ, 263). 
  • Άλλοτε πάλι τις αγόραζαν, κι έτσι βλέπουμε τον Ιφιδάμα, να πληρώνει για τη γυναίκα του, την κόρη του Κισσέα, 100 βόδια, και υπόσχεται και 1000 γιδοπρόβατα (Ιλ. Λ, 244). Την Ευρύκλεια, «που μόλις είχε βγάλει χνούδι», την αγόρασε ο Λαέρτης για 20 βόδια (Οδ. α, 430). Κατά κανόνα, για να πάρουν μια γυναίκα έπρεπε να πληρώσουν, με μοναδική εξαίρεση τον Αγαμέμνονα, που υπόσχεται να δώσει πολλά στον Αχιλλέα, αν θελήσει να παντρευτεί μια από τις τρεις κόρες του (Ιλ. I, 148) [ΣΗΜ.: Ο Αγαμέμνων αναφέρεται στις τρεις κόρες του, την Ηλέκτρα, την Χρυσόθεμι και την Λαοδίκεια. Την άλλη κόρη του, την Ιφιγένεια είχε θυσιάσει στην Αυλίδα]. Ένας από τους λόγους που οι Μνηστήρες αποφεύγουν να πάνε να ζητήσουν την Πηνελόπη επίσημα από τους δικούς της, τον πατέρα της Ικάριο και τ’ αδέρφια της είναι και αυτός. Το ότι δηλαδή έπρεπε να πληρώσουν για να την πάρουν και μάλιστα πολλά (Οδ. β, 52), χώρια που το δικαίωμα επιλογής το είχε ο Ικάριος. Ενώ πολιορκώντας την στην Ιθάκη, και πιο ευχάριστα περνούσαν και δεν πλήρωναν ούτε μια δραχμή.
Χωρισμός των γυναικών κατά κατηγορίες

Τις γυναίκες τις χώριζαν σε τρεις κατηγορίες, τρεις ποιότητες:  
  • Η πρώτη περιελάμβανε τις γυναίκες του κρεβατιού, που ήσαν και οι ακριβότερες. 
  • Η δεύτερη εκείνες που ήξεραν να πάρουν τα χέρια τους και να κάνουν κάποια λεπτή εργασία. Και τέτοιες περίφημες ήσαν οι γυναίκες της Λέσβου (Ιλ. I, 270), και της νήσου των Φαιάκων (Οδ. η, 109-10), αν και από αυτές τις τελευταίες, σκλάβες δεν αναφέρονται. 
  • Και τέλος, η τρίτη κατηγορία, όλες τις άλλες, που τις χρησιμοποιούσαν κυρίως για να αλέθουν στους χειρόμυλους (Οδ. υ, 110), και άλλες χοντροδουλειές. Μερικές προορίζονταν για πιο σύνθετες ασχολίες. Ο Αγαμέμνων θέλει τη Χρυσηΐδα και για να υφαίνει και για να κοιμάται μαζί του (Ιλ. Α, 31).
        Εκτός από μια περίπτωση, δεν αναφέρονται γυναίκες σε γεωργικές εργασίες, κάτι που αργότερα ήταν ο κανόνας. Η εξαίρεση είναι εκείνη όπου η δούλα του πατέρα του Εύμαιου συνελήφθη από ληστές «αγρόθεν ερχομένη» (Οδ. β, 427). Δεν είναι αρκετά ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο, αλλά δεν έχουμε κι άλλο.
        Και για να σχηματίσουμε μιαν ιδέα, έστω και αμυδρά, του κόστους μιας γυναίκας θα προσθέσουμε την εξής πληροφορία. Ένας μεγάλος τρίποδας άξιζε τόσο όσο και 12 βόδια, μια σκλάβα καλή, τέσσερα βόδια (Ιλ. Ψ, 702). Και στο Ιλ. Ψ, 752 μαθαίνουμε πως ένα βόδι άξιζε μισό χρυσό τάλαντο. Από τις πληροφορίες αυτές, κάνοντας μιαν αναγωγή του βοδιού σε πιθανή ποσότητα κρέατος, έχουμε μια πολύ θολή πληροφορία για το ποια ήταν η αγοραστική αξία του τάλαντου, και ποια μιας σημερινής καλής γυναίκας.
        Εκτός των αρετών που αναφέρθηκαν πάρα πάνω, και η παρθενία ήταν ένας συντελεστικός παράγων στην κοστολόγηση μιας γυναίκας (Ιλ. I, 132). Ο Αγαμέμνων υπόσχεται ότι η Βρισηίδα είναι απείραχτη όταν την επιστρέφει στον Αχιλλέα (Ιλ. I, 276),

        παρ’ όλον ότι το αντίθετο είναι φυσικό να γίνεται ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες

        Πλην της παρθενίας, το ανάστημα, η επιδεξιότητα στα χέρια, το μυαλό, τα έργα, έπαιζαν αποφασιστικό ρόλο στον Αγαμέμνονα, και γι’ αυτό δηλώνει ότι προτιμά τη Χρυσηΐδα από την Κλυταιμνήστρα (Ιλ. Α, 113).
        Τέλος και η ομορφιά ήταν ένας σημαντικός παράγοντας, και φυσικά όμορφες γυναίκες εθεωρούντο -ποιες άλλες; – οι Μωραΐτισσες. «Αχαΐδα καλλιγύναικα» αναφέρει ο Όμηρος (Ιλ. Γ, 75, 258). Και τα νιάτα, φυσικά, έπαιζαν κι αυτά το ρόλο τους. Και ο Οδυσσέας είχε την ειλικρίνεια να δηλώσει στην Καλυψώ (Οδ. ε, 215-16):

        Συμπάθα λατρευτή θεά. Καλά κι εγώ το ξέρω 
        σαν πόσο φαίνεται άσχημη μπροστά σου η Πηνελόπη 
        στ’ ανάστημα και τη μορφή, τις δυο σας όποιος συγκρίνει 
        θνητή είναι εκείνη, μα θεά κι αγέραστη είσαι ατή σου» 

To sex

Φαίνεται πως στο σημείο αυτό οι ομηρικοί ήρωες είχαν προχωρημένες αντιλήψεις. Γι’ αυτό και η Θέτις συνιστά στο γιο της Αχιλλέα (Ιλ. Ω, 130):

        Αγαθόν δε γυναίκα περ’ εν φιλότητι μίσγεσθαι
        (γιατί είναι καλό να συνευρίσκεται κανείς με γυναίκα που αγαπά)

Συμβουλή που δεν πάει χαμένη, γιατί ο Αχιλλέας, παρ’ όλα τα κλάματα για τον Πάτροκλο, παίρνει και τη Βρισηίδα δίπλα του, όταν πέφτει να κοιμηθεί, για να τον πάρει ο ύπνος (Ιλ. Ω, 676). Αυτή η σύσταση της Θέτιδας εύρισκε πλήρη εφαρμογή, όχι μόνο στους άντρες, αλλά και στις κοπέλες, για τις οποίες γράφει ο Όμηρος (Οδ. ο, 421):

        ευνή και φιλότητι, τας τε φρένας ηπεροπεύει 
        θηλυτέρησι γυναιξί, και η κ’ ευεργός έησιν

που θα πεί:

        (το κρεβάτι και ο έρωτας) τα κάνουν αυτά, 
        τα μυαλά των κοριτσιών να στρίψουν κι ας ήταν πρώτα φρόνιμα 

        Τη συμβουλή που είπαμε πάρα πάνω ότι η Θέτις έδωσε στο γιο της τον Αχιλλέα, την είχε από τον πατέρα της τον Δία, του οποίου οι κατακτήσεις υπερβαίνουν σε αριθμό όλων των άλλων θεών. Μόνος του καυχόμενος αναφέρει τους δεσμούς του με τη γυναίκα του Ιξίονα – δεν θυμάται τ’ όνομα της – τη Δανάη με τα ωραία πόδια, την κόρη του Φοίνικα – ούτε αυτηνής θυμάται τ’ όνομα, κι ας του γέννησε τον Μίνωα και τον Ραδάμανθυ – τη Σεμέλη, την Αλκμήνη, τη Δήμητρα, τη Λητώ (Ιλ. Ξ, 307-27), τη Λαοδάμεια (Ιλ. Ζ, 197), την Αντιόπη (Οδ. λ, 260). Όλες αυτές οι συναντήσεις, όχι μόνο του Δία αλλά και των άλλων θεών και ημιθέων, είχαν σαν αποτέλεσμα να γεννιούνται εκάστοτε από ένα έως δύο παιδιά, γεγονός που αποδεικνύει ότι (Οδ. λ, 249):

        ουκ αποφώλιαι ευναί αθανάτων,

που σημαίνει σ’ ελεύθερη μετάφραση πως

        οι θεοί δεν παίζαν στο κρεβάτι 

        Τελικά, από τη σωρεία των ερωτικών περιπετειών που συναντούμε στον Όμηρο αναφέρουμε:
  • τον Άρη με την Αστυόχη (Ιλ. Β, 515),
        την ντροπαλή παρθένα που γέννησε δυο γιους 
        όταν ανέβηκε στο ανώι να κοιμηθεί
      και ο θεός Άρης πήγε και πλάγιασε κρυφά μαζί της 

  • τον Αγχίση με την Αφροδίτη, που γέννησαν τον Αινεία (Ιλ. Β, 8), 
  • τον Βουκολίωνα με την Αβαρβαρίη (Ιλ. Ζ, 24), 
  • τον Βελερεφόντη με την Άντεια (Ιλ. Ζ, 159), 
  • τον Τιθωνό με την Αυγή (Ιλ. Λ, 1· Οδ. ε, 1), 
  • τον Σπερχειό με την Πολυδώρα (Ιλ. Π, 175), 
  • τον Ερμή με την Πολυμήλη (Ιλ. Π, 180), 
  • τον Οδυσσέα με την Καλυψώ, που ο δεσμός τους κράτησε επτά χρόνια (Οδ. α, 14, 55), 
  • τον Ποσειδώνα με την Βόωσσα (Οδ. α, 71), με την Περίβοια (Οδ. η, 57), με την Ιφιμέδεια (Οδ. λ, 305), 
  • τη Δήμητρα με τον Ιασίωνα (Οδ. ε, 125), 
  • τον Ενιπέα με την Τυρώ (Οδ. λ, 235),
  • την Εριφύλη, που απατούσε τον άνδρα της «επί χρήμασιν» (Οδ. λ, 326), 
  • τον Τιτυό, ο οποίος ξεπλήρωσε στον Δία όλα τα στεφάνια που δεν σεβάστηκε, απλώνοντας χέρι στη Λητώ, την επίσημη μαιτρέσσα του Δία (Οδ. λ, 580).
Άσε πια τους Μνηστήρες, που περιμένοντας από τριετίας να πει η Πηνελόπη το ναι έσερναν τις σκλάβες (Οδ. π, 108) :

        αεικελίως κατά δώματα καλά
        (απρεπώς, ανάρμοστα προς τα ωραία δωμάτια) 

Εδώ όμως σταματά το κουτσομπολιό αυτό. Αυτό το «ποιος, πού, ποιαν».

Τα νόθα

Κάτω από αυτές τις τόσο διαδεδομένες στον Ομηρικό κόσμο συναντήσεις Θεών με θνητές, και με τις συνέπειές τους, νομίζω πως θα πρέπει να δούμε τις τόσο φυσικές προγαμιαίες ή εξωσυζυγικές σχέσεις, που τα προϊόντα τους έσπευδαν να τα περιβάλουν με θεϊκή ιδιότητα, για να τα προστατέψουν, και να προστατευθούν και οι ίδιες οι μητέρες, από την οργή του περιβάλλοντος. Η λύση αυτή, η αναγνώριση δηλαδή της θείας επέμβασης στη γέννηση του νεογνού, απήλλασσε και τους άνδρες από την υποχρέωση να παίξουν αυτόν τον δυσάρεστο ρόλο του αρσενικού τιμωρού και εκδικητή. Βόλευε όλο τον κόσμο. Και το μικρό, και τη μητέρα, και τον μη πατέρα.
        Καμιά φορά, οι γείτονες ήσαν κάπως δύσπιστοι και είχαν αμφιβολίες για την πατρότητα του νεογέννητου. Όπως στην περίπτωση της Πολυδώρας της αδελφής του Αχιλλέα, που παρ’ όλη την επιμονή της ότι ο Μενέσθιος ήταν γιος του άντρα της του Βώρου, δεν έπεισε κανέναν. Ήταν κοινό μυστικό πως τον είχε συλλάβει με τον «ακούραστο» Σπερχειό (Ιλ. Π, 175).
        Μια περίπτωση συζυγικής τρυφερότητας και αφοσίωσης είναι και η Θεανώ, που για χάρη του άντρα της Αντήνορα, του μεγάλωσε το νόθο γιο του, εξ ίσου φροντισμένα με τα δικά της παιδιά (Ιλ. Ε, 70). Νόθος ήταν και ο Μέδοντας ο νόθος γιος του Οϊλέα, βασιλιά της Θαυμακίας (Δομοκός) (Ιλ. Β, 727), και ο Τεύκρος ο γιος του Τελαμώνα (Ιλ. Θ, 284).
        Το ρεκόρ στα νόθα, το είχε ο Πρίαμος, ο οποίος είχε πενήντα παιδιά, εξ ων δέκα εννέα ομομήτρια. Τα άλλα όλα νόθα (Ιλ. Ω, 495). Τα παιδιά, γνήσια και νόθα, συνήθως μεγάλωναν μαζί, χωρίς διακρίσεις. Αλλά όταν ερχόταν η ώρα της διανομής της πατρικής περιουσίας 

        … μα λιγοστά σε μένα μου δώσανε στη μοιρασιά κι ένα του σπίτι μόνο 

παραπονείται στη φανταστική του διήγηση ο Οδυσσέας (Οδ. ξ, 210), που σημαίνει, πως ήταν συνηθισμένο να γίνεται έτσι στην πραγματικότητα.

Απαγωγές

Καμιά φορά ο ερωτικός παροξυσμός οδηγούσε και σε απαγωγή της κόρης, η οποία φεύγουσα συναπεκόμιζε και όσα τιμαλφή προλάβαινε. Τέτοια ήταν και η περίπτωση της Ελένης, που φεύγοντας με τον Πάρι, του σηκώνει το σπίτι του Μενέλαου, αφήνοντάς του μόνο το μικρό κοριτσάκι τους την Ερμιόνη (Ιλ. Γ, 175). Αργότερα, νοσταλγεί τον… Μενέλαο (Ιλ. Γ, 139), και αναγνωρίζει την άπρεπη συμπεριφορά της (Ιλ. Γ, 242) :  

        τα αίσχεα και ανείδεά της 
        (τις αισχρές και άσχημες πράξεις της)

Οι τύψεις όμως αυτές δεν την εμποδίζουν να καταφύγει στην κρεβατοκάμαρα του Πάρι, διαμαρτυρόμενη καθ’ οδόν στη θεά Αφροδίτη, γιατί την… έσπρωχνε προς τα εκεί (Ιλ. Γ, 395-420). Εκεί την περίμενε ο Πάρις, ο οποίος αφού τη γλύτωσε παρά τρίχα στη μονομαχία του με το Μενέλαο, είναι τώρα εκτός εαυτού από ερωτική διάθεση, και επίμονα απαιτεί από την Ελένη «εδώ και τώρα».

Ο έρωτας και το θέατρο

Ανυπέρβλητη σε νάζι και υποκρισία είναι η σκηνή που ακολουθεί. 
        Η Ελένη, παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες και τις κατάρες κατά του Πάρι, που της λέει με κατεβασμένα μάτια

        όσσε πάλιν κλίνασα 

τον ακολουθεί και στο σκαλιστό κρεβάτι (Ιλ. Γ, 448). Και όλα αυτά καθ’ ον χρόνον η μάχη μαινόταν έξω από τα τείχη, και ο Μενέλαος έψαχνε ανάμεσα στους Τρώες πολεμιστές, να τον βρει.
        Ο Έρωτας θέλει και λίγο θέατρο. Γι’ αυτό και ο Όμηρος βάζει τη θεά Αφροδίτη να λαβαίνει μέρος στη… μάχη, και μάλιστα να τραυματίζεται στο χέρι (Ιλ. Ε, 335). Μεταφέρεται με ασθενοφόρο της εποχής, και συγκεκριμένως με τα άλογα του Άρη, εσπευσμένως στον Όλυμπο, όπου ο πατέρας της ο Δίας της λέει (Ιλ. Ε, 429) 

        Δεν είναι για σε παιδάκι μου τα έργα του πολέμου. 
        Συ τις ευχάριστες δουλειές του γάμου να κοιτάζεις. 

        Η Αφροδίτη σαν θεά του Έρωτα ήταν άφθαστη σε τερτίπια ερωτικά και τις σχετικές γνώσεις, που τις διέθετε μάλιστα αφιλοκερδώς. Η Ήρα καταφεύγει στις συμβουλές της, προκειμένου να ξυπνήσει το συζυγικό ενδιαφέρον του Δία (Ιλ. Ξ, 215). Το θέατρο όμως αυτό θέλει και προσοχή και δεν πρέπει να το αφήνουμε να φτάνει στα άκρα. Σε μια θεατρική χειρονομία, ο Πάρις καλεί σε μονομαχία τον Μενέλαο, και γλυτώνει ως εκ θαύματος (Ιλ. Γ, 69 κ.ε.).
        Εκεί όμως που το θέατρο φτάνει στην αποκορύφωσή του, είναι στη σκηνή όπου ο Οδυσσέας, 

        επεί ουκέτι ήνδανε νύμφη
        (γιατί του γύρισε η καρδιά να ζει με την νεράιδα)

με δικά μας λόγια, αφού βαρέθηκε να ζει εφτά χρόνια με την Καλυψώ, κι ας ήτανε Νεράιδα, άρχισε να χρησιμοποιεί τα μεγάλα μέσα. Κατέβαινε κάτω στην παραλία, και:

        Όλη μέρα κάθονταν σε βράχους σ’ ακρογιάλια 
        με κλάμα, πόνους, στεναγμούς, σπαράζοντας τα στήθια.

Αλλά τη νύχτα κατ’ ανάγκην (Οδ. ε, 154-5)

        μέσα στις όμορφες σπηλιές μαζί της εκοιμόταν, 
        χωρίς να θέλει αυτός εκείνη το ζητούσε

Τα ίδια επαναλαμβάνονται αργότερα και με την Κίρκη (Οδ. ι, 3), της οποίας δεν αρνείται τας αγκάλας, τη συμβουλή του Ερμή ακολουθώντας (Οδ. κ. 297), και την πρόταση της ίδιας (Οδ. κ, 3) :

        να πάμε στο κρεβάτι μου μαζί να κοιμηθούμε, 
        το στρώμα και τ’ αγκάλιασμα κάθε υποψία να σβήσουν

Έτσι κι έγινε (Οδ. κ, 467) :
        
        Και τότε εκεί καθίσαμε ολόκληρο ένα χρόνο 

Sensualités raffinées (εκλεπτυσμένη ηδονή, απόλαυση)

Παρ’ όλον ότι οι πολλαπλοί έρωτες που παρεμβάλλονται στα Έπη αφήνουν ελεύθερο έδαφος για την παρεμβολή τολμηρών λεπτομερειών, που τόσο ενθουσιάζουν συγγραφείς και αναγνώστες, εντούτοις δεν τις συναντούμε παρά ελάχιστες φορές, κι εκείνες υπονοούμενες. Μια φορά στην Ιλιάδα, ορκίζεται ο Αγαμέμνων (Ιλ. Τ, 261-3) :

        Μη μεν εγώ κούρη Βρισηίδι χείρ’ επέκεινα 
        ούτ’ ευνής πρόφασιν κεχρημένος 
        ούτε τευ άλλου αλλ’ έμεν’ απροτίμαστος ενί κλισίησιν εμήσιν.

        Μια άλλη πληροφορία που εμφανίζει τον Αχιλλέα να κοιμάται με την Διομήδη, και τον Πάτροκλο με την Ίφη στην ίδια σκηνή (Ιλ. I, 662-7), δεν μπορεί να στηρίξει κατηγορία για amours en commun (κοινοί έρωτες), αν και τίποτα δεν τους αποκλείει. 
        Και τέλος μια τρίτη. Ασφαλώς δεν έβαλε τυχαία ο Όμηρος την Πηνελόπη να αναγνωρίζει τον Οδυσσέα, μόνο όταν της έκανε περιγραφή του κρεβατιού τους (Οδ. ψ, 205).
        Κάποια αλληγορία κρύβεται πίσω από τους στίχους αυτούς. Μόνο από τις λεπτομέρειες της περιγραφής πείθεται η Πηνελόπη για την ταυτότητα του Οδυσσέα, και (Οδ. ψ, 296):

        εκείνοι τότε, στο παλιό κρεβάτι με λαχτάρα, της παντρειάς 
        θυμήθηκαν την ορισμένη τάξη 

Από την αποφυγή της παράθεσης τέτοιων λεπτομερειών, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι τα Έπη, στη μορφή τουλάχιστον που τα κληρονομήσαμε, προορίζονταν για συντηρητικό ακροατήριο.

Η ομοφυλοφιλία

Σ’ όλα τα Έπη συναντούμε δύο σχετικούς υπαινιγμούς:
  • Ο πρώτος, στους στίχους (Ιλ. Ε, 266), εκεί που ο Δίας αρπάζει το ωραίο βοσκόπουλο, τον Γανυμήδη, τον γιο του Τρώα και για αποζημίωση δίνει στον συγκαταβατικό πατέρα μια περίφημη ράτσα αλόγων, και
  • του Αχιλλέα με τον Πάτροκλο, που και μεγαλύτερός του ήταν (Ιλ, Λ, 787) και ιατρικές γνώσεις είχε (Ιλ. Λ, 830). Οι υπερβολές του πένθους του Αχιλλέα για τον φίλο που έχασε, γεννούν μερικές αμφιβολίες. Οι πράξεις του Αχιλλέα μέχρι ποίου σημείου μπορούν να θεωρηθούν πράξεις ανθρώπου οργίλου που δεν ελέγχει εαυτόν; Ή είναι πραγματικά δείγματα βαθειάς ερωτικής απελπισίας; Ας δούμε τους σχετικούς στίχους: Στο στίχο (Ιλ. Π, 247) ο Αχιλλέας προσεύχεται στο Δία
        ασκηθής μοι έπειτα θοάς επί νήας ίκοιτο
        (μετά την μάχη ας μου γυρίσει γερός – ο Πάτροκλος
        κοντά στα γρήγορα καράβια).

Στους στίχους (Ιλ. Τ, 317 κ.ε.) στους οποίους, αναφερόμενος ο Αχιλλέας στις αρετές του νεκρού Πάτροκλου, λέει:

        Φίλτατ’ εταίρων… μου έφερνες νόστιμο φαγητό μέσα στη σκηνή γρήγορα και πρόθυμα

Και παρακάτω (Ιλ. Χ, 388):

        αυτόν (τον Πάτροκλο) εγώ δεν θα τον ξεχάσω, 
        ούτε ζωντανός, ούτε πεθαμένος

        Και τώρα η πολυσυζητημένη σκηνή της εμφάνισης του φάντασματος του Πάτροκλου. Εμφανίζεται το φάντασμα και λέει του κοιμισμένου Αχιλλέα (Ιλ. Ψ, 69):

        Κοιμάσαι, αλλά με ξέχασες, Αχιλλέα. Όσο ζούσα με φρόντιζες. 
        Τώρα που πέθανα όχι πια. Θάψε με όσο μπορείς πιο γρήγορα 
        για να περάσω τις Πύλες του Άδη. Ζωντανοί πια 
        δε θα συσκεφτούμε μακριά από τους αγαπημένους συντρόφους.

Και ακόμη τον παρακαλεί (Ιλ. Ψ, 83) :

        Μη εμά σων επάνευθε τιθήμεναι οστέ, Αχίλλευ
        (Τα κόκκαλά μου να μη μπουν χωριστά από τα δικά σου) 

Μέχρις εδώ δεν μπορεί να βρει κανείς στη σχέση Αχιλλέα – Πάτροκλου τίποτ’ άλλο από μια μεγάλη φιλία. Οι στίχοι όμως (Ιλ. Ψ, 97) αφήνουν ανοιχτό ένα παραθυράκι:

        αλλά μοι άσσον στήθι- μίνυν 
        θά περ αμφιβαλόντε αλλήλους ολοοίο τεταρπώμεθα γόοιο
        (αλλά στάσου πιο κοντά μου. Για λίγο. Κι αγκαλιασμένοι ας παρηγορηθούμε κλαίγοντας),

λέει ο Αχιλλέας στο φάντασμα του Πάτροκλου. Ένα δεύτερο παραθυράκι ανοίγουν οι στίχοι (Ιλ. Ω, 6). Ο Αχιλλέας δεν μπορεί να κοιμηθεί και στριφογυρίζει πάνω στο κρεβάτι του:

        Πατρόκλου ποθέων ανδρότητά τε 
        και μένος ευ ηδ’ οπόσα τολύπευσε 
        συν αυτώ και πάθεν άλγεα

        (ποθώντας ή θυμούμενος τον ανδρισμό ή την γενναιότητα 
        και το θάρρος του Πατρόκλου και όσα υπέφερε 
        μαζί του και όσους γνώρισε πόνους).

Αν δοθεί η πονηρά ερμηνεία εις τον όρο «ανδρότητα», τότε εύκολα θα μπορούσε να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι οι θρυλικοί αυτοί φίλοι ήσαν και ομοφυλόφιλοι. Αν όμως δώσουμε στο «ποθέων ανδρότητα και μένος» την ερμηνεία «νοσταλγώντας την παλικαριά και το θάρρος, και τα όσα τραβήξανε μαζί», τότε καταπίπτει η επαρίστερος αυτή σκέψη. Αργότερα, όταν σκοτώθηκε και ο Αχιλλέας, τα οστά του μπαίνουν μαζί με του Πάτροκλου, στον ίδιο αμφιφορέα, σύμφωνα με την εντολή και του Αχιλλέα και του Πατρόκλου.
        Ενώ τα οστά του Αντίλοχου, που κι εκείνος ήταν από τους επιστήθιους φίλους του Αχιλλέα, μπαίνουν χωριστά (Οδ. Ω, 76-7). Αλλά είναι τόσο δύσκολο από το λίγο φως που δίνουν τα παραθυράκια αυτά στα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής, να βγάλει κανείς ένα κατηγορηματικό συμπέρασμα! Πάντως ένα είναι βέβαιο και σαφές. Στα Ομηρικά Έπη αποφεύγουν να θίξουν το θέμα της ομοφυλοφιλίας, κι αυτό μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι το γνώριζαν, αλλά δεν το ευλογούσαν.

Ο έρωτας σαν ποινή ή εκδίκηση

Τα αισθήματα που υποκινούσαν τον έρωτα στους Ομηρικούς ανθρώπους δεν ήσαν πάντα ευγενικά. Υπάρχουν περιπτώσεις που βλέπουμε ήρωες να εμφανίζονται σαν ερωτευμένοι, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν. Τέτοια είναι η περίπτωση του Αχιλλέα, που την Βρισηίδα δεν την αγαπά, παρ’ ότι δηλώνει «εγώ αυτήν την αγαπούσα μέσα από την καρδιά μου, μ’ όλο που την κέρδισα με το κοντάρι μου» (Ιλ. 1,343), αλλά είναι οργισμένος γιατί θεωρεί τον εαυτό του ταπεινωμένο (Ιλ. Α, 293). Μια δεύτερη περίπτωση είναι εκείνη που ο σοφός Νέστορας παροτρύνει τους Αχαιούς να μη βιάζονται να φύγουν και να γυρίσουν σπίτια τους (Ιλ. Β, 355) :

        πριν τινα παρ’ Τρώων αλόχω κατακοιμηθείναι
        (πριν κανείς πλαγιάσει με κάποια Τρωαδίτισσα

Η Ζήλεια

Λέγεται πως ο Έρωτας είναι μια από τις ευγενέστερες εκδηλώσεις της ανθρώπινης ψυχής. Συνήθως ο ένας αγαπά, ο άλλος υφίσταται την αγάπη του πρώτου. Ουαί όμως και αλλοίμονο σ’ εκείνον που θα επιχειρήσει να παρεμβληθεί σ’ αυτή την χιλιοτραγουδημένη τρυφερή σχέση. Ή και απλώς τολμήσει να ζητήσει, ο ένας από τους δύο, τη διακοπή, ή και προσωρινή αναστολή, της επιβεβλημένης και αναγκαστικής αυτής αγάπης. Κάπως έτσι γεννιέται η ζήλεια. Πολλοί στίχοι του Ομήρου έχουν αφιερωθεί στην αντίθετη αυτή αλλά και απαραίτητη πλευρά του έρωτα. Σταχυολογούμε όσους μπορούμε.
        Ο Αμύντορας, ο πατέρας του γερο-Φοίνικα, είχε οργιστεί εναντίον του γιου του από την εξής αφορμή: Ο Αμύντορας είχε στο σπίτι του μεταξύ του προσωπικού του και μια κοπελίτσα «καλλικόμοιον», κι αδιαφορούσε για τα μαραμένα κάλλη της γυναίκας του. Η τελευταία πείθει το γιο της να πλαγιάσει με την κοπελίτσα πρώτος αυτός ώστε να σιχαθεί το γέρο. Έτσι κι έγινε. Το έμαθε όμως ο γέρος και τον καταριέται. Κι ο γιος αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σπίτι (Ιλ. 1,448-75).
        Ο Λαέρτης είχε αγοράσει μια νεαρή σκλάβα «πρωτόχνουδη», με την οποία όμως απέφυγε να κοιμηθεί, για να μη ζηλέψει η γυναίκα του η Αντίκλεια, η μητέρα του Οδυσσέα (Οδ. α, 430).
        Η μικρή Ευρύκλεια όμως, δεν ξέρω πώς τα κατάφερε, και είχε γάλα για να θηλάσει τον Οδυσσέα όταν ήταν βρέφος (Οδ. τ, 4). Δεν ζήλευαν όμως μόνο οι άνθρωποι. Ζήλευαν και οι θεοί. Οργισμένη η Καλυψώ τους στηλιτεύει (Οδ. ε, 118):

        Σκληροί θεοί, ζηλιάρηδες, πιο πάνω σεις απ’ όλους, 
        που σκάζετε με τις θεές, αν με θνητό πλαγιάσουν 
        κι αν ίσως κάμει ομόκλινο κι αν πάρει στο κρεβάτι της 
        καμιά τον ποθητό της 

Ζηλιάρης όμως ήταν και ο Δίας, που δεν θα το περίμενε κανείς. Έτσι, κι όταν η Δήμητρα…

        πήγε σε βαθυχόρταρο χωράφι να πλαγιάσει 
        με τον Ιασίονα αγκαλιά, καμένη από την αγάπη 
        τόμαθε ο Δίας στη στιγμή, και μ’ ένα αστροπελέκι 
        καυτό χτυπώντας τούσβησε τη νιότη του κι εκείνου. 
        Τώρα έτσι πάλε σκάσατε, θεοί, μαζί μου, πόχω 
        άνδρα θνητόν…

τους καταμαρτυρεί η Πηνελόπη (Οδ. ε, 125).
        Λόγους να ζηλεύει και ν’ ανησυχεί είχε και ο Αγαμέμνων. Γι’ αυτό κι όταν έφευγε για την Τροία, ανέθεσε σ’ έναν τραγουδιστή, άνθρωπο της εμπιστοσύνης του, την παρακολούθηση της γυναίκας του Κλυταιμνήστρας (Οδ. γ, 24):

        Κι όταν μια μέρα η μοίρα της την έσπρωξε να πέσει 
        (στην αγκαλιά του Αίγισθου) πέταξε τον τραγουδιστή 
        σ’ ερημονήσι απάνω 
        κι εκεί τον άφησ’ άσπλαχνα, τα όρνια να τον φάνε 

        Μια περίπτωση που ίσως πρέπει να μας απασχολήσει περισσότερο, είναι η ξέφρενη ζήλεια που νιώθει ο Οδυσσέας κυρίως για «τας δμωάς του» (τις δούλες του) (Οδ. η, 225). Η πρώτη σκέψη που τον απασχολεί, δεν είναι: τι έκανε η γυναίκα του, αλλά θέλει να μάθει «των γυναικών τη γνώμη». Ποιες γυναίκες τον ατιμάζουν και ποιες όχι (Οδ. π, 304, τ, 497, τ, 500). Όχι μόνον αυτός, αλλά και ο γιος του ο Τηλέμαχος δείχνει ξεχωριστό ενδιαφέρον για τις ερωτοτροπίες των νεαρών κοριτσιών που είχαν σαν σκλάβες στ’ ανάκτορα. Μεταμφιεσμένος ο Οδυσσέας, άκουγε τις δούλες που ξεπόρτιζαν το βράδυ, και (Οδ. υ, 5-10) : 

        ένδον η κραδίη (του) υλάκτει 
        (και δεν του πήγαινε ύπνος από τη ζήλεια του).

Η ερμηνεία που δίνει ο Όμηρος μπερδεύει αντί να ξεδιαλύνει τα πράγματα (Οδ. υ, 14-7) :

        Κι ως τρέχει η σκύλα ολόγυρα στα τρυφερά κουτάβια 
        σα νιώσει ξένο κι αλυχτά κι ορμά να τον δαγκώσει 
        έτσι αλυχτούσε κι η καρδιά στα στήθια του Δυσσέα 
        κι έβραζε τις παράνομες δουλειές αυτές να βλέπει

Κάτι τέτοιο επαναλαμβάνει απευθυνόμενος στους Μνηστήρες λίγο πριν αρχίσει ο φόνος τους (Οδ . χ, 37).
        Αυτή η ζήλεια είναι εκείνη που οδήγησε τον Οδυσσέα στην απόφαση να καταδικάσει εις θάνατον τις δώδεκα κοπέλες, τα δουλάκια, του υπηρετικού προσωπικού των ανακτόρων, με μόνη την κατηγορία ότι «μ’ αγάπες σμίγανε κρυφά με τους Μνηστήρες» (Οδ. χ, 464). Απόφαση που σπεύδει με ικανοποίηση να εκτελέσει ο γιος του Τηλέμαχος, και τις κρεμάει σαν τσίχλες. Κι αυτές λίγο τα πόδια τίναξαν και πέταξε η ψυχή τους» (Οδ. χ, 473). Γιατί όμως; Τραυματισμένος εγωισμός του αρσενικού; Είναι πολύ πιθανόν, γιατί βλέπουμε και τον Τηλέμαχο να ζηλεύει:

        …και προτιμώ να πέσω να πεθάνω 
        παρά τις άνομες δουλειές αυτές να βλέπω πάντα 
        … τις δούλες 
        αδιάντροπα να σέρνετε μέσ’ τ’ όμορφο παλάτι

λέει απευθυνόμενος στους Μνηστήρες (Οδ. γ, 316-9).
        Στη συγχορδία αυτή της ζήλειας που παίζεται στ’ ανάκτορα μπαίνει και η Ευρύκλεια, η οποία στην επίμονη ερώτηση του Οδυσσέα (Οδ. χ, 417-8)

        Μόν’ έλα τώρα να μου πεις, απ’ του σπιτιού τις δούλες 
        ποιες το ψωμί μου ατίμασαν, 
        και ποιες δεν έχουν κρίμα

απαντά (Οδ. χ, 421- 4):

        Πενήντα στο παλάτι σου έχεις γυναίκες δούλες / … / 
        δώδεκα απ’ όλες έπεσαν σ’ αδιαντροπιά μεγάλη.

        Κι εδώ ο αναγνώστης βλέπει τον Οδυσσέα να ενδιαφέρεται για το τι έκαναν οι δούλες. Κι ενώ μπορούσε να ρωτήσει τη γριά Ευρύκλεια στην οποίαν είχε και κάθε εμπιστοσύνη, για το τι έκανε η Πηνελόπη με τους τόσους Μνηστήρες, δεν το κάνει, αποφεύγει να μάθει την αλήθεια, συμβιβάζεται με τη βολική και αόριστη σκέψη «ότι ήθελαν να του πάρουν το ταίρι του», και δίνει μια καθαρή εικόνα ενός bon mari.
        Και η Πηνελόπη καταλαμβάνεται από μια τέτοια άγρια ζήλεια εναντίον της όμορφης Μελανθώς, αλλά εκείνη ήταν καθαρή αντιζηλία, γιατί η Μελανθώ κοιμόταν με τον Ευρύμαχο (Οδ. σ, 32). Αυτά όμως τα είπαμε πάρα πάνω.
        Η ζήλεια ήταν μια έκρηξη τραυματισμένου εγωισμού. Τις δούλες όμως τις αγόραζαν, όπως άλλωστε και τη σύζυγο, και αποτελούσαν περιουσιακό στοιχείο. Οι Ομηρικοί ήρωες θα είχαν κάθε λόγο να το βλέπουν να πολλαπλασιάζεται, γιατί το παιδί της δούλας ήταν κι εκείνο δούλος γεννημένος. Γιατί λοιπόν, όχι μόνο δεν το επεδίωκαν, αλλά και αυστηρά το απαγόρευαν; Εκτός από την ψυχολογική εξήγηση που έγινε δεκτή πάρα πάνω, θα πρέπει, νομίζω, να δεχθούμε ακόμη ότι ο ανεξέλεγκτος αριθμός γεννήσεων μέσα σ’ ένα κοινωνικό πυρήνα δημιουργούσε ανεπιθύμητα προβλήματα όχι μόνο επισιτιστικά, αλλά και κοινωνικής ισορροπίας.
        Από τις πιο σπαρταριστές σκηνές ζήλειας στον Όμηρο, είναι εκείνη του Ηφαίστου – Αφροδίτης – Άρη. Θα την αφηγηθούμε περιληπτικά, γιατί είναι λίγο μεγάλη (Οδ. θ, 265 κ.ε.): Ο Άρης «παρασύρει» την Αφροδίτη και ατιμάζουν το στρώμα του άντρα της του Ηφαίστου. Τους βλέπει όμως ο Ήλιος

        μιγαζομένους φιλότητι

και το λέει του Ηφαίστου. Θυμώνει ο απατημένος σύζυγος και αποφασίζει να τους συλλάβει έπ’ αυτοφώρω. Και αρχίζει να κατεβαίνει ένα-ένα τα σκαλοπάτια της ζήλειας. Πρώτα, πιάνει και φτιάχνει ένα αόρατο και άθραυστο δίχτυ και τυλίγει μ’ αυτό, πάνω κάτω και ολόγυρα, το συζυγικό κρεβάτι, και λέει της γυναίκας του ότι έχει δουλειές στη Λήμνο και ότι θα λείψει μερικές ημέρες. Δεν είχε επιβιβαστεί καλά- καλά στο καΐκι, όταν ο Άρης πηγαίνει στο σπίτι του, βρίσκει την Αφροδίτη, και χωρίς περιστροφές της λέει:

        Δεύρο, φίλη, λέκτρον δε τραπείομεν ευνηθέντες
        (Έλα, αγάπη μου, και πάμε στο κρεβάτι να ξαπλώσουμε).

        Είπε, κι εκείνη με χαρά να κοιμηθούν ποθούσε 
        και στο κρεβάτι ανέβηκαν γλυκό να πάρουν ύπνο

Μπλέκονται όμως στα δίχτυα του Ηφαίστου και δεν μπορούν πια να αποχωριστούν. Ο Ήφαιστος επιστρέφει, στέκεται στην εξώπορτα και βάζει τις φωνές, καλώντας τον κόσμο να είναι μάρτυρας της διαπραττομένης μοιχείας, διότι φαίνεται ότι από τότε η Δικονομία απαιτούσε να υπάρχει το στοιχείο του nudus ad nudam ( γυμνός ενώπιον γυμνής).

        Ελάτε να δείτε τα ρεζιλίκια (έργα γελαστά) τ’ ανυπόφορα 
        που εμένα του σακάτη μου κάνει η Αφροδίτη 
        / … /  
        Δέστε πώς κοιμούνται αγκαλιασμένοι 
        ανεβασμένοι πάνω στο κρεβάτι μου

Από το σημείο αυτό και πέρα ο Ήφαιστος τα σκαλοπάτια της ζήλειας τα κατεβαίνει δύο-δύο. Τους κρατά δεμένους ώσπου να έρθει ο Δίας, να δει τα χάλια της κόρης του της ξετσίπωτης (κυνώπιδος), και… του επιστρέφει τα δώρα που της είχε κάνει.
        Σε λίγο αρχίζουν να μαζεύονται οι θεοί. Από σεμνοτυφία οι θεές δεν πήγαν να δούν το θέαμα (Οδ. ε, 324). Οι θεοί βλέποντας τους δύο μοιχούς δεμένους χωρίς να μπορούν να ξεκολλήσουν ο ένας από τον άλλον, ξεραίνονται στα γέλια, και αναρωτιούνται μεταξύ τους:

        Θάθελες τάχα στα σφιχτά δεσμά πιασμένος νάσαι  
        αν στο κρεβάτι πλάγιαζες με τη χρυσή Αφροδίτη;

Και ο άλλος απαντά:

        Μακάρι αυτό να γίνονταν, κι ας ήμουν τυλιγμένος 
        με δίχτυα τρεις φορές περισσότερα 
        κι όλοι ας κοιτάζανε οι θεοί με τις θεές, εγώ όμως 
        στην αγκαλιά μου τη χρυσή Αφροδίτη νάχω

Νέα γέλια των θεών υποδέχονται την απάντηση. Επεμβαίνει ο Ποσειδώνας, και προτείνει να δοθεί από τον Άρη μια αποζημίωση στον Ήφαιστο, και αυτός να τον λύσει, και εγγυάται ο ίδιος την πληρωμή της αποζημιώσεως. Ο Ήφαιστος δέχεται και λύνει τους μοιχούς. Πετιούνται απάνω, κι ο Άρης φεύγει για τη Θράκη (Οδ. ε, 362),
        
        κι η Αφροδίτη γελαστή κατά την Κύπρο πήγε 

Αιμομιξίες

Το φαινόμενο αυτό που δεν λείπει από καμιά κοινωνία, στον Όμηρο το απαντούμε τρεις φορές:  
  • Μια τότε που ο Όμηρος γράφει ότι ο Δίας ήταν αδελφός και σύζυγος της Ήρας (Ιλ. Σ, 35). 
  • Μια δεύτερη, που ο Αίολος παντρεύει τους γιους του με τις κόρες του (Οδ. κ. 7), και 
  • μια τρίτη, του Αλκίνοου που είχε παντρευτεί την ανιψιά του την Αρήτη, κόρη του αδελφού του Ρηξήνορα (Οδ. η, 65).

[Δημοσιεύτηκε στο Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου (Μηνιαία έκδοση Δήμου Ναυπλιέων), τεύχ. 111-114 (1997) και αναρτήθηκε στις 13/11/2010 στην Αργολική Αρχειακή Ββιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού (https://argolikivivliothiki.gr/2010/11/13/η-ερωτική-ζωή-στα-χρόνια-του-ομήρου/) εμπλουτισμένο με εικόνες από πίνακες και γλυπτά σχετικά με το θέμα].

Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...