Αν [έχει] περάσει την πρώτη νεότητα, θα θυμάται ότι εκεί κάποτε μια γκρίζα μάντρα περιέκλειε το Ψυγείο του Κόκκινου.
Αν έχει περάσει μερικές ακόμη νεότητες, θα θυμάται πάλι μια μάντρα, με μια καγκελένια ξώπορτα, που έμπαζε σε μιαν αυλή, στο κέντρο της οποίας βρισκόταν ένα στενόμακρο ασπρόγκριζο κτίριο, με τοξωτή στοά στο ισόγειο και ένα μικρό κηπάκι εμπρός του. Εκεί είχαν φιλοξενηθεί οι Λευκορώσοι εμιγκρέδες, φεύγοντας από την πατρίδα τους, και πριν από αυτούς οι πρόσφυγες οι δικοί μας της Μικράς Ασίας.
Πρωτύτερα, έμεναν οι Γαλλίδες καλόγριες, που είχαν επιχειρήσει να οργανώσουν στο Ναύπλιο ένα σχολείο για κορίτσια σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μερικοί από τους σημερινούς, κάποιας προχωρημένης νεότητας Ναυπλιώτες, είχαν κάνει κάνα δυο τάξεις του δημοτικού σ’ αυτό το σχολειό, και θυμούνται ακόμη το αμάξι που έπαιρνε από το σπίτι και έφερνε από το σχολείο τα μικρά.
Το σπίτι αυτό, τα πρώτα χρόνια μετά την Επανάσταση, ανήκε στην Ηπειρωτικής πιθανόν καταγωγής οικογένεια Σταύρου. Το μικρότερο κορίτσι της οικογένειας αυτής, τη Μαριγούλα, την είχε βαφτίσει ο Γενναίος Κολοκοτρώνης. Αργότερα, γύρω στα 1850, [η Μαριγούλα] παντρεύτηκε τον Γιάννη Καρώνη, παππού των σημερινών αδελφών Γιάννη, Βασίλη και Τάκη Καρώνη.
Η Μαριγούλα πέθανε λίγο πριν από το 1940, σε ηλικία 103 ετών, και όπως διηγιόταν στα εγγόνια της, ήταν μεγάλη πια κοπέλα όταν δεχόντουσαν στο πατρικό τους σπίτι τον Γενναίο Κολοκοτρώνη, κάθε φορά που ερχόταν στο Ναύπλιο για τις δουλειές του. Και θυμόταν πως, πριν μπει μέσα στο σπίτι, έβγαζε τα τσαρούχια του, γιατί φορούσε φουστανέλες, και τα άφηνε έξω και κυκλοφορούσε στα δωμάτια με τις κάλτσες.
Πρωτύτερα, έμεναν οι Γαλλίδες καλόγριες, που είχαν επιχειρήσει να οργανώσουν στο Ναύπλιο ένα σχολείο για κορίτσια σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μερικοί από τους σημερινούς, κάποιας προχωρημένης νεότητας Ναυπλιώτες, είχαν κάνει κάνα δυο τάξεις του δημοτικού σ’ αυτό το σχολειό, και θυμούνται ακόμη το αμάξι που έπαιρνε από το σπίτι και έφερνε από το σχολείο τα μικρά.
Το σπίτι αυτό, τα πρώτα χρόνια μετά την Επανάσταση, ανήκε στην Ηπειρωτικής πιθανόν καταγωγής οικογένεια Σταύρου. Το μικρότερο κορίτσι της οικογένειας αυτής, τη Μαριγούλα, την είχε βαφτίσει ο Γενναίος Κολοκοτρώνης. Αργότερα, γύρω στα 1850, [η Μαριγούλα] παντρεύτηκε τον Γιάννη Καρώνη, παππού των σημερινών αδελφών Γιάννη, Βασίλη και Τάκη Καρώνη.
Η Μαριγούλα πέθανε λίγο πριν από το 1940, σε ηλικία 103 ετών, και όπως διηγιόταν στα εγγόνια της, ήταν μεγάλη πια κοπέλα όταν δεχόντουσαν στο πατρικό τους σπίτι τον Γενναίο Κολοκοτρώνη, κάθε φορά που ερχόταν στο Ναύπλιο για τις δουλειές του. Και θυμόταν πως, πριν μπει μέσα στο σπίτι, έβγαζε τα τσαρούχια του, γιατί φορούσε φουστανέλες, και τα άφηνε έξω και κυκλοφορούσε στα δωμάτια με τις κάλτσες.
Εκείνο, όμως, που της είχε κάνει ξεχωριστή εντύπωση και το θυμόταν ήταν ότι ο Γενναίος καθόταν πάντα δίπλα στο τζάκι, και ποτέ δεν «άπλωνε» να φάει, αν πρώτα δεν δοκίμαζαν οι άλλοι. Πολύτιμη, πατρική ασφαλώς συμβουλή, βγαλμένη από την πείρα της οικογενειακής ιστορίας των Κολοκοτρώναιων. Από χρόνια ριζωμένη στην ψυχή του Γενναίου, ήταν δύσκολο πια να βγει.
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 19/7/1981].
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 19/7/1981].
