Η προτίμησή του αυτή στα Μετέωρα οφείλεται στις πληροφορίες, που συγκέντρωσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έμεινε τρία χρόνια, μαθαίνοντας Τούρκικα και Ελληνικά.
Εφοδιασμένος με τα απαραίτητα τουρκικά έγγραφα και συστατικές επιστολές Ελλήνων μητροπολιτών, ξεκίνησε ο νεαρός καθηγητής για το επίμοχθο ερευνητικό ταξίδι του.
Τις εντυπώσεις του από την περιπέτεια του αυτή - γιατί τότε ήταν και λίγο περιπέτεια μια επίσκεψη στα Μετέωρα - μας τις διέσωσε σε διάφορα γράμματά του, που έμοιαζαν και με ημερολόγιο και που έστελνε σε φίλους του. Με τον τίτλο «Το οδοιπορικό της Θεσσαλίας 1779» [1] εξέδωσαν όσες πληροφορίες αναφέρονται στο ταξίδι του στον ελληνικό χώρο. Και από αυτές σταχυολογούμε όσες νομίσαμε ότι παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τα μοναστήρια, που επισκέφθηκε, για τους καλόγηρους που είδε και πώς τους είδε, και φυσικά και για το «ερευνητικό» του έργου γύρω από τα χειρόγραφα. Γράφει, λοιπόν:
Σελ. 40. «Ζητώ να βρω χειρόγραφα σε περγαμηνή που, όπως λένε, υπάρχουν στα ελληνικά μοναστήρια … μόνο που τα χειρόγραφα αυτά δεν είναι ευκολότερο προσιτά από το χρυσόμαλλο δέρας, γιατί η ιστορία στα μοναστήρια αυτά είναι πολύ δύσκολη, χωρίς να λογαριάσουμε ότι τα φυλάγουν απαίδευτοι και φιλύποπτοι καλόγεροι, που τα κλωσούν όπως ο δράκοντας που κάθεται πάνω στο χρυσάφι, και μόλις επιτρέπουν να τα ιδεί κανείς».
Σελ. 44. «Ένας λαός (ο ελληνικός) τόσο καθυστερημένος και τόσο απαίδευτος, που δεν ξέρει πόσο ξακουσμένος ήταν κάποτε ο τόπος του». Αναφερόμενος στη λεηλασία, που έκανε στα χειρόγραφα των μοναστηριών ο από την Κύπρο Αθανάσιος τον 16ο αι., προσθέτει: «φαίνεται λοιπόν ότι εμείς τα παιδιά του βορρά δεν είμαστε οι μόνοι που μ’ αυτόν τον τρόπο λεηλατηθήκαμε από τους πνευματικούς Ρωμαίους. Μια πυρκαϊά … και μια ακόμα ατυχία - ο ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας Νικόλας Γκίκας είχε δανειστεί χειρόγραφα με τον σκοπό να τα τυπώσει και να τα επιστρέψει. Δεν έκανε ούτε το ένα ούτε το άλλο - αυτές είναι οι πνευματικές ασκήμιες που τα μέρη αυτά εγνώρισαν». Και συνεχίζει: «Επειδή ο επίσκοπος Σταγών Παρθένιος δεν εγνώριζε την περικοπή του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου 1.5.7 περί των τριών μαρτύρων», η οποία και δεν αναφέρεται εις τα ανατολικά ευαγγέλια, προσθέτει: «από δω μπορεί κανείς να συμπεράνει πόσο ρηχές γνώσεις έχουν οι νέοι έλληνες στην κριτική, αφού οι μορφωμένοι επίσκοποι αγνοούν ολωσδιόλου πράγματα που σ’ όλη την Ευρώπη είναι γνωστά» [2].
Σελ. 83. «Τα χειρόγραφα που ανήκουν στη μονή βρίσκονται σε δύο δωμάτια πάνω από την εκκλησία … βρίσκονται σε μεγάλη αταξία και πνιγμένα στη σκόνη. Ένας καλόγερος … έβαλε εδώ και λίγο καιρό ετικέτες και τίτλους στους φακέλλους με τα χειρόγραφα, και στα ράφια. Υπάρχουν πλήθος χειρογράφων … Από την βιβλιοσυλλογή αυτή πήρα το «Ιωσήπου περί αλώσεως λόγος», για να το εξετάσω καλύτερα στο δωμάτιό μου … Το εζήτησα αρκετά προσεκτικά. Είναι χειρόγραφο σε περγαμηνή φόλιο γραμμένο εδώ και τουλάχιστον 400 χρόνια».
Σελ. 89. «Οι καλόγεροι είναι οκνηροί και δεν θέλουν να μάθουν αρχαία ελληνικά».
Σελ. 95. «Μονή Βαρλαάμ. Επισκέφθηκα το δωμάτιο όπου φυλάγονται τα βιβλία. Τα φροντίζει ένας ογδοντάρης μοναχός, που έβαλε τα γέλια όταν έμαθε ότι ήθελα να εξετάσω αυτά τα σκονισμένα βιβλία … Από την πνευματική αυτή περιουσία μετέφερα ολόκληρο καλάθι στο δωμάτιό μου, ώστε να εξετάσω με περισσότερη άνεση την αξία τους, και ακόμη για να μην κουράσω με την πολύωρη παραμονή μου τον γέρο βιβλιοθηκάριο, που μόλις έφαγε και θέλει να πλαγιάσει στο κρεβάτι. Λυπηρό που η φροντίδα τέτοιου θησαυρού δεν έπεσε σε καλύτερα χέρια. Ο γέρος είναι τόσο οκνός, που ούτε να δει δεν θέλει βιβλίο, πολύ λιγότερο να διαβάσει. Άλλωστε τα βιβλία βρίσκονται σε μια σκοτεινή τρύπα και είναι σκεπασμένα από τη σκόνη».
Σελ. 96. Σχετικά με τις κλοπές των χειρογράφων σημειώνει: «Για πολλούς λόγους οι καθολικοί προξένησαν κάθε δυνατό κακό στους Έλληνες».
Σελ. 103. «Στο μοναστήρι του Βυτουμά οι μοναχοί ζουν βυθισμένοι στην αμορφωσιά και δεν μπορούν να διαβάσουν ούτε ένα βιβλίο».
Σελ. 104. Στο μοναστήρι του Δουσίκου [σήμερα Μονή Αγ. Βησσαρίωνος], μου έφεραν ένα μεγάλο χειρόγραφο τετραευάγγελο με σημειώματα παντού στο περιθώριο, και μου έδωσαν μεγάλη χαρά».
Σελ. 105. «Έξω από κάποιο κελλί βρήκα ανάμεσα σε σωρό χαλίκια πλήθος χειρόγραφα, πεταμένα όπως και τα σκουπίδια. Έβαλα να τα ξεχώσουν από τις πέτρες και να τα μαζέψουν όλα μαζί. Θλίψη ένιωσα βλέποντας τα χάλια αυτά, μουσκεμένα από την βροχή και από την υγρασία … Είπα να μου τα κουβαλήσουν στο δωμάτιό μου για να τα εξετάσω ένα-ένα, δοκιμάζοντας φρίκη για την κατάστασή τους … Υπήρχε κατάλογος όλων αυτών των συγγραμμάτων, που όμως χάθηκε εξ’ αιτίας της αμέλειας των μοναχών».
Σελ. 107. «Στην εκκλησία μαζεύονται μόνο για να χασμουριούνται και να μορφάζουν».
Σελ. 108. «Αφού τέλειωσα την δουλειά στην βιβλιοθήκη της μονής, όπου βρέθηκα και στην ανάγκη να πνίγω την αγανάκτησή μου καθώς έβλεπα τους ανόητους και αγράμματους καλόγερους να κοροϊδεύουν τον μόχθο μου, πήγα να επισκεφτώ τα μικρά παρεκκλήσια που είναι χτισμένα πάνω από την εκκλησία. Εδώ είδα πλήθος από ελληνικά χειρόγραφα πεταγμένα άταχτα και σκεπασμένα με σκόνη και σκουπίδια … Αρκετά ήσαν γραμμένα με πολλήν φροντίδα σε μεγάλα φύλλα περγαμηνής».
Η επίσκεψη του Björnstahl στα Μετέωρα κράτησε συνολικά, γιατί επισκέφθηκε και άλλα μοναστήρια, μέχρι τις 27 Mαΐου 1779. Στην επιστροφή προσεβλήθη από πανώλη, η οποία έπειτα από λίγες μέρες, στις 11 Iουλίου [1779], τον οδήγησε στον τάφο στη Θεσσαλονίκη όπου τον είχαν μεταφέρει εσπευσμένα.
Από δω και πέρα αρχίζει η βασιλική κακοτυχία …
Στις αποσκευές του J.J. Björnstahl βρέθηκαν μόνο 13 ελληνικά χειρόγραφα, που μαζί με τα άλλα του βιβλία τα κληροδότησε στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου [της] Uppsala. Και τα 13 προέρχονται από τα Θεσσαλικά μοναστήρια [3]. Ομολογουμένως, ο βασιλιάς της Σουηδίας Γουσταύος ο Γ’ δεν ήταν τυχερός. Ή τουλάχιστον δεν ήταν τόσο τυχερός, όσο η Εθνική Βιβλιοθήκη των Παρισίων, η οποία τα κατάφερε μέσω του αρχαιολογικού Ιστορικού Αρχείου Αρχαιοτήτων & Αναστηλώσεων (HAAS) να της χαρίσει η βασίλισσα Αμαλία 84 πατριαρχικά σιγίλλια, έναν ολόκληρο θησαυρό, με τόση επιμέλεια και τόσους κόπους συγκεντρωμένο από τον πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Μπγιέρνστολ Γιάκομπ, Το οδοιπορικό της Θεσσαλίας 1779, έκδ. Τα Τετράδια του Ρήγα, Θεσσαλονίκη 1979.
2. Δεν βρίσκουμε την Καινή Διαθήκη στο σουηδικό κείμενο και έτσι δεν μπορούμε να ξέρουμε το μέγεθος του σφάλματος των ορθοδόξων μητροπολιτών, που αγνοούν το σχετικό εδάφιο των τριών μαρτύρων.
3. Rudberg S., Notices sur les manuscrits grecs d'Uppsala, Studia Codicologica, Berlin, Akademie-Verlag, 1977, p. 395-400.
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 15/1/1986].