Tuesday, November 1, 1988

Τάκης Μαύρος: Αναμνήσεις ἀπὸ τὸν πόλεμο τοῦ Σαράντα. Ο οδηγός

Θὰ ἦταν οἱ πρῶτες ἀπογευματινὲς ὧρες, ὅταν δόθηκε η διαταγή νὰ μετακινηθοῦμε πρὸς τὰ μετόπισθεν.
        Μιὰ ψιλὴ ἀνοιξιάτικη βροχή ἠρθε τὴν κατάλληλη στιγμή για νὰ προστατέψει τὶς κινήσεις ἀνθρώπων καὶ ζώων ἀπὸ τὰ καλοβαλμένα παρατηρητήρια τῶν Ιταλῶν, ποὺ ἐπόπτευαν ὅλη τὴν ἔκταση τοῦ μετώπου Καλαράτες - Γκολέμι.
        Ἡ «φόρτωση», μιλᾶμε γιὰ μιὰ μονάδα ορειβατικοῦ πυροβολικοῦ, ἔγινε ὁμαλότατα χωρὶς την παραμικρή ταραχή, χωρὶς τὸν ἐλάχιστο ἐκνευρισμό. Ξεκινήσαμε παίρνοντας τὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς, μην ἀφήνοντας πίσω μας παρὰ τὴν ἀνάμνηση τοῦ νικητή.
        Ἡ βροχὴ συνέχισε νὰ προστατεύει τὶς κινήσεις μας ὥσπου νύχτωσε. Συνεχίσαμε νὰ περπατᾶμε πάνω σ ̓ ἕνα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ἀνελέητα αλβανικὰ μονοπάτια ὅλη τὴ νύχτα καὶ τὸ πρῶτο φῶς τῆς μέρας. Μιᾶς μέρας ποὺ προμηνυόταν ηλιόλουστη, μᾶς βρῆκε ἀκόμα μέσα στὸ Ἀλβανικὸ - Ιταλικὸ ἔδαφος, σὲ κάποιο ἐπίπεδο ἀπ ̓ ὅπου διακρινόταν σ ̓ ἀπόσταση λίγων χιλιομέτρων ἕνα χωριὸ μέσα στὸ ελληνικὸ ἔδαφος, τὸ χωριὸ Δρυμάδες. Ὁ φόβος τῶν αεροπλάνων ἦταν φανερὸς καὶ ἐπικείμενος, καὶ γιὰ νὰ τὸν αποφύγουμε, ὁδηγήσαμε τὰ ζῶα μέσα σ ̓ ἕνα δασύλλιο ἀπὸ ψηλόκορμες ἰτιὲς καὶ λεῦκες. Μπαίνοντας παρατήρησα δεξιά μου ἕνα μεγάλο ἄσπρο βράχο μὲ ἕνα χαραχκτηριστικὸ ἀσυνήθιστο σχήμα.
        Ἐμείναμε εκεί ὅλη την ημέρα καὶ τὶς πρῶτες ὧρες τοῦ δειλινοῦ ξεκινήσαμε πάλι γιὰ νὰ περάσουμε μέσα στὴν Ελληνικἡ μεθόριο, ποὺ τὴν διακρίναμε σ’ ἀπόσταση μισής, τὸ πολὺ μιᾶς ὥρας κι ὅπου νομίζαμε ὅτι θὰ εἵμαστε ἀσφαλέστεροι.
        Περπατούσαμε -περπατούσαμε, ἄρχισε νὰ σκοτεινιάζει, ἐμεῖς ἀκόμη περπατούσαμε. Η ὥρα περνοῦσε, ἀλλὰ στὸ χωριὸ Δρυμάδες δὲν φτάναμε. Ἀρχίσαμε νὰ ἀνησυχοῦμε. Οἱ Ιταλοὶ ἔρχονταν πίσω μας καὶ δὲν ἔπρεπε μὲ κανένα τρόπο νὰ μᾶς προφτάσουν. Μὲ τὰ κανόνια φορτωμένα ἐμεῖς συνεχίσαμε νὰ περπατοῦμε.
        Θὰ κόντευαν μεσάνυχτα, ὅταν εἶδα νὰ περνοῦμε πάλι μπρὸς ἀπὸ ἐκεῖνο τὸν μεγάλο χαρακτηριστικὸ λευκὸ βράχο. Τὰ πράγματα εἶχαν γίνει πολὺ σοβαρά. Σταμάτησα τη φάλαγγα, κάλεσα ἕνα λοχία καὶ τοῦ ζήτησα νὰ πάει στὰ «μεταγωγικά» καὶ νὰ μοῦ φέρει ἕνα γερὸ ξεκούραστο μουλάρι. Πράγματι, ἔπειτα ἀπὸ λίγο φάνηκε μέσα στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας, ποὺ τὸ ἔκαναν πηχτότερο τὰ πυκνὰ φύλλα τῶν δέντρων, μιὰ ἀνθρώπινη φιγούρα ποὺ ἔσερνε πίσω της ἕνα ζῶο. Τὸ ξεφορτώσαμε. Μετέφερε κουραμάνες, τὶς μοίρασα στοὺς στρατιῶτες, τοῦ ἔδωσα καὶ αὐτοῦ μισή, τοῦ δέσαμε ἕνα ἄσπρο μαντήλι στὴν οὐρά του, γιὰ νὰ τὸ διακρίνουμε καὶ, δένοντάς το μὲ ἕνα μακρὺ σκοινὶ, τὸ ἀφήσαμε ἐλεύθερο.
        Εκεῖνο δὲ δίστασε οὔτε μία στιγμή. Ξεκίνησε ἀκολουθώντας ἕνα μονοπάτι. Πίσω του, πίσω ἀπὸ τὸ ἄσπρο μαντήλι τῆς οὐρᾶς του, ἀκολουθούσαμε ὅλοι οἱ ἄλλοι, κοντὰ-κοντὰ ὁ ἕνας στὸν ἄλλο γιὰ νὰ μῆ χαθοῦμε πάλι. Σὲ μισὴ ὥρα εἴμαστε μέσα στοὺς Δρυμάδες. Τὸ μουλάρι πήγε πάλι στὴ θέση του καὶ συνεχίσαμε την πορεία μας.
        Τὸ πρωὶ σταματήσαμε. Δὲ θυμοῦμαι γιὰ ποιό λόγο χρειάστηκε νὰ περάσω μπρὸς ἀπ’ τὸ μέρος ὅπου ἦταν δεμένα τὰ ζῶα τῶν μεταγωγικῶν καὶ μιὰ στιγμὴ εἶδα τὸν χτεσινοβραδινὸ ὁδηγό μας. Δυὸ τεράστια αὐτιὰ στράφηκαν πρὸς τὸ μέρος μου καὶ ἅλλα δυό μεγάλα μαῦρα μάτια μὲ κοίταζαν μ ̓ ἕνα βλέμμα ποὺ μοῦ φάνηκε προστατευτικὰ φιλικό. Κατέβασα τὰ δικά μου καὶ προσπέρασα.


Δημοσιεύτηκε στη Νέα Εστία τόμ. 124, τεύχ. 1472, σο. 1657-1658 (1/11/1988)

Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...