Η περιγραφή του ελληνο-ιταλικού πολέμου, γραμμένη από τον Ιταλό Gian Carlo Fusco [1], που φαίνεται να έζησε τα γεγονότα από πολύ κοντά, επιτρέπει στους νεότερους αναγνώστες να σχηματίσουν μια καθαρότερη εικόνα για το τι υπέφεραν οι Έλληνες πρόγονοί τους, όσοι από αυτούς έλαβαν μέρος σε αυτόν, και πώς πέτυχαν τον ηρωισμό εκείνο να αναγκάσουν «τα 8 εκατομμύρια λόγχες του Μουσολίνι» να ξαναμπούν στη θήκη τους.
Από το κείμενο του Fusco διαλέξαμε μόνο το τμήμα, που αφορά την έναρξη της ιταλικής επίθεσης μέχρι τη «σύμπτυξη» πίσω από τις θέσεις της εξόρμησής της. Σε μερικά σημεία παρατίθενται και οι αναμνήσεις του Αναπλιώτη στρατηγού Βάσου Βραχνού, που υπήρξε αν όχι ο κύριος συντελεστής της επιτυχίας της ελληνικής αντεπίθεσης, τουλάχιστον ένας από τους κυριότερους. Έτσι, θα μπορέσει ο αναγνώστης να παρακολουθήσει εύκολα πώς περιγράφεται το ίδιο γεγονός και από τις δύο πλευρές.
Gian Carlo Fusco, Guerra d’Albania
… (σελ. 24) Ο Grazzi παρουσιάζει στον Μεταξά το τελεσίγραφο
Λίγο πριν από τις τρεις το πρωί, ένα μακροσκελές κρυπτογράφημα από τη Ρώμη, απευθυνόμενο ταυτόχρονα στον στρατηγό [Sebastiano] Visconti Prasca και στον υπολοχαγό [Francisco] Jacomini [di San Lavino] (ή Jacomoni), ανάγγειλε ότι ακριβώς αυτή τη στιγμή, ο πρεσβευτής μας στην Αθήνα Grazzi παρουσίαζε στον Μεταξά τη νότα του Μουσολίνι. Η ιταλική κυβέρνηση, μη μπορώντας πια να ανέχεται ότι η Ελλάδα διευκόλυνε τον αγγλικό στόλο, ζητούσε την άδεια να καταλάβει μερικά στρατηγικά σημεία για όλη τη διάρκεια του πολέμου. Στην περίπτωση της αντίστασης, θα κατέφευγε στην βία. Ο Μεταξάς είχε το δικαίωμα να απαντήσει μέχρι τις 6.
Στις 6 παρά τέταρτο, ένα ακαθόριστο φως ανέβηκε πάνω από τα βουνά, μόλις χαράζοντας το σχήμα τους. Μερικές σταγόνες βροχής πιτσίλιζαν στις γούβες της λάσπης. Ένα κρυπτογράφημα «papa» (υπερ-απόλυτης προτεραιότητας), προερχόμενο από τη Ρώμη, επιδόθηκε στον Visconti Prasca από έναν φρουρό απoβλακωμένο από τη νύστα και αχτένιστο. Ο αξιωματικός της «υπηρεσίας G» (: αποκρυπτογράφησης) μετέφρασε αμέσως το μήνυμα. Πέντε λεπτά αργότερα, άλλα κρυπτογραφήματα «papa» μεταδόθησαν στους διοικητές του Σώματος και των Μεραρχιών.
Ο Ιωάννης Μεταξάς είχε απαντήσει ότι θεωρούσε τη νότα του Μουσολίνι ωσάν κήρυξη πολέμου και ότι η Ελλάδα ήταν έτοιμη ν’ αντισταθεί με όλες τις δυνάμεις της.
Στις έξι και πέντε, στο αβέβαιο φως της αυγής, τα συντάγματα της [Ορεινής] Μεραρχίας Julia μπήκαν σε πορεία. Όρθιος πάνω στην άκρη ενός μονοπατιού για μουλάρια, ο στρατηγός [Mario] Girotti έβλεπε τους άνδρες του να περνούν. Το άσπρο του φτερό προβαλόταν πάνω στον μολυβένιο ουρανό.
Τα συντάγματα προχωρούσαν το καθένα στον προορισμό του. Μεταξύ των συνταγμάτων Gemona και Cividale πορεύονταν καμμιά εκατοστή Αλβανοί εθελοντές, τους οποίους οι «Αλπινιστές», για να λέμε την αλήθεια, εμπιστεύονταν πολύ λίγο. Είχαν στρατολογηθεί από όλες τις ηλικίες, μερικοί σχεδόν γέροι, άλλοι ακόμη παιδιά, που μιλούσαν λίγο, χαμηλόφωνα και έστριβαν συνεχώς χοντρά τσιγάρα από άκοπο καπνό. Μόλις και ψέλλιζαν τα ιταλικά, αλλά αντίθετα μιλούσαν πολύ καλά τα ελληνικά και γνώριζαν το έδαφος του Σαραντάπορου και από δω και από κει.
Η μικρή φρουρά της γέφυρας του χωριού Περάτι [2], αποτελούμενη από μισό λόχο τυφεκιοφόρων και από καμμιά δεκαπενταριά τελωνοφύλακες, είχαν αποσυρθεί παίρνοντας τον δρόμο της Κόνιτσας, μιαν ώρα σχεδόν προτού τα συντάγματα Vicenza και L’Aquila φτάσουν στο φυλάκιο. Οι ορεινοί Abruzzesi (κάτοικοι των Αμπρουζίων ορέων), διοικούμενοι από τον ταγματάρχη Fattuzo, βρήκαν άδειο και άνω κάτω το ροζ φυλάκιο των Ελλήνων, αμέσως μετά τη γέφυρα. Τα ορμητικά νερά του Σαραντάπορου είχαν ένα χρώμα πράσινο βαθύ. Παρέσυραν ξεριζωμένα δεντράκια από τις πλαγιές του όρους Γράμμος και μερικά ψόφια πρόβατα. Έβρεχε με διακοπές. Οι ανιχνευτές Αλπίνι, με τη διαίσθηση των ορεινών, που οπουδήποτε και να βρίσκονται είναι σαν στο σπίτι τους, προώθησαν με προφύλαξη αποσπάσματα. Η φάλαγγα, που κατευθυνόταν στην Κόνιτσα, πέντε χιλιόμετρα μετά τη γέφυρα του Περάτι, άρχισαν να ακούνε τον σταθερό θόρυβο του Αώου. Ο μικρός ηπειρώτικος χείμαρρος, με χρώμα στρατιωτικής κουραμάνας, άφριζε ασταμάτητα ανάμεσα στους μυτερούς βράχους. Οι Αλπίνι τον πέρασαν στην παλιά γέφυρα Μπουραζάνη, μολυβένια και ερημική ανάμεσα σε χαμηλούς θάμνους. Ο δρόμος, αρκετά φαρδύς, ήταν σκεπασμένος με 4 τέσσερα λάσπη. Κάθε τόσο, οι αρβύλες με τα καρφιά βυθίζονταν τελείως σε γούβες με λάσπη, που έμοιαζαν με λιμνούλες.
Η φάλαγγα διέσχισε το πρώτο ελληνικό χωριό. καμία εικοσαριά σπίτια που φαίνονταν φτωχικά καμωμένα, βιαστικά εγκαταλελειμμένα κατά τη φυγή του πληθυσμού. Και οι άλλες φάλαγγες, που εν τω μεταξύ βάδιζαν καμμιά 15αριά χιλιόμετρα ανατολικότερα, προς την κατεύθυνση της Φούρκας, συνάντησαν καλύβια μεμονωμένα, άδεια σαν κενά κοχύλια. Το σύνταγμα Gemona ακολουθούσε μονοπάτια μόλις χαραγμένα, που η βροχή είχε μετατρέψει σε χείμαρρους λάσπης. Σε αυτό το μέρος, οι θάμνοι ήσαν πυκνοί, αδιαπέραστοι. Ο καθένας από αυτούς θα μπορούσε να κρύψει μιαν ενέδρα. Οι ανιχνευτές, προηγούμενοι στη μέση της πλαγιάς, ερευνούσαν τις λόχμες με βλέμματα διαπεραστικά και επίμονα. Αλλά δεν ήταν κανείς. Μερικές φωνές καρακάξας, κάποιο θρόισμα, ο ελαφρύς θόρυβος της βροχής.
|
Ήταν φυσικό να υποθέσει κανείς ότι οι Έλληνες, παρά την μέχρις εσχάτων αντίσταση που είχε αναγγείλει ο Μεταξάς, δεν είχαν καμμιά διάθεση να αντιδράσουν, αν από τις πρώτες απογευματινές ώρες δεν διαδιδόταν η πληροφορία μέσω του μυστηριώδους «πρακτορείου της αρβύλας» ότι μια ομάδα από Αλβανούς εθελοντές, ανατολικά από το Περάτι, είχε συγκρουστεί με έναν λόχο (Ελλήνων) για τρεις ώρες περίπου. Κατά το μεσημέρι, απρόοπτα διέκοψαν το πυρ και υποχώρησαν ανάμεσα από τους θάμνους, αφήνοντας πίσω τους μια δεκαριά νεκρών, μερικούς τραυματίες και επτά ή οκτώ αιχμαλώτους. Οι Έλληνες φορούσαν στολές χρώματος καστανού σκούρου και είχαν κράνη σαν πίτες, αγγλικής προέλευσης. Ήταν οπλισμένοι με όπλα «Saint Etienne» και χειροβομβίδες μαντεμένιες, μικρές αλλά βαριές, προχαραγμένης τομής. Ανήκαν σε εκείνο το 15ο Σύνταγμα Ακροβολιστών της Πίνδου, που οι πληροφοριοδότες μας είχαν ήδη επισημάνει στα αριστερά του Σαραντάπορου, εκεί όπου ανοίγεται η κοιλάδα της Φούρκας, ανάμεσα στα βουνά Αρίνα και τα υψώματα του Χρηστοβασίλη. Κατακλυσμοί νεροποντές Εκείνη η μάχη, που υποστήριξε το τμήμα των Αλβανών εθελοντών, ήταν η μοναδική της 28ης Οκτωβρίου. Λίγο μετά τη δύση, το σύνταγμα Tolmezzo, βρεγμένο και κουρασμένο, έφτασε ανενόχλητο στο βάθος της κοιλάδας Belica, κάτω από τα βουνά του Γράμμου, περί τα 20 χιλιόμετρα πέραν των συνόρων. Το Gemona και το Cividale ενώθηκαν στα πλευρά του όρους Σταυρός, στο κέντρο της παράταξης. Το Vicenza κατέλαβε τον Αμάραντο, ένα χωριουδάκι με δέκα σπίτια, όπου έμεναν οι βοσκοί με τα κοπάδια τους, που κρύφτηκαν σκεπάζοντας τις φλόγες στα πρωτόγονα μαγειριά τους. Το Aquila, πιο χαμηλά, ήλεγχε το μέσον της κοιλάδας του Σαραντάπορου. |
Ο εχθρός επιτεθείς αιφνιδιαστικώς από του Γράμμου μέχρι της Αδριατικής θαλάσσης - επί του μετώπου της VIII μεραρχίας και του Αποσπάσματος Πίνδου - επέτυχε να εισέλθει εις αρκετόν βάθος, μεταξύ των νοτίων κλιτύων του Γράμμου και των βορείων κλιτύων του Σμόλικα. Αι πληροφορίαι, άς είχε το Γενικόν Στρατηγείον, κατά το διάστημα της ημέρας της 28ης Οκτωβρίου και κατά το διάστημα της νυκτός της 28ης προς την 29ην, ήσαν συγκεχυμέναι. Το μόνον βέβαιον ήτο ότι ο εχθρός, επιτυχών την ανατροπήν των εκεί τμημάτων μας, εισήλθεν εις το έδαφός μας και εις αρκετόν βάθος. |
| Κατά τη διάρκεια της νύχτας σηκώθηκε ένας θυελλώδης άνεμος. Κατά την αυγή, λιγόστεψε ο άνεμος και έπεσαν από τον ουρανό κρουνοί νερού. Νεροποντή και κάτι παραπάνω. Οι αλπινιστές δεν είχαν ξαναδεί ποτέ βροχή έτσι καταρρακτώδη, τρελή, ασταμάτητη. Εμπόδιζε την ορατότητα σαν πυκνή ομίχλη. Ανύψωνε πίδακες ψηλούς μια πιθαμή στις λακκούβες. Διέλυε τη γη με δύναμη και ξεσκέπαζε τις ρίζες. «Ξεπατώθηκε ο ουρανός», είπε ο αλπινιστής Claut Angelo, μασώντας λίγη γαλέτα. Οι φάλαγγες μπήκαν πάλι σε κίνηση, το βήμα όμως ήταν βαρύ, αβέβαιο. Μια λάσπη σαν κόλλα απλωνόταν όσο έβλεπε το μάτι κάτω από αυτόν τον κατακλυσμό. Οι αρβύλες ήταν σαν ρουφήχτρες. Κάθε κίνηση ήταν μια κούραση. Ήταν καλύτερο να πολεμάει κανείς παρά να βαδίζει με αυτόν τον τρόπο βουτηγμένος μέσα στο βόρβορο. Οι άντρες του 9ου συντάγματος, που βάδιζαν σ’ ένα πεδίο περισσότερο συμπαγές, προχωρούσαν κάπως καλύτερα. Εκείνοι του 8ου, μπλεγμένοι με τα μονοπάτια και με τις αυλακιές, με δυσκολία χαραγμένα ανάμεσα στις λόχμες από κουμαριές και αγκάθια, σε μερικά σημεία βυθίζονταν μέχρι τον αστράγαλο. Οι βρεγμένες γκέτες έσφιγγαν τις κνήμες. Οι βραχείες χλαίνες βάρυναν άκαμπτες. Ο δικηγόρος από τα Τίρανα Στην οπισθοφυλακή, οι πρώτες εφοδιοπομπές προχωρούσαν με κόπο. Τα μουλάρια, σκυμμένα μπροστά, άφηναν στη λάσπη βαθιές τρύπες. Στα δυσκολότερα σημεία, οι ημιονηγοί έπρεπε να βοηθήσουν τα ζώα για να βγάλουν τα πόδια τους από τη γλοιώδη παγίδα. Η κοιλιά των ζώων ήταν ήδη μια κρούστα γκρίζα. Οι πιτσιλιές γίνονταν πιο πυκνές μέχρι πάνω στ’ αυτιά, στα σαμάρια τους. |
Ανεχώρησα εκ Λαρίσσης υπό λίαν δυσμενείς συνθήκας την 15ην ώραν της 29ης Οκτωβρίου δια Κοζάνην και εκείθεν Επταχώριον. |
| Την επομένη, 30 Οκτωβρίου, έβρεχε ακόμα μανιασμένα. Το Tolmezzo στ’ αριστερά έφτασε στη δυτική πλαγιά του Σταυρού, γειτονεύοντας με το Gemona. Το απόγευμα, ένα τμήμα από Αλβανούς εθελοντές, οδηγούμενο από έναν δικηγόρο από τα Τίρανα, που είχε σπουδάσει στη Ρώμη και είχε ένα περίεργο accento trasteverino (: ιδίωμα περιοχής της Ρώμης, πέρα από τον ποταμό Τίβερη) μπήκε στην περιοχή της Κόνιτσας ανάμεσα από μικρούς βρεγμένους κήπους και σιωπηλά σπιτάκια άσπρα και γκρίζα, σκεπασμένα με γυαλιστερές πλάκες. Το μισό σχεδόν του πληθυσμού είχε φύγει προ δυο ημερών προς τα Γιάννενα, με φορτία και έπιπλα. Οι άλλοι είχαν παραμείνει, ακολουθώντας την οδηγία ενός ορθόδοξου ιερομόναχου, του πατέρα Πετροπαπάκη, φιλοαλβανού επιστρατευμένου στην υπηρεσία πληροφοριών του Βασιλέα [της Αλβανίας] Ζώγου μέχρι το τέλος του 1939. Ένας γίγαντας κατάμαυρος, που πήγε μόνος του σε συνάντηση των στρατιωτικών, προφυλαγμένος κάτω από μια τεράστια πράσινη ομπρέλα. | Έφτασα εις το Επταχώριον την 16ην ώρα της 30ης Οκτωβρίου. Εκεί με ενημέρωσε λεπτομερώς περί της μέχρι της στιγμής εκείνης τακτικής καταστάσεως ο Διοικητής του Αποσπάσματος Πίνδου συν/χης πεζικού Κ. Δαβάκης. Η κατάστασις ήτο κρισιμωτάτη. Το Απόσπασμα Πίνδου, ευρεθέν προ υπερτέρων εχθρικών δυνάμεων, υπεχώρησε κατατμηθέν εις τέσσερα άνισα τμήματα, μη έχοντα ουδεμίαν επικοινωνίαν. Διαρροή τμημάτων και αξιωματικών εγγίζουσα τα όρια του πανικού. Αι περιωρισμέναι ελληνικές δυνάμεις ου μόνον δεν επέτυχον επιβράδυνσιν τινά του αντιπάλου, αλλά και απώλεσαν την τοποθεσίαν αντιστάσεως εντός της ημέρας. |
|
Tην ημέρα της 31ης, το 8o Σύνταγμα των αλπινιστών μπόρεσε να πληροφορήσει τον στρατηγό Girotti ότι η κοιλάδα της Φούρκας, τα υψώματα του Αγίου Αθανασίου και του Χρηστοβασίλη, ολόκληρη η νότια πλευρά του Σαραντάπορου ήσαν υπό τον έλεγχο του. Το 9ο, δυτικά, ήταν αντίθετα σταθερά σφηνωμένο στο οροπέδιο της Vojussa (Βωβούσα), και του λοιπού είχε εμπρός μόνο το κυματοειδές υψίπεδο που οδηγούσε κατευθείαν σαν ένας διάδρομος μέχρι το Μέτσοβο. Με μιαν ημέρα καθυστέρηση από την προβλεπόμενη, δεδομένων των εδαφικών δυσκολιών και της κακοκαιρίας, η πρώτη φάση του σχεδίου Evenienza G (: Ευκαιρία G) είχε επιτευχθεί. Οι Έλληνες, μέχρι εκείνη τη στιγμή, με δυσκολία είχαν φανεί εδώ κι εκεί, σε περιπόλους, που είχαν πυροβολήσει χωρίς πεποίθηση ή συλλαμβάνονταν αμέσως χωρίς να προβάλουν αντίσταση. Αλλά το βράδυ της 31ης, ένας δημοδιδάσκαλος από τα Γιάννενα, από μητέρα από το Bari και φιλομουσολινικός, έφτασε στις γραμμές μας με ένα σάκκο στη μασχάλη και έδωσε στον συνταγματάρχη Tavoni, διοικητή του 9ου, πληροφορίες μάλλον ανησυχαστικές. Μεγάλες φάλαγγες ελληνικές βρίσκονταν γειτονικά από τη Julia από τρία σημεία. Το 15ο και το 17ο (συντάγματα) Ακροβολιστών της Πίνδου ξανανέβαιναν την πεδιάδα του Μετσόβου, υποστηριζόμενα (συνοδευόμενα) από διάφορες πυροβολαρχίες των 105. Δυο συντάγματα πεζικού, το 5ο και το 7ο, με άφθονο πυροβολικό, είχαν καταλάβει ήδη θέσεις περί την Φούρκα, στα περίχωρα ενός χωριού καλούμενου Σαμαρίνα. Μια άλλη μεραρχία από εδώ (την περιοχή Ιωαννίνων;) προώθησε ένα τμήμα «Ευζώνων», ειδικευμένων στη χρήση της ξιφολόγχης και είχε καταλάβει τα υψώματα βορειοανατολικά, πάνω στις νότιες κλιτείς της Πίνδου. Σχετικά με τους άλλους τομείς του μετώπου, προς την Κορυτσά και προς την Καλαμπάκα, ο δάσκαλος δεν ήξερε τίποτε με ακρίβεια, αλλά με τα ταλαίπωρα μητρικά ιταλικά του είπε: «Πολλοί στρατιώτες, πάρα πολλοί, και περισσότερα κανόνια παίρνουν τη νύχτα από τον δρόμο. Οι Έλληνες σας αφήνουν να εισχωρήσετε και κατόπιν, μπαμ!» |
Μετά την επί του εδάφους αναγνώρισíν μου την πρωΐαν της 31ης Οκτωβρίου εκ του υψώματος Προφήτης Ηλίας (Επταχωρίου) … έλαβα εξ ιδίας πρωτοβουλίας τας εξής αποφάσεις: 1) να βελτιώσω την τοποθεσίαν της αμύνης, καταλαμβάνων τα υψώματα Προφήτης Ηλίας και Κούτσουρο. 2) να καταλάβω την αμέσως δυτικώς της καθορισθείσης υπό του Τ.Σ.Δ.Μ. γραμμήν αμύνης Φούρκα – Προφήτης Ηλίας – Στουμουλάζαρη – Επάνω Αρένα. Η εκτέλεσις της δευτέρας αποφάσεως έπρεπε να γίνει δια επιθετικής ενεργείας, και μάλιστα δια τμημάτων κατά το πλείστον πανικοβλήτων. |
| Την 1η Νοεμβρίου, ενώ το σύνταγμα Cividale βάδιζε προς τη Σαμαρίνα, κατά τις 10 η ώρα το πρωί, οι πρώτες κανονιές, απρόοπτες και ξερές (αδύνατες) έπεσαν στα πλευρά των αλπινιστών, σηκώνοντας καπνούς άσπρους και ράντισαν με πέτρες το υψίπεδο του Σαραντάπορου. Οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν κανόνια διαμετρήματος των 100, που δεν είχαν μεγάλο βεληνεκές. Από τις πρώτες απογευματινές ώρες, το Cividale κατέλαβε επίσης τα κάτασπρα σπίτια της Σαμαρίνας. Στα αριστερά του βρισκόταν το 9o, προετοιμαζόμενο να περάσει τον Αώο στ’ αριστερά, το Gemona διέκρινε μακριά 3 ή 4 χιλιόμετρα το χωριό Λασμίδα. | Την πρωΐαν της 1ης Νοεμβρίου ανήλθον εις το επί του υψώματος Προφήτης Ηλίας (Επταχωρίου) παρατηρητήριον της Μεραρχίας και παρέμεινα επι τούτου μέχρι της 17.00 ώρας, διευθύνων την επιχείρησιν. Κατά το διάστημα της εκεί παραμονής μου υπέστην αρκετήν δοκιμασίαν, το μεν διότι έβλεπον τον εχθρόν να προχωρεί εν τη κατευθύνσει Φούρκα - Ρωμηός – Σαμαρίνα, πράγμα όπερ δήλωνεν ότι η επιθετική ενέργεια δεν είχε εκτελεσθεί, ούτε το ύψωμα Προφήτης Ηλίας είχε καταληφθεί. Επιστρέφων εις Επταχώριον την 18.00 συνάντησα αξιωματικόν με ομάδα στρατιωτών και επληροφορήθην παρ’ αυτού ότι άπαντες ανήκον εις τον 2ον λόχον του 4ου Συντάγματος Πεζικού, και ότι κατά την επίθεσίν των προς Γάβρον - Τσούκα - Φούρκα είχε φονευθεί ο διοικητής των, υπολοχαγός Αλέξανδρος Διάκος και ο έφεδρος ανθ/γός Ελευθέριος Ντάσκας και ότι ο λόχος των είχε διαλυθεί. Μόλις επλησίασα εις το τηλεφωνικόν κέντρον της Μεραρχίας, μοι ανέφερεν ο προϊστάμενος τούτου ότι το ενεργούν εν τη κατευθύνσει Πρίασκος - Λυκορράχη απόσπασμα του αντισυνταγματάρχου Μεσύρη κατέλαβε την Λυκορράχην, συνέλαβε 136 αιχμαλώτους Ιταλούς, εξ ων τρεις αξιωματικούς, και 120 ημιόνους, και άφθονον παντοειδές υλικόν. Εν τω μεταξύ, έφθασε πληροφορία ότι εντός λεπτών κατέφθανε και το ΙΙΙ τάγμα του 52 Συντάγματος προς ενίσχυσιν. Περί το μεσονύκτιον έλαβον αναφοράν του συνταγματάρχου Δαβάκη, εις ην ανέφερεν ότι περί το τέλος της ημέρας, δι επιτυχούς επιθέσεως μετωπικής και πλευρικής, κατελήφθησαν τα αμέσως ανατολικώς του υψώματος Προφήτης Ηλίας αντερείσματα και ότι αντεπίθεσις του εχθρού απεκρούσθη. |
| Επίθεση με την ξιφολόγχη Στις 2 Νοεμβρίου, κάτω από μια βροχή με μπουμπουνητά, το Gemona ήρθε στήθος με στήθος, με κάποια έκπληξη, εναντίον δύο ταγμάτων της 7ης Ελληνικής Μεραρχίας Πεζικού. Μπήκαν σε σκληρή μάχη. Ο εχθρός παρένθεση (οι Έλληνες) χρησιμοποιούσαν καλά, στην κατάλληλη στιγμή, τους όλμους των 71, ιταλικής κατασκευής. Σε μερικά σημεία έφτασαν μέχρι την ξιφολόγχη. Βλέποντας τους εαυτούς τους αποκλεισμένους και διαισθανόμενοι ότι η κατάσταση θα γινόταν ακόμη πιο δύσκολη, ο διοικητής του 8ου αλπινιστών συνταγματάρχης Dapino διέταξε το Tolmezzo και το Cividale να εγκαταλείψουν το δρομολόγιο της κορυφής και να κατέβουν στα μέσα της πλαγιάς. Επίσης, το Gemona, αναδιπλωνόμενο στα αριστερά, πέτυχε ν’ απαγκιστρωθεί. Εν τω μεταξύ, το 9ο σύνταγμα επαναλάμβανε χωρίς επιτυχία τις προσπάθειές του να διαπεράσει τον Αώο στην πεδιάδα. Τα αφρισμένα νερά του ποταμιού, τροφοδοτημένα από την καταρρακτώδη βροχή, έσπασαν σαν αχυρένια τα υποστυλώματα της γέφυρας και του καταστρώματος. Πολλοί στρατιώτες και πολλά μουλάρια είχαν παρασυρθεί. Ένα μακρόσυρτο γκάρισμα, μερικά φρενήρη χτυπήματα των ποδαριών, το πλατάγισμα μιας βραχείας χλαίνης στον αφρό του νερού. Και μετά, τίποτε. |
Τας πρωινάς ώρας της 2ας Νοεμβρίου κατελήφθη εξ ολοκλήρου το ύψωμα Προφήτης Ηλείας (Φούρκας). Ο τραυματισμός του συνταγματάρχου Κ. Δαβάκη και η μη έγκαιρος άφιξις του ΙΙΙ/52 Τάγματος, λόγω υπερκοπώσεώς του εκ της πολυημέρου πορείας και του διακεκομμένου του εδάφους, επεβράδυναν την προχωρητικήν κίνησιν του Αποσπάσματος και ένεκα τούτου κατελήφθη τας εσπερινάς ώρας, κατόπιν μάχης, μόνον η Φούρκα, συλληφθέντων 40 αιχμαλώτων και παντοειδούς υλικού. |
| Την ημέρα της 3ης [Νοεμβρίου], επτά ημέρες μετά την είσοδο στο ελληνικό έδαφος, ο εχθρός επετέθη αιφνιδιαστικά με το πρώτο φως της ημέρας, με δυνάμεις φανερά ανώτερες από εκείνες που μέχρι εκείνη την ώρα διακρίνονταν. Οι βολές του πυροβολικού, ανταποδιδόμενες εδώ κι εκεί από τα κανόνια του 3ου Ορεινού, ήσαν επίμονες και μεγάλης ακριβείας. Όταν σταμάτησε η βροχή, άρχισαν να πετούν πάνω από το κεφάλι των Gemona και Tolmezzo, στο γκρίζο ουρανό, μερικά σκοτεινόχρωμα καταδιωκτικά, πολυβoλώντας τα λείψανα από χαμηλό ύψος. Οι αλπινιστές, παρά την ορεινή τους ανθεκτικότητα, ήσαν κάπως έκπληκτοι από αυτήν την απρόσμενη αφύπνιση του εχθρού, πιο βίαιη και σκληρή από κάθε πρόβλεψη. Τα συντάγματα, σε συνεχή πολεμική δράση από μια βδομάδα, σαπισμένα από τη βροχή, κατακουρασμένα, χωρίς τρόφιμα, αντιστάθηκαν αποστομώνοντας την ορμή των Ελλήνων και των στοιχείων της φύσης. Μεταξύ των τμημάτων της πρώτης γραμμής και του εφοδιασμού της επιμελητείας των Μεραρχιών, η επαφή κρατιόταν πάντα με μεγάλη δυσκολία. Οι εφοδιοπομπές, αποστελλόμενες από την Κόνιτσα για να εφοδιάσουν τα μουσκεμένα τάγματα ανάμεσα στη Λασμίδα και τη Σαμαρίνα, μόνο κατά μικρό μέρος κατάφεραν να ξεπεράσουν το φράγμα του νερού και της λάσπης ύψους είκοσι εκατοστών που τις χώριζαν επί 20 χιλιόμετρα από τις γραμμές (του πυρός). Το 9ο σύνταγμα συνεχίζει τη σκληρή απελπισμένη τύχη του εναντίον του ορμητικού ρεύματος του Αώου, που έτρεχε μέσα στη βραχώδη κοίτη του, στροβιλίζοντας βόρβορο και συντρίμμια. | Την πρωΐαν της 3ης Νοεμβρίου εσυνεχίσθη η προχωρητική κίνησις του Αποσπάσματος προς τα υψώματα Ταμπούρι και Λιάγκη, ά και κατελήφθησαν. Η 1η Μεραρχία κατείχεν ήδη ισχυρώς την προκεχωρημένην γραμμήν Λυκορράχη - Κάντζικον - Ταμούρι – Λιάγκη. Από της καταλήψεως της γραμμής αυτής, ήτις ενείχεν μεγάλην στρατιωτικήν σημασίαν, η πλάστιγξ της μάχης της Πίνδου έκλινεν οριστικώς υπέρ των Ελληνικών όπλων, διότι απεκόπη η οδός υποχωρήσεως της προς Μέτσοβον κινουμένης μεραρχίας Αλπινιστών Julia, η οδός ανεφοδιασμού και η τοιαύτη ενισχύσεως και ούτω επήλθε το αναπόφευκτον και γνωστόν εις όλον τον κόσμον οικτρόν τέλος της. |
Την 4η Νοεμβρίου, ενώ τα τμήματά μας ξανασυγκεντρώνονταν ακίνητα για να ανασυγκροτήσουν τις δυνάμεις τους εν αναμονή ενισχύσεων, οι Έλληνες γίνονταν πολυπληθέστεροι. Άλλα δύο συντάγματα, άλλες πυροβολαρχίες των 105 και 151 στριμώχνονταν κάτω, προερχόμενα από το Μέτσοβο, τα Γιάννενα και την Καλαμπάκα. Ακριβείς βολές του πυροβολικού και βολές όλμων που πλησίαζαν, διέλυαν τις εφοδιοπομπές που υπομονετικά βάδιζαν προς τις θέσεις που κρατούσαν το 8ο και το 9ο (συντάγματα).
Την 5η, η κατάσταση γρήγορα επιδεινώθηκε. Μια δεκάδα συνταγμάτων με καστανές στολές ρίχτηκε πάνω στο Gemona και στο Cividale σαν ένα κοπάδι κυνηγετικών σκυλιών σε δύο αγριόχοιρους, έτοιμους να πουλήσουν ακριβά τη ζωή τους.
Ο εχθρός σύμφωνα με τις κινήσεις του αποκάλυψε καθαρά τις προθέσεις του να μπει ανάμεσα στο 9ο και στο 8ο, με την ελπίδα να τα απομονώσει. Για μια ώρα φαινόταν ότι τα τμήματα του συνταγματάρχου Dapino και εκείνα του συνταγματάρχου Tavoni είχαν χάσει την επαφή. Κατόπιν, με ένα τρομερό άλμα προς τα εμπρός, το Gemona και το L'Aquila πέτυχαν να διαφύγουν. Η πείνα, το κρύο, η εξάντληση, δεν είχαν ακόμη καταβάλει τη Julia. Ο στρατηγός Girotti, ευχαριστημένος από τις άμεσες ενέργειες του Visconti Prasca, είχε διατάξει (αναγγείλει): «το 8ο κρατάει καλά, το 9ο υποστηρίζει τη δεξιά».
Τις πρώτες απογευματινές ώρες της 5ης, εμφανίστηκαν στον αέρα μερικά ιταλικά αεροπλάνα, που έρριξαν ζωοτροφές πάνω στη λάσπη και στις χαράδρες. Τροφές και πυρομαχικά. Εφόδια λίγα αλλά πολύτιμα. «Ίσως έρθει να τα βρει η Ροζίνα» φώναξε ο δεκανέας Fortuna Francesco, κουνώντας τα χέρια του προς τα αεροπλάνα.
Δεν θα χάσουμε έδαφος
Την επομένη, 6η Νοεμβρίου, η βροχή ξανάρχισε θυελλώδης. Παρ’ όλα αυτά, κύματα Ελλήνων επετέθησαν εναντίον των προφυλακών των συνταγμάτων των περισσότερο πιεζομένων Tolmezzo, L’Aquila, Cividale. Οι αλπινιστές, φυτεμένοι μέσα στη λάσπη, δεν έχασαν ούτε ένα βήμα έδαφος. Αλλά είχαν φτάσει στα όρια της ανθρώπινης αντοχής, και η κατάρρευση μπορούσε να συμβεί από τη μια στιγμή στην άλλη. Κατόπιν αυτού, ο συνταγματάρχης Dapino διέταξε όπως το 8ο, απαγκιστρούμενο προοδευτικά στα δεξιά, να συμπτυχθεί με το 9ο με τρόπο που να σχηματίσουν ένα συμπαγές στρώμα εμπρός στον εχθρικό καταπέλτη. Η επιχείρηση αναπτύχθηκε αρκετά καλά κατά τη διάρκεια του απογεύματος.
Προτού να απελευθερωθούν από την επαφή, το Tolmezzo αντεπιτέθηκε πέντε φορές, παίρνοντας όπλα και συλλαμβάνοντας καμμιά σαρανταριά αιχμαλώτους. Το Cividale, μισoπερικυκλωμένο, σφυροκοπούμενο από τους όλμους των 81, μαστιγούμενο στα πλευρά από τα διασταυρούμενα πυρά πολυβόλων, ήταν το τελευταίο για να υποχωρήσει προς τη δύση. Το τάγμα του αντισυνταγματάρχη Zacchi είχε χάσει το ένα τρίτο της δυνάμεώς του.
Τα δύο συντάγματα της Julia, από τη μιαν άμυνα στην άλλη, συγκεντρώθηκαν μόλις νύχτωσε. Οι άντρες αξύριστοι και κακοντυμένοι, είχαν κατανάλωση και το τελευταίο φυσίγγιο στο χείλος των χαρακωμάτων πάνω στα κρεμαστά βράχια.
Το επόμενο πρωί, 7 Νοεμβρίου, ο Ανώτερος Διοικητής Στρατιάς της Αλβανίας, εμφανιζόμενος για πρώτη φορά, έδωσε με τον ασύρματο κρυπτογράφημα στη μεραρχία των αλπινιστών, τη διαταγή να συμπτυχθούν στην Κόνιτσα, για να εμποδίσουν τους Έλληνες να περάσουν από το ναό στον πελάτη.
«Καταλάβαμε», σχολίασε ένας αλπινιστής, ο Giacomo Copetti του Gemona, «il gallo é andato soto la gallina» («ο κόκορας πήγε κάτω από την κότα»). Πράγματι, οι Έλληνες από την άμυνα είχαν περάσει στην επίθεση. Αξιόμαχες δυνάμεις τεσσάρων άλλων μεραρχιών πίεζαν τα Αλβανικά σύνορα.
…
Εδώ θα σταματήσουμε την περιγραφή του Ιταλού, γιατί δεν αφορά πια το θέμα μας. Αλλά πριν κλείσουμε, ας μας επιτραπεί να προσθέσουμε δύο λόγια για μια υποχρέωση που έχουμε στη μνήμη του Βάσου Βραχνού, αυτού του άξιου Αναπλιώτη.
Το Γενικό Επιτελείο Στρατού, στην έκδοση του «Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος 1940 – 41 (ΑΘήναι, 1960)», αναφερόμενος στην δράση του Βάσου Βραχνού ως διοικητού της 1ης Μεραρχίας γράφει (σ. 134):
«Η εγκατάσταση διοικήσεως Μεγάλης Μονάδος εις Επταχώριον, η συνεχής άφιξις ενισχύσεων και αι ακαταπόνηται προσπάθειες, άς κατέβαλεν ο Διοικητής και οι αξιωματικοί του Αποσπάσματος Πίνδου δια την ταχίστην ανασυγκρότηση των τμημάτων των, ανεπτέρωσαν το ηθικόν πάντων. Ούτω, κατά τας επομένας ημέρας κατορθώθη η ραγδαία υπέρ των Ελληνικών όπλων ανατροπή της καταστάσεως εις τον τομέα της Πίνδου, καταλήξασα εις αληθή συμφοράν των διεισδυσασών Ιταλικών δυνάμεων».
Αναμφίβολα, τον πρώτο ρόλο διεδραμάτισε το κουράγιο των Ελλήνων στρατιωτών που κάτω από τις ίδιες αντίξοες συνθήκες με τους Ιταλούς, και με χειρότερον ιματισμό, υπόδηση και τροφοδοσία, για να μην αναφερθούμε και στον οπλισμό, κατόρθωσαν να τους επιβληθούν. Αλλά και ο ρόλος του ηγήτορα, που στην κρίσιμη στιγμή δεν χάνει το θάρρος του, γνωρίζει και να βρει τη σωστή λύση και να την υποδείξει και να την εφαρμόσει, δεν πρέπει να αγνοείται.
Ο Δήμος Ναυπλιέων, που είχε τη σωστή κρίση να τιμήσει με ανδριάντα έναν Λεκόπουλο και έναν Τερζάκη, δεν θα πρέπει να κάνει κάτι και για τον Βάσο Βραχνό, στον οποίο όχι μόνο το Ναύπλιο αλλά και ολόκληρη η Ελλάδα χρωστάει μια από τις ωραιότερες σελίδες της ιστορίας της;
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Gian Carlo Fusco, Guerra d’Albania, εκδ. Feltrinelli, Milano 1961.
[2] Το Περάτι αποτελεί ιστορικό σημείο στα ελληνοαλβανικά σύνορα, γνωστό για τη γέφυρα στον ποταμό Σαραντάπορο, απ' όπου το 1940 οι Ιταλοί εισέβαλαν στην Ελλάδα. Βρίσκεται κοντά στην περιοχή της Μέρτζιανης, αποτελώντας κρίσιμο μεθοριακό πέρασμα. Η ιστορική πέτρινη γέφυρα καταστράφηκε και ανακατασκευάστηκε πολλές φορές κατά τον πόλεμο. Σήμερα σώζονται μόνο τα βάθρα της γέφυρας και ερείπια φυλακίων. Βλ. εδώ.
[Δημοσιεύτηκε στο Δελτίο του Τοπικού Ιστορικού Αρχείου Ναυπλίου, τεύχ. 5 (Οκτ. 1988), σσ. 67-77].