Για να σχηµατίσει κανείς μιαν ακριβέστερη εικόνα των συνθηκών διαβίωσης στην πόλη µέσα, θα πρέπει στον παραπάνω αριθμό κατοίκων να προσθέσει κι έναν ανεξακρίβωτο αριθμό αλόγων, γαϊδάρων, στις αρχές μάλιστα σώζονταν και μερικές καµήλες, που τουλάχιστον διανυκτέρευαν µέσα στην πόλη, στο στενώς εννοούμενο Ναύπλιο.
Όταν κατά το δεύτερο χρόνο της Επαναστάσεως οι Έλληνες κατέλαβαν την πόλη, όπως ήταν φυσικό όσα κτίρια ήσαν ακόµη όρθια, και ήσαν πολλά, κατελήφθησαν από τις Αρχές. Άλλα μοιράστηκαν στους διάφορους ισχυρούς της ηµέρας. Εδώ, σαν σε παρένθεση, θα πρέπει να σηµειωθεί ότι ο µόνος που δεν πήρε ούτε «δύο µέτρα γής για τάφο», που λένε, ήταν ο Δημήτριος Υψηλάντης. Περιορίστηκε σ’ ένα διαµέρισµα, που του παραχωρήθηκε βορεινά και εφαπτοµένως της «οικίας Άρμανσπεργ», εκεί που είναι σήµερα η αφετηρία των υπεραστικών λεωφορείων. Γι’ αυτὀ και ο δρόμος αυτός λεγόταν τότε «οδός Δημ. Υψηλάντη».
Το 1841, το στεγαστικό πρόβλημα εξακολουθούσε να παραμένει οξύ. Οι Αρχές είχαν καταλάβει ένα τριὀροφο κτίριο, παλιό Ενετικὸ Σχολείο, γνωστό ως «Μεντρεσές» επί Τουρκοκρατίας, δηλαδή τουρκικό ιεροδιδασκαλείο, στην τότε οδό Μαξιμιλιανού, και το χρησιμοποιούσαν σαν Στρατώνα της Χωροφυλακής. Είναι το εικονιζόµενο στο παρακάτω σχέδιο του Γερμανού V. Klenze, νότια απὀ τον ναό τουΑγίου Γεωργίου, από τον οποίον τον χωρίζει σήµερα κάποιο καφενεδάκι, ασήμαντη μεταγενέστερη προσθήκη, εκεί όπου στο σχέδιο του Γερμανού σχεδιαστή διακρίνονται σκαλοπάτια.
Η Κυβέρνηση, ανάμεσα στα άλλα προβλήµατα, είχε να επιλύσει και το πρόβληµα της στέγασης των εγγάµων χωροφυλάκων. Τους έδωσε την άδεια να εγκατασταθούν οικογενειακώς στον «Στρατώνα" και µάλιστα τους παρώτρυνε, και μάλιστα τους απείλησε ότι θα τους «κόψει τη σὐνταξη», σε περίπτωση που θα επέμεναν να προτιμούν εγκατάσταση σε ιδιωτικό χώρο.
Φαίνεται όμως πως οι συνθήκες διαβίωσης στο παράξενο εκείνο κοινόβιο ήσαν φριχτές. Έτσι βλέπουμε πολλές υποψήφιες νύφες να αξιώνουν από τους μέλλοντες άνδρες τους, αν ήταν χωροφύλακες, να τις διαβεβαιώσουν εγγράφως, επισήμως, ενώπιον συμβολαιογράφου, ότι δεν πρόκειται να τους ζητήσουν να μείνουν στον «Στρατώνα». Έχουν διασωθεί αρκετά τέτοια συμβόλαια, ένα από τα οποία είναι και το παρακάτω, του συμβολαιογράφου Αναστ. Κ. Ελαιώνος.
Αριθμ. 5. Εν Ναυπλίω τη εικοστή πρώτη του μηνός Μαρτίου του χιλιοστού οκτακοσιοστού τεσσαρακοστού πρώτου έτους, ημέρα Παρασκευή, ώρα δωδεκάτη της μεσημβρίας, παρουσιασθέντες εν τω συμβολαιογραφικώ μου καταστήματι κειμένω κατά την οδόν του Αγίου Γεωργίου, εν τη οικία του κυρίου Γεωργίου Μ. Αντωνοπούλου, ενώπιον εμού του υπογεγραμμένου συμβολαιογράφου Ναυπλίας Αναστασίου Κ. Ελαιώνος, κατοίκου Πρόνοιας, και των προσληφθέντων δύο μαρτύρων κυρίων Βασιλείου Αναγνωστοπούλου, και Σπύρου Μαντζούφα φαναροποιού, κατοίκων Ναυπλίου γνωστών μοι και ασχέτων συγγενείας και με τους συμβαλλομένους και με εμέ, ο κύριος Χρήστος Κωνσταντίνου χωροφύλαξ της Μοιραρχίας Αργολίδας , κάτοικος Ναυπλίου, και η κυρία Καλή, θυγάτηρ του ποτέ Κωνσταντίνου Παυλάκη, κάτοικος Ναυπλίου, γνωστοί μου αμφότεροι, μου εζήτησαν να συντάξω το παρόν επίσημον υποσχετικόν έγγραφον, ότι επειδή μέλλουν να έλθουν εις γάμου κοινωνίαν κατά τους κανόνας της Ανατολικής Εκκλησίας, υπόσχεται ο ανήρ αυτής Χρήστος Κωνσταντίνου ότι δεν θέλει κατοικήσει την σύζυγόν του κυρίαν Καλήν Κωνσταντίνου Παυλάκη, αφού νυμφευθεί αυτήν, εις τον Στρατώνα της Χωροφυλακής. Η δε σύζυγός του κυρία Καλή υπόσχεται ότι, αν περιστατικώς ήθελεν αποβιώσει ο σύζυγός της ή φονευθή εις μάχην τινά, δεν θέλει απαιτήσει, ούτε οι κληρονόμοι αυτής, ουδεμίαν σύνταξιν παρά της Κυβερνήσεως, ούτε άλλην τινα βοήθειαν. Ταύτα ομολογησάντων, εγένετο κατ’ αίτησίν των το παρόν, το οποίον αφ ου ανεγνώσθη ευκρινώς, προσκληθέντες αμφότεροι να υπογράφωσιν, ωμολόγησαν ότι δεν γιγνώσκουσι γράμματα. Εμαρτυρήθη παρά των μαρτύρων, υπεγράφη και παρ’ εμού του συμβολαιογράφου.
Βασίλης Αναγνωστόπουλος
Σπύρος Μαντζούφας
Ο συμβολαιογράφος Ναυπλίας
Αναστάσιος Κ. Ελαιών
