Friday, October 15, 1993

Τάκης Μαύρος : Η ιστορία ενός Colt των 36 (1940-41 : Αλβανικό μέτωπο)

Ο πατέρας του στην Αμερική δεν καζάντησε. Γυρίζοντας, δεν είχε φέρει τίποτ' άλλο εκτός από ένα περίστροφο. Τότε, αλλά νομίζω ακόμη σήμερα, τα όπλα τα πουλούσαν στα περίπτερα στην Αμερική. Ήταν ένα Colt 36άρι με μύλο. Γυάλιζε και φάνταζε, αλλά ο πατέρας του, άνθρωπος σοβαρός, το είχε κλειδώσει σ' ένα συρτάρι και δεν του επέτρεπε να το πάρει. Αυτό αποτελούσε κι έναν από τους καημούς του γιου.
        Όταν στις 28 Οκτωβρίου του [19]40 επιστρατεύτηκε, δεν κράτησε παραπάνω:
- Πατέρα, του λέει, στον πόλεμο πάω, δε μου το δίνεις εκείνο τα περίστροφο;
- Πάρ' το, του απάντησε ο πατέρας του, συγκινημένος κι εκείνος από τη στιγμή.
Το πήρε, το ζώστηκε κι έφυγε.
        Κατά την ανοιξιάτικη επίθεση των Ιταλών, η μονάδα του μετακινήθηκε από το ανατολικό στο παραθαλάσσιο μέτωπο και, περνώντας υπό την Πρεμετή, τον συνάντησα να διευθύνει μια αποθήκη πυρομαχικών. Ήταν έφεδρος ανθυπολοχαγός του πυροβολικού, από τους καλούς, και του είχαν αναθέσει αυτή την ανιαρή αλλά τόσο υπεύθυνη κι επικίνδυνη υπηρεσία.
- Μου κοστίζει πολύ, μου είπε, να είμαι στον πόλεμο, να έχω όλους τους κινδύνους του και να μην έχω λάβει μέρος σε μάχη.
Το περίστροφο ήταν πάντα κρεμασμένο στη μέση του.
        Τον ξανασυνάντησα στην Αθήνα, αυτή τη φορά μετά τον πόλεμο και, όπως γινόταν πάντα σ' αυτές τις περιπτώσεις και με τους άλλους συναδέλφους, αρχίσαμε τις αναπολήσεις από τον πόλεμο.
- Η υποχώρηση με βρήκε πάντα στην Πρεμετή, μου διηγήθηκε. Μου είχαν δώσει ένα άλογο. Το καβάλησα και πήρα το δρόμο της επιστροφής. Από την Πρεμετή βγήκαμε στο Καλπάκι και από κει Σουδενά, Μπάγια, Γυφτόκαμπος, Βωβούσα, Περιβόλι. Όλη τη μέρα κι ένα μεγάλο μέρος της νύχτας περπατούσα. Περπατούσε τ' άλογο, δηλαδή. Όταν δεν άντεχα πια, ξεπέζευα κι όπως-όπως κοιμόμουν για λίγο, για να ξεκινήσω τα χαράματα πάλι. Έτσι φτάσαμε έξω από τα Γρεβενά. Το ζώο μου είχε κάνει σχεδόν πενήντα ώρες πορείας και σχεδόν χωρίς διακοπή. Είχε αρχίσει να παρουσιάζειι σαφή σημεία εξάντλησης.
- Καλά, τον ρώτησα, δε φρόντιζες να του βρεις κάτι να φάει;
- Τι να του φροντίσω! Μήπως τρώγαμε εμείς;
- Τουλάχιστον να το άφηνες να βοσκήσει κάπου. Άνοιξη ήταν, χορτάρι υπήρχε.
- Πού καιρός για τέτοια πράγματα. Εκείνο που μ' απασχολούσε ήταν πώς να γυρίσω στο σπίτι μου το γρηγορότερο.
- Που λες, συνέχισε, έξω από τα Γρεβενά, δεν μπορούσε πια να προχωρήσει. Ένας κορμός δένδρου ήταν πεσμένος καταμεσίς του δρόμου. Σταμάτησε μπρος του και παρ' όλες τις πιέσεις μου (διάβαζε μαστιγώματα), δεν μπορούσε να τον δρασκελίσει. Ήταν φανερό ότι η εξάντλησή του ήταν τέτοια, που δε θα επιζούσε. Το τράβηξα έξω από το δρόμο και βγάζοντας το περίστροφό μου του φύτεψα μια σφαίρα στ' αυτί. Έπεσε, αλλά δεν πέθανε και χρειάστηκε να του ρίξω και δεύτερη.
- Μα καλά, τον διέκοψα, δεν καταλαβαίνω γιατί το σκότωσες.
- Δε θα ζούσε. Ήταν πεθαμένο ήδη από την κούραση.
- Πες κι από πείνα. Αλλά πάλι δεν καταλαβαίνω τι σ' έκανε να το σκοτώσεις.
- Τέλος πάντων, το σκότωσα. Έτσι κι αλλιώς, δεν επρόκειτο να ζήσει.



[Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του ΆργουςΑναγέννηση τεύχ. 312 (Οκτ. 1993), σ. 8].


Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...