Μ' αυτά σχέδια, ένα τμήμα του γερμανικού στρατού που είχε την έδρα του στην Κόρινθο, έφτασε τις τελευταίες ημέρες του Ιουνίου του 1944 στη Νεμέα και από εκεί ανηφόρισε για το Ψάρι με προορισμό το λεκανοπέδιο της Στυμφαλίας. Στο Ψάρι έφτασαν τις απογευματινές ώρες της 30 Ιουνίου. Ήσαν Γερμανοί και Έλληνες των Ταγμάτων Ασφαλείας ανακατεμένοι. Είχαν μαζί τους και ένα γουρούνι. Άλλοι προχώρησαν προς τη Στυμφαλία και κάποιο τμήμα έμεινε μέσα στο Ψάρι. «Κρυμμένος μέσα στους θάμνους του λόφου, που βρίσκεται δυτικά από το Ψάρι, τους άκουγα όλη τη νύχτα που φώναζαν και τραγουδούσαν», διηγιόταν ο Νίκος Μαυροειδής, καπετάνιος του 9ου Λόχου, «είχαν σφάξει το γουρούνι και άδειαζαν και ένα βαρέλι κρασί που πήραν από κάποιον από το χωριό».
Ο Νίκος Μαυροειδής, καπετάνιος του 9ου λόχου Την επόμενη μέρα, την 1η Ιουλίου, πρωί-πρωί, ένα τμήμα ξεκίνησε για τη Στυμφαλία, αφήνοντας μια διμοιρία, καμιά 35αριά πάνοπλους άντρες και με έναν ασύρματο να φυλάξουν το πέρασμα στο Σούρι. Το Σούρι [ή Σιούρι] είναι μια στενωπός 2-3 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά από το Ψάρι. Από εκεί περνά ένας δρόμος προς [τη] Σκοτεινή και προς [τη] Στυμφαλία και η κατοχή αυτού του περάσματος εξασφάλιζε την επικοινωνία Νεμέα - Ψάρι - Στυμφαλία στα τμήματα που θα προωθούνταν ή θα υποχωρούσαν. Το μέτρο ήταν σωστό. Οι Γερμανοί κατέβηκαν μέσα στη ρεματιά, όπου οι θάμνοι τους παρείχαν καλή κάλυψη. Έστησαν τα αντίσκηνά τους, έβαλαν τα όπλα τους σε πυραμίδες και προσπαθούσαν να πλυθούν με το λιγοστό νεράκι που υπήρχε στο βάθος της ρεματιάς.
Ο ΚοκκινόβραχοςΔεν είναι γνωστό πώς ένας συμβολαιογράφος από το Ψάρι, ο Γιάννης Οικονομόπουλος, άνθρωπος κάποιας ηλικίας, λέγανε ότι ήταν έφεδρος λοχαγός της κλάσεως του 1915, πληροφορήθηκε την κατάληψη της στενωπού από τους Γερμανούς, έφυγε μέσα στη ζέστη για να πάει να ειδοποιήσει τον διοικητή του τάγματος ταγματάρχη Δημ[ήτρη] Παπαϊωάννου, ο οποίος με το τμήμα του είχε καλυφτεί κι αυτός στις υπώρειες του Κοκκινόβραχου, έτσι λέγεται ο λόφος ο οποίος βρίσκεται νοτιοδυτικά και σε μικρή απόσταση από το Σούρι, πάνω από τον σημερινό δρόμο Σκοτεινή - Στυμφαλία.
Πώς το είχε πληροφορηθεί ο Οικονομόπουλος δεν έμαθα. Αλλά ο Γιώργος Μπορτολίνος, νεαρός τότε αντάρτης, που υπηρετούσε στον 7ο λόχο του τάγματος του Παπαϊωάννου, διηγείται: «Έβραζε ο ήλιος την πέτρα, όταν ο συμβολαιογράφος ο Οικονομόπουλος, με σακκάκι, ρεπούμπλικα και ένα ταγάρι στον ώμο εμφανίστηκε μπροστά μας. Τον οδηγήσαμε αμέσως στον ταγματάρχη, πήγαν κάπως παράμερα και κάτι έλεγαν. Έπειτα έμαθα ότι του είχε υποδείξει πού ήσαν κρυμμένοι οι Γερμανοί».

Το μαντρί του Ντούρη. Αριστερά ο βράχος όπου κατέφυγαν οι Γερμανοί.
Ο Παπαϊωάννου διέταξε αμέσως δυο διμοιρίες, η μία υπό τον λοχία Τάσο Πυργάκη από τον Ασβεστόκαμπο, έναν ατρόμητο άντρα που αργότερα εκτελέστηκε κατά τον Εμφύλιο, να πλησιάσει τους Γερμανούς από νότια, και την άλλη ομάδα του 7ου λόχου, υπό τον ανθυπολοχαγό [Στέφανο] Άρχο, να πλησιάσει τους Γερμανούς από τη νότια πλευρά του λόφου που βρίσκεται βορειοδυτικά από τη στενωπό στο Σούρι.
Ο Παπαϊωάννου διέταξε αμέσως δυο διμοιρίες, η μία υπό τον λοχία Τάσο Πυργάκη από τον Ασβεστόκαμπο, έναν ατρόμητο άντρα που αργότερα εκτελέστηκε κατά τον Εμφύλιο, να πλησιάσει τους Γερμανούς από νότια, και την άλλη ομάδα του 7ου λόχου, υπό τον ανθυπολοχαγό [Στέφανο] Άρχο, να πλησιάσει τους Γερμανούς από τη νότια πλευρά του λόφου που βρίσκεται βορειοδυτικά από τη στενωπό στο Σούρι.
Η διμοιρία του Πυργάκη είχε 30 άντρες, αλλά μόνον ένα μυδράλιο, ένα οπλοπολυβόλο και 12 όπλα (Γκρα) με λιγοστά φυσίγγια. Η ομάδα του Άρχου ήταν κάπως καλύτερα οπλισμένη, είχε άλλους τόσους άντρες, μεταξύ των οποίων και δύο Ρώσσους, απ' αυτούς που είχαν δραπετεύσει από τον γερμανικό στρατό. Τον έναν τον έλεγαν «Πάρη», κι επειδή ήταν ψυχωμένος άνθρωπος του είχαν εμπιστευτεί το μοναδικό «Μάρσιπ» που διέθεταν.
Οι δύο ομάδες πλησίασαν τους Γερμανούς κατά τις μεσημβρινές ώρες και ο αιφνιδιασμός τους ήταν απόλυτος. «Εκείνος που σκόπευα εγώ ξυριζόταν», διηγιόταν αργότερα ένας από τους αντάρτες. Με τους πρώτους πυροβολισμούς, οι μισοί Γερμανοί έμειναν νεκροί ή βαριά τραυματισμένοι. Οι υπόλοιποι κατάφεραν όπως-όπως να βγουν από τη ρεματιά και να συμπτυχθούν πάνω από τον σημερινό δρόμο, πάνω από το «μαντρί του Ντούρη», όπου είναι ένας χαρακτηριστικός μεγάλος βράχος. Στην προσπάθειά τους αυτή εγκατέλειψαν ή έχασαν τον ασύρματό τους. Εκεί, οχυρωμένους σ' εκείνο τον βράχο, τους περικύκλωσαν και οι δύο διμοιρίες και με τα σπασμένα γερμανικά του «Πάρη» τους πρότειναν να παραδοθούν. Οι Γερμανοί, μη έχοντας καμιά ελπίδα σωτηρίας, παραδόθηκαν. Ήσαν 15 ή 16 άντρες, οι άλλοι είχαν σκοτωθεί. Οι αντάρτες πήραν 4 ακόμη μυδράλια, 4 Μάρσιπ, 2 όλμους, 19 τουφέκια και πολλά πυρομαχικά. Είχαν και τρεις απώλειες. Τον Θόδωρο Γιαβή από το Λεβίδι, τον Γιώργο Ηλιόπουλο από τα Εξαμίλια και τον Γιάννη Καλαμάτα από τη Μεσσηνία.
Σύμφωνα με τις συνθήκες του ανταρτοπόλεμου, και για λόγους ασφαλείας, τους Γερμανούς τους έγδυσαν κι έτσι γυμνούς τους πέρασαν μέσα από τη Σκοτεινή προς τον Φενεό. «Τους πέρασαν από το χωριό ολοτσίτσιδους», διηγιόταν ο τότε παπάς της Σκοτεινής, κι οι γυναίκες από τη ντροπή τους κρύβονταν.
Τον Πυργάκη, όπως είπα, τον εκτέλεσαν αργότερα, για τον Άρχο δεν έχω μάθει τι απέγινε. Ο «Πάρης» έχει έρθει μερικές φορές στη γιορτή που γίνεται στη Στυμφαλία κατά την επέτειο αυτής της μάχης, που κατέληξε σε μια από τις μεγαλύτερες αποτυχίες των Γερμανών στην Πελοπόννησο.
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 12/7/1990].
Οι δύο ομάδες πλησίασαν τους Γερμανούς κατά τις μεσημβρινές ώρες και ο αιφνιδιασμός τους ήταν απόλυτος. «Εκείνος που σκόπευα εγώ ξυριζόταν», διηγιόταν αργότερα ένας από τους αντάρτες. Με τους πρώτους πυροβολισμούς, οι μισοί Γερμανοί έμειναν νεκροί ή βαριά τραυματισμένοι. Οι υπόλοιποι κατάφεραν όπως-όπως να βγουν από τη ρεματιά και να συμπτυχθούν πάνω από τον σημερινό δρόμο, πάνω από το «μαντρί του Ντούρη», όπου είναι ένας χαρακτηριστικός μεγάλος βράχος. Στην προσπάθειά τους αυτή εγκατέλειψαν ή έχασαν τον ασύρματό τους. Εκεί, οχυρωμένους σ' εκείνο τον βράχο, τους περικύκλωσαν και οι δύο διμοιρίες και με τα σπασμένα γερμανικά του «Πάρη» τους πρότειναν να παραδοθούν. Οι Γερμανοί, μη έχοντας καμιά ελπίδα σωτηρίας, παραδόθηκαν. Ήσαν 15 ή 16 άντρες, οι άλλοι είχαν σκοτωθεί. Οι αντάρτες πήραν 4 ακόμη μυδράλια, 4 Μάρσιπ, 2 όλμους, 19 τουφέκια και πολλά πυρομαχικά. Είχαν και τρεις απώλειες. Τον Θόδωρο Γιαβή από το Λεβίδι, τον Γιώργο Ηλιόπουλο από τα Εξαμίλια και τον Γιάννη Καλαμάτα από τη Μεσσηνία.
Σύμφωνα με τις συνθήκες του ανταρτοπόλεμου, και για λόγους ασφαλείας, τους Γερμανούς τους έγδυσαν κι έτσι γυμνούς τους πέρασαν μέσα από τη Σκοτεινή προς τον Φενεό. «Τους πέρασαν από το χωριό ολοτσίτσιδους», διηγιόταν ο τότε παπάς της Σκοτεινής, κι οι γυναίκες από τη ντροπή τους κρύβονταν.
Τον Πυργάκη, όπως είπα, τον εκτέλεσαν αργότερα, για τον Άρχο δεν έχω μάθει τι απέγινε. Ο «Πάρης» έχει έρθει μερικές φορές στη γιορτή που γίνεται στη Στυμφαλία κατά την επέτειο αυτής της μάχης, που κατέληξε σε μια από τις μεγαλύτερες αποτυχίες των Γερμανών στην Πελοπόννησο.
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 12/7/1990].
