Η τοιχογραφία αὐτή εἶχε διαστάσεις 2 Χ 3-3,5 μέτρα καὶ ήταν ἔργο ἑνὸς στρατιώτη τῆς μονάδας τῶν ̓Αλπίνι, ποὺ καταυλίστηκε τότε, τὸ 1941-42, στὸ Μεταξουργεῖο. ̓Απεικόνιζε μιὰν ὁμάδα Ιταλῶν πυροβολητῶν νὰ βάλλουν ἀπὸ τὴ γέφυρα Ντραγκότι ἐναντίον τῶν ὀχυρωμένων Ἑλλήνων, στὸ κεντρικὸ μέτωπο τῆς Κλεισούρας.
Η επέτειος τῆς 28 Οκτωβρίου 1940 καὶ η τοιχογραφία ἔφεραν στη μνήμη μου δυὸ ἄλλα περιστατικὰ ἀπὸ τὸν ελληνοϊταλικὸ πόλεμο. Περιστατικά, ποὺ ποτὲ δὲν μάθαμε ποιοί ἦταν οἱ ἡρωές τους καὶ πού, ὡστόσο, εἶχαν μεγάλη σημασία γιὰ τὸν ̓Αγώνα.
Μιὰ ἀπὸ τὶς πρῶτες ἀντιξοότητες, ποὺ εἴχαμε νὰ ἀντιμετωπίσουμε στὸν πόλεμο ἐκεῖνον, ἦσαν καὶ οἱ πρόχειροι χάρτες τοῦ Αλβανικοῦ ἐδάφους. Δὲν ξέρω τί ἀκριβῶς εἶχε γίνει καὶ δὲν εἶχαν καμιὰν ἀκρίβεια. Τὸ ἀναφέραμε στὶς προϊστάμενές μας ̓Αρχὲς καὶ σὲ ἐλάχιστο χρονικὸ διάστημα, μιλᾶμε γιὰ δύο ή τρεῖς μέρες, μᾶς ἔφεραν καινούριους. Μὲ ἔκπληξή μας ὅμως εἴδαμε ὅτι οἱ χάρτες αὐτοὶ ἦσαν γραμμένοι μὲ λατινικὰ στοιχεῖα καὶ στὰ γερμανικά ! Έπειτα μάθαμε πὼς ήσαν τοῦ Αὐστρο-ουγγρικοῦ Επιτελείου ἀπὸ τὸν πόλεμο τοῦ 1914. Μ’ αυτούς, λοιπόν, κάναμε τὴ δουλειά μας. Με γερμανικοὺς χάρτες πολεμούσαμε τοὺς συμμάχους τους τοὺς Ιταλούς.
Κάτι ἀνάλογο ἔγινε καὶ μὲ τὰ πυρομαχικά. Ο ὁπλισμὸς τοῦ ὀρειβατικοῦ πυροβολικοῦ μας εἶχε χυρίως γαλλική προέλευση, ὅπως καὶ τὰ πυρομαχικά του. Στὸ διαμέτρημα ὅμως τῶν 10,5 - ἔτσι ἦταν γνωστὰ τὰ μεγαλύτερα καὶ βαρύτερα ἀπὸ τὰ ὀρειβατικὰ κανόνια - ἀπὸ τὶς πρῶτες μέρες, ἀπὸ τὶς πρῶτες βολές, παρουσιάστηκε ἕνα σοβαρότατο μειονέκτημα. Απὸ ἐλαττωματικὴ κατασκευἡ τῶν πυροσωλήνων – πυροσωλήνας ἦταν ἕνα ἐξάρτημα ποὺ τὸ βίδωναν τὴν τελευταία στιγμή στὸ μπροστινὸ τμήμα τῆς ὀβίδας καὶ ποὺ μετέτρεπε την πρόσκρουση σὲ ἀνάφλεξη καὶ ἔκρηξη - η ἔκρηξη δὲ γινόταν στὸ τέρμα τῆς διαδρομής τῆς ὁβίδας, ἀλλὰ πρὶν ἀκόμη βγεῖ ἀπὸ τὸν σωλήνα, μὲ ἀποτέλεσμα τὰ κανόνια νὰ «σχίζονται» κυριολεκτικὰ καὶ να μετατρέπονται σὲ τερατώδη γαρύφαλα. Είχαμε καὶ θύματα στὸ προσωπικό μας.
Αὐτὸ ὅμως δὲν κράτησε παρὰ δύο ημέρες. Την τρίτη μᾶς ἔστειλαν πυροσωλήνες γερμανικῆς κατασκευής: Rheinmetal, ποὺ λειτούργησαν περίφημα σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ πολέμου.
Ποιοί, πῶς, ποῦ καὶ πὀτε πρόλαβαν νὰ βροῦν τοὺς κατάλληλους χάρτες καὶ τὰ κατάλληλα πυρομαχικά, καὶ νὰ τὰ προωθήσουν στὶς μαχόμενες μονάδες τοῦ μετώπου, δὲ μάθαμε ποτέ. Καὶ ἴσως δὲ χρειάζεται καὶ νὰ μάθουμε. Αλλὰ ἕνα εἶναι βέβαιο. Ήρωες εἴχαμε καὶ στὰ ἐργαστήρια τοῦ ἐσωτερικοῦ (διαφορετικά, πῶς θὰ γινόταν τὀσο γρήγορα ἡ ἀποστολὴ πυροσωλήνων καὶ χαρτῶν;) καὶ στὰ γραφεῖα καὶ στὶς Πρεσβεῖες. Δὲν κρατοῦσαν τουφέκι ὅπως ἐμεῖς. Μερικοὶ μάλιστα, ἴσως καὶ νὰ μὴν τὸ εἶχαν δεῖ ποτέ. ̓Αλλὰ μ ̓ ἕνα ποτήρι οὐίσκυ στὸ ἕνα χέρι καὶ ἕνα τσιγάρο στὸ ἄλλο, πολέμησαν κι αὐτοί, καὶ μὲ τὸ ἔργο τους ἔδωσαν κι αὐτοὶ γιὰ τὴν πατρίδα τους ὅσα καὶ κάθε ἄλλος τίμιος Έλληνας.
Δημοσιεύτηκε στη Νέα Εστία τόμ. 118, τεύχ. 1400, σ. 1408 (1/11/1985)
Η επέτειος τῆς 28 Οκτωβρίου 1940 καὶ η τοιχογραφία ἔφεραν στη μνήμη μου δυὸ ἄλλα περιστατικὰ ἀπὸ τὸν ελληνοϊταλικὸ πόλεμο. Περιστατικά, ποὺ ποτὲ δὲν μάθαμε ποιοί ἦταν οἱ ἡρωές τους καὶ πού, ὡστόσο, εἶχαν μεγάλη σημασία γιὰ τὸν ̓Αγώνα.
Μιὰ ἀπὸ τὶς πρῶτες ἀντιξοότητες, ποὺ εἴχαμε νὰ ἀντιμετωπίσουμε στὸν πόλεμο ἐκεῖνον, ἦσαν καὶ οἱ πρόχειροι χάρτες τοῦ Αλβανικοῦ ἐδάφους. Δὲν ξέρω τί ἀκριβῶς εἶχε γίνει καὶ δὲν εἶχαν καμιὰν ἀκρίβεια. Τὸ ἀναφέραμε στὶς προϊστάμενές μας ̓Αρχὲς καὶ σὲ ἐλάχιστο χρονικὸ διάστημα, μιλᾶμε γιὰ δύο ή τρεῖς μέρες, μᾶς ἔφεραν καινούριους. Μὲ ἔκπληξή μας ὅμως εἴδαμε ὅτι οἱ χάρτες αὐτοὶ ἦσαν γραμμένοι μὲ λατινικὰ στοιχεῖα καὶ στὰ γερμανικά ! Έπειτα μάθαμε πὼς ήσαν τοῦ Αὐστρο-ουγγρικοῦ Επιτελείου ἀπὸ τὸν πόλεμο τοῦ 1914. Μ’ αυτούς, λοιπόν, κάναμε τὴ δουλειά μας. Με γερμανικοὺς χάρτες πολεμούσαμε τοὺς συμμάχους τους τοὺς Ιταλούς.
Κάτι ἀνάλογο ἔγινε καὶ μὲ τὰ πυρομαχικά. Ο ὁπλισμὸς τοῦ ὀρειβατικοῦ πυροβολικοῦ μας εἶχε χυρίως γαλλική προέλευση, ὅπως καὶ τὰ πυρομαχικά του. Στὸ διαμέτρημα ὅμως τῶν 10,5 - ἔτσι ἦταν γνωστὰ τὰ μεγαλύτερα καὶ βαρύτερα ἀπὸ τὰ ὀρειβατικὰ κανόνια - ἀπὸ τὶς πρῶτες μέρες, ἀπὸ τὶς πρῶτες βολές, παρουσιάστηκε ἕνα σοβαρότατο μειονέκτημα. Απὸ ἐλαττωματικὴ κατασκευἡ τῶν πυροσωλήνων – πυροσωλήνας ἦταν ἕνα ἐξάρτημα ποὺ τὸ βίδωναν τὴν τελευταία στιγμή στὸ μπροστινὸ τμήμα τῆς ὀβίδας καὶ ποὺ μετέτρεπε την πρόσκρουση σὲ ἀνάφλεξη καὶ ἔκρηξη - η ἔκρηξη δὲ γινόταν στὸ τέρμα τῆς διαδρομής τῆς ὁβίδας, ἀλλὰ πρὶν ἀκόμη βγεῖ ἀπὸ τὸν σωλήνα, μὲ ἀποτέλεσμα τὰ κανόνια νὰ «σχίζονται» κυριολεκτικὰ καὶ να μετατρέπονται σὲ τερατώδη γαρύφαλα. Είχαμε καὶ θύματα στὸ προσωπικό μας.
Αὐτὸ ὅμως δὲν κράτησε παρὰ δύο ημέρες. Την τρίτη μᾶς ἔστειλαν πυροσωλήνες γερμανικῆς κατασκευής: Rheinmetal, ποὺ λειτούργησαν περίφημα σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ πολέμου.
Ποιοί, πῶς, ποῦ καὶ πὀτε πρόλαβαν νὰ βροῦν τοὺς κατάλληλους χάρτες καὶ τὰ κατάλληλα πυρομαχικά, καὶ νὰ τὰ προωθήσουν στὶς μαχόμενες μονάδες τοῦ μετώπου, δὲ μάθαμε ποτέ. Καὶ ἴσως δὲ χρειάζεται καὶ νὰ μάθουμε. Αλλὰ ἕνα εἶναι βέβαιο. Ήρωες εἴχαμε καὶ στὰ ἐργαστήρια τοῦ ἐσωτερικοῦ (διαφορετικά, πῶς θὰ γινόταν τὀσο γρήγορα ἡ ἀποστολὴ πυροσωλήνων καὶ χαρτῶν;) καὶ στὰ γραφεῖα καὶ στὶς Πρεσβεῖες. Δὲν κρατοῦσαν τουφέκι ὅπως ἐμεῖς. Μερικοὶ μάλιστα, ἴσως καὶ νὰ μὴν τὸ εἶχαν δεῖ ποτέ. ̓Αλλὰ μ ̓ ἕνα ποτήρι οὐίσκυ στὸ ἕνα χέρι καὶ ἕνα τσιγάρο στὸ ἄλλο, πολέμησαν κι αὐτοί, καὶ μὲ τὸ ἔργο τους ἔδωσαν κι αὐτοὶ γιὰ τὴν πατρίδα τους ὅσα καὶ κάθε ἄλλος τίμιος Έλληνας.
Δημοσιεύτηκε στη Νέα Εστία τόμ. 118, τεύχ. 1400, σ. 1408 (1/11/1985)
