Wednesday, October 26, 1983

Τάκης Μαύρος : Tocchi και Ντόκοι

Ένα επώνυμο, που απαντάται σχετικά συχνά στην Αργολίδα, είναι το Ντόκος. Με κέντρο πιθανόν το Κουτσοπόδι, όπου είναι και πολυαριθμότερο, έχει απλώσει μέχρι τους Μήλους, το Κούτσι, το Ναύπλιο και φυσικά και την Αθήνα.
        Για την προέλευση αυτής της οικογένειας ούτε ιστορικά είναι βεβαιωμένο τίποτα, αλλά ούτε και τα μέλη της διέσωσαν κάτι σαν παράδοση. Έτσι, στην αναζήτηση της καταγωγής της μοιραία θα περιοριστούμε σε εικασίες.
        Επειδή τα οικογενειακά επώνυμα δεν παρουσιάζονται τυχαία, αλλά πάντα από κάπου ξεκινούν, μπορούμε να κάνουμε την εξής υπόθεση: το επώνυμο Ντόκος το συναντούμε στην Ήπειρο:

- Ως «Ντόκας», στους αγώνες μεταξύ Λιαλιαταίων και Καραμουραταταίων, περί το 1687, για την «προστασία» του χωριού Διπαλίτσα της Ηπείρου, το σημερινό Μολυβδοσκέπαστος [1].
- Μια Αλεξάνδρα Ντόκου υπογράφει προικοσύμφωνο το 1803 στα Γιάννενα [2].
- Το 1820 μνημονεύεται το επώνυμο επίσης στα Γιάννενα [3].
- Στο Πωγώνι της Ηπείρου [5]
- Αλλά και τοπωνύμιο στο χωριό Γλανιτζιά (σήμερα Μυγδαλιά) της Γορτυνίας [4].

        Οι πληροφορίες αυτές είναι βέβαια λίγες, αλλά μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι την αναζήτηση για την προέλευση της οικογένειας αυτής θα πρέπει να την αρχίσουμε από την Ήπειρο. Στην περιοχή αυτή εμφανίζεται στα μέσα του 14ου αι. ο από το Benevento της Ιταλίας καταγόμενος Γουλιέλμος (
Guglielmo) Tocco (†1275), ο οποίος θεωρείται και ο γενάρχης της μεγάλης οικογένειας των Tocchi, μέλη τις οποίας παρουσιάζονται αργότερα σαν δούκες της Λευκάδας, κόμητες της Κεφαλονιάς, αυθέντες της Βοστίτζας, κύριοι της Ζακύνθου, δεσπόται της Άρτας και των Ιωαννίνων.
        Η δραστηριότητα της οικογένειας αυτής θα μας απασχολήσει μόνο από τον Κάρολο Tocco I και κατόπιν (IE αι.). Γιατί ο Κάρολος αυτός, βοηθούμενος από τον αδελφόν του Λεονάρδο, επεξέτεινε την κυριαρχία της οικογένειας από το Αργυρόκαστρο της Β. Ηπείρου μέχρι το Άργος [6].

Οικόσημο των Τόκκων της Λευκάδας (α: [8]), (β: πηγή)  

        Όταν πέθανε ο Κάρολος Ι (4.7.1429) άφησε 5 γιους νόθους: τον Μέμνωνα, τον Ηρακλή, τον Τούρνο, έναν άλλον ίσως Αντώνιο, και τον Ορλάνδο [7]. Σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, τα παιδιά αυτά, επειδή ήταν νόθα, δεν είχαν δικαίωμα στην πατρική κληρονομιά, η οποία περιήλθε στον Κάρολο ΙΙ, ανηψιό του Κάρολου Ι.
        Μικρά κτήματα των πατρικών κτήσεων στην Ακαρνανία παραχωρήθηκαν στον Ηρακλή και στον Τούρνο, οι οποίοι εμφανίζονται αργότερα να συνεχίζουν τις προσπάθειες τους για να τα καταλάβουν [6-79]. Στον Μέμνονα παραχωρήθηκαν κτήματα στον Μοριά, και εμφανίζεται το 1436 ως κύριος της Κερπινής και των Καλαβρύτων [7-530]. Για τους άλλους δυο δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες. Τα ίχνη τους χάνονται μέσα στον τουρκικό στρατό, που είχε ενσκήψει στον Ελληνικό χώρο και στον οποίον κατέφυγαν τότε όλοι οι δυσαρεστημένοι.
        Η πληροφορία ότι ο Μέμνων Τόκκος τελειώνει την παρουσία του στην ιστορία σαν αυθέντης της Κερπινής οδηγεί στην υπόθεση ότι, αν υπήρχαν ακόμη στην Κερπινή αναμνήσεις, παραδόσεις ή υπολείμματα των οικογενειών των Τόκκων, ήταν πολύ πιθανό να μπορούσε να βρεθεί κάποιος σύνδεσμος ανάμεσα στους Τόκκους της Κεφαλονιάς και Ηπείρου με τους Ντόκους της Αργολίδας.
        Πράγματι, σε μιαν επίσκεψη - το Πάσχα του 1982 - στην Κερπινή των Καλαβρύτων διαπιστώθηκε ότι στο γειτονικό χωριό, το ορεινό Βυσοκά, που βρίσκεται όμως μέσα στα όρια της Κερπινής - σήμερα έχει εγκαταλειφθεί και οι κάτοικοί του κατέβηκαν στο Βυσωκά (Σκεπαστό) - σώζονται ακόμη τέσσερις οικογένειες με το επώνυμο Ντόκος. Βέβαια, κανείς δεν ήξερε κάτι για την καταγωγή τους. Όλοι απέκλεισαν την πιθανότητα να είχαν ανέβει εκεί επάνω - τον χειμώνα τα χωριά αυτά είναι αποκλεισμένα από τα χιόνια - από τον Αργολικό κάμπο. Θεώρησαν πιθανότερο οι Ντόκοι του Άργους να προέρχονται από τους ορεινούς Ντόκους των Καλαβρύτων, όπως άλλωστε συμβαίνει συχνά με τους «χειμαδιώτες», που σιγά-σιγά εγκαθίστανται στον κάμπο, εγκαταλείποντας την ορεινή αλλά σκληρή γενέτειρα.
        Η παρουσία αυτή τον Ντόκων στην Κερπινή ίσως να είναι μια ένδειξη, πολύ πιθανή κατά τον γράφοντα, για τη συγγένεια των Τόκκων και Ντόκων, αλλά βέβαια δεν είναι απόδειξη. Χρειάζονται κι άλλες πληροφορίες, οι οποίες σήμερα δεν υπάρχουν, γι’ αυτό και η παραπάνω υπόθεση, όσο ωραία κι αν είναι, παραμένει πάντα υπόθεση.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
  1. Χρονικά της Ηπείρου τόμ. Β’, σ. 138.
  2. Σεγκούνη Φ., Ανέκδοτος αλληλογραφία των Ζωσιμαδών, Ηπειρωτικά Χρονικά 8 (1933), σ. 201.
  3. Κουγέα Σ.Β., Ηπειρωτικόν Αρχείον Σταύρου Ιωάννου. Προλεγόμενα. Ηπειρωτικά Χρονικά 14 (1939), σ. 18.
  4. Γιανναροπούλου Ιωάν. Το περιεχόμενον του κτητορικού κώδικος της παρά την Στεμνίτσαν μονής Ζωοδόχου Πηγής (Χρυσοπηγής), Γορτυνιακά Β (1978), σ. 153.
  5. Λαμπρίδη Ι., Πογωνιακά, Αθήνα (1889), σσ. 1-87, Ηπειρωτικά Μελετήματα, Ιωάννινα (1971), τόμ. Β.
  6. Λούντζης Ε., Περί της πολιτικής καταστάσεως της Επτανήσου επί Ενετοκρατίας, Αθήνα 1969, σ. 72.
  7. Hopf, Carl Hermann Friedrich Johann, Chroniques greco-romanes : Inédites ou peu connues, publiées avec notes et tables généalogiques, 1873. Έκδ. Σπανού, Αθήνα 1961, σ. 730.
  8. Καθημερινή, αφιέρωμα "Επτά Ημέρες", Λευκάδα. Η ομορφιά του Ιονίου, 3/7/1994, σ. 58.

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 26/10/1983].




Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...